Μάτυας Σάιμπερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάτυας Σάιμπερ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 4  Μαΐου 1905[1][2][3][4]
Βουδαπέστη
Θάνατος 24  Σεπτεμβρίου 1960[1][2][3][4]
Κέιπ Τάουν
Αιτία θανάτου τροχαίο ατύχημα
Συνθήκες θανάτου ατύχημα
Χώρα πολιτογράφησης Ουγγαρία
Ηνωμένο Βασίλειο
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας (έως 1927)
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Ουγγρικά
Γερμανικά
Αγγλικά[5]
Σπουδές Franz Liszt Academy of Music
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα συνθέτης
μουσικός παιδαγωγός
διδάσκων πανεπιστημίου
τσελίστας

Ο Μάτυας Γκυόργκυ Σάιμπερ ή Ματύας Ζάιμπερ (ουγγρ. Mátyás György Seiber, προφ. «Μάτας Σάιμπαρ», 4 Μαΐου 190524 Σεπτεμβρίου 1960) ήταν Ούγγρος μουσικοσυνθέτης, που από το 1935 έζησε και εργάσθηκε στην Αγγλία. Το έργο του συνέδεσε πολύ διαφορετικές επιρροές, από την ουγγρική παράδοση των Μπάρτοκ και Κόνταλυ στον Σένμπεργκ και τον δωδεκαφθογγισμό, μέχρι και την τζαζ και την ελαφρά μουσική.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σάιμπερ γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, Η μητέρα του, η Μπέρτα Πατάυ ήταν γνωστή πιανίστρια και δασκάλα του πιάνου, οπότε ο νεαρός Σάιμπερ κέρδισε αξιοσημείωτη επιδεξιότητα με αυτό το όργανο πρώτα. Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει να παίζει βιολοντσέλο. Μετά τη γυμνασιακή του εκπαίδευση, κατά την οποία θεωρείτο «εξέχων» στα μαθηματικά και στα λατινικά σύμφωνα με τις επετηρίδες της Ακαδημίας Μουσικής Φραντς Λιστ, σπούδασε βιολοντσέλο και μουσική σύνθεση από το 1918 ως το 1925, αλλά και σύνθεση ειδικότερα με τον Ζόλταν Κόνταλυ από το 1921 ως το 1925. Ως πτυχιακή εργασία, συνέθεσε το «Κουαρτέτο εγχόρδων No. 1» (σε Λα ελάσσονα).[6]

Ο Σάιμπερ περιηγήθηκε την Ουγγαρία μαζί με τον Κόνταλυ συλλέγοντας παραδοσιακά τραγούδια, ενώ ανέπτυξε ένα ενδιαφέρον και για τις μεσαιωνικές ψαλμωδίες (plainchant).

Το 1925 ο Σάιμπερ αποδέχθηκε μία θέση διδασκαλίας σε ιδιωτικό ωδείο στη Φραγκφούρτη. Το 1926 πήρε μια απροσδόκητη απόφαση: προσλήφθηκε ως μουσικός σε ένα πλοίο που ταξίδευε στη Βόρεια και Νότια Αμερική, για να παίζει βιολοντσέλο στην ορχήστρα του. Εκεί γνώρισε τη μουσική τζαζ.[7]

Το 1928 ο Σάιμπερ τέθηκε επικεφαλής του τμήματος τζαζ στο ονομαστό Κονσερβατόριο Χοχ της Φραγκφούρτης, το οποίο προσέφερε τα πρώτα ακαδημαϊκά μαθήματα τζαζ παγκοσμίως. Στις σπουδές αυτές θεωρούσε βασικό σκοπό την επίτευξη ελεύθερου ρυθμού. Είναι απαραίτητο να διδάσκεται αυτό (έγραψε), καθώς η έντεχνη μουσική του 20ού αιώνα απαιτεί επιδεξιότητα στον χειρισμό του ρυθμού (αναφέροντας ως παραδείγματα τη μουσική των Στραβίνσκι, Μπάρτοκ και Πάουλ Χίντεμιτ). Το βιβλίο του για διδασκαλία με τίτλο Schule für Jazz-Schlagzeug γράφτηκε το 1929 ως μία πρακτική περίληψη των θεωρητικών του απαιτήσεων. Δύο πολύ σημαντικά άρθρα του δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Melos: το «Jazz als Erziehungsmittel» (1928) και το Jazz-Instrumente, Jazz-Klang und Neue Musik (1930). Και όταν το τμήμα τζαζ του ωδείου κλείστηκε από το ναζιστικό καθεστώς το 1933, ο Σάιμπερ έφυγε από τη Γερμανία.

Επέστρεψε στην Ουγγαρία, αλλά δεν μπόρεσε να βρει εκεί εργασία. Εργάσθηκε στη Σοβιετική Ένωση επί διετία, αλλά δεν μπόρεσε μείνει περισσότερο εκεί.[8]

Τελικώς μετανάστευσε στην Αγγλία το 1935 και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, παίρνοντας εκεί ως σύζυγό του μια άλλη μετανάστρια από την Ουγγαρία, τη χορεύτρια μπαλέτου Λίλα Μπάουερ. Κατέστη Βρετανός πολίτης το ίδιο έτος.[9] Δίδαξε σύνθεση και βιολοντσέλο ιδιωτικά, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν ως σύμβουλος της αντιπροσωπείας της εταιρείας Schott στο Λονδίνο και συνέθετε μουσική για κινηματογραφικές ταινίες.

Ο Μάικλ Τίπετ τον προσκάλεσε να γίνει καθηγητής στη μουσική σύνθεση στο Κολέγιο Μόρλεϋ του Λονδίνου και από το 1942 ήταν μέλος του διδακτικού του προσωπικού. Βαθμιαία έγινε ένας αναγνωρισμένος δάσκαλος στη μουσική σύνθεση, στην αισθητική και τη θεωρία της μουσικής. Αρκετοί από τους μαθητές του έγιναν αργότερα εξέχοντες μουσικοί, όπως οι Πήτερ Ρασίν Φρίκερ, Ντον Μπανκς και Μπάρυ Γκρέυ. Κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας του εκεί, δημιούργησε και εκπαίδευε τη δική του χορωδία, τους Dorian Singers.

Φίλοι του και συνεργάτες του ήταν πολλοί σολίστες, όπως οι βιολονίστες Τίμπορ Βάργκα και Νόρμπερτ Μπράινιν, οι κιθαρίστες Τζούλιαν Μπρημ και Τζων Γουίλιαμς, ο τραγουδιστής Μπερτ Λόυντ (A.L. Lloyd) και ο τενόρος Πήτερ Πηρς.[10]

Ο Σάιμπερ υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας για την Προαγωγή της Νέας Μουσικής και σημαίνον στέλεχος στην ομάδα των οπαδών του δωδεκαφθογγισμού. Το 1960 προσκλήθηκε για μια περιοδεία διαλέξεων στη Νότια Αφρική, αλλά σκοτώθηκε εκεί, σε τροχαίο δυστύχημα στον Εθνικό Δρυμό Κρύγερ. Άφησε πίσω του τη σύζυγό του, που εξακολούθησε να ζει επί σχεδόν μισό αιώνα ακόμα στο σπίτι τους στο προάστιο Caterham του Λονδίνου, και μία κόρη.

Ο Κόνταλυ αφιέρωσε το χορωδιακό έργο του Media vita in morte sumus στη μνήμη του πρώην μαθητή του.

Η μουσική του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική του Σάιμπερ είναι εκλεκτική ως προς το ύφος της, δείχνοντας επιρροές από την τζαζ, τον Μπάρτοκ και τον Σένμπεργκ.

Τα έργα του περιλαμβάνουν την καντάτα Ulysses (1947) σε κείμενο από το τελευταίο μέρος του ομώνυμου μυθιστορήματος του Τζέιμς Τζόυς (συνέθεσε και ένα άλλο έργο εμπνευσμένο από τον Τζόις, το Three Fragments from "A Portrait of the Artist as a Young Man", το οποίο ηχογράφησε λίγο πριν από τον θάνατό του). Ξεχωρίζουν επίσης ένα κοντσερτίνο για κλαρινέτο, μουσικές για ταινίες κινούμενων σχεδίων όπως το Animal Farm (1954), τρία έργα για κουαρτέτο εγχόρδων, το και χορωδιακές εκδοχές ουγγρικών και γιουγκοσλαβικών παραδοσιακών τραγουδιών.[11] Επίσης συνέθεσε μία όπερα, την Eva spielt mit Puppen (1934)[12] και δύο κωμικές οπερέτες (A Palágyi Pekek και Balaton, για το ουγγρικό θέατρο του Λονδίνου, το «Londoni Pódium»), καθώς και το μπαλέτο The Invitation. Η σύνθεσή του για βιολί Fantasia concertante ηχογραφήθηκε από τον Αντρέ Γκέρτλερ.

Ο Σάιμπερ μεταχειριζόταν ένα ψευδώνυμο για τα έργα του μουσικής τζαζ και ελαφράς μουσικής: G.S. Mathis ή George Mathis (μία αναδιάταξη του ονόματός του στα αγγλικά), με το οποίο έγραψε για τον Τζων Ντάνκουορθ.

Το 1956 κέρδισε το πρώτο ιστορικά από τα Βραβεία Ivor Novello για το Καλύτερο Τραγούδι («By the Fountains of Rome»), το οποίο ήταν στα κορυφαία 20 εμπορικά στο Ηνωμένο Βασίλειο.[13]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Karolyi, Otto: Modern British Music: The Second British Musical Renaissance, from Elgar to P. Maxwell Davies. Associated University Presses, 1994.
  • Leach, Gerald: British Composer Profiles. A Biographical Dictionary and Chronology of Past British Composers 1800–1979. British Music Society, 1980.
  • Lyman, Darryl: Great Jews in Music. J.D. Publishers, 1986.
  • Sadie, Stanley (επιμ.): The New Grove Dictionary of Music and Musicians, Macmillan Publishers, Λονδίνο 1980
  • Wood, Hugh και Cooke, Mervyn: «Seiber, Mátyás (György)» στο Grove Music Online

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mátyás Seiber της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).