Λουτιανίδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λουτιανίδες
Λουτιάνος η καμπούρα (Lutjanus gibbus)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Ακτινοπτερύγιοι (Actinopterygii)
Τάξη: Περκόμορφα (Perciformes)
Οικογένεια: Λουτιανίδες (Lutjanidae)
Γένη

Aphareus [1]
Απρίων[2] (Aprion)
Άψιλος (Apsilus)
Έτελις[3] (Etelis)
Ημιλουτιάνος (Hemilutjanus)
Οπλοπαγρος[4] (Hoplopagrus)
Λιπόχειλος (Lipocheilus)
Λουτιάνος[5][6][7] (Lutjanus)
Μακόλορ[8] (Macolor)
Ωκύουρος (Ocyurus)
Παρακάισιο[9] (Paracaesio)
Πινιάλο[10] (Pinjalo)
Πριστιπωμοειδής[11] (Pristipomoides)
Ρανταλιχθύς[12] (Randallichthys)
Ρομβοπλίτης (Rhomboplites)
Σύμφουρος[13] (Symphorus)

Οι Λουτιανίδες, (Lutjanidae), αποτελούν οικογένεια ψαριών των θερμών θαλασσών στην οποία ανήκουν περισσότερα από 300 είδη, το μήκος των οποίων φθάνει περί τα 40 εκ.. Είναι τα κατ΄ εξοχή ψάρια του βυθού (βυθόψαρα και πετρόψαρα) του Κόλπου του Μεξικού. Το σώμα τους είναι ελαφρά πεπιεσμένο και σκεπάζεται με μέτρια δαντελωτά λέπια. Το στόμα τους είναι αρκετά μεγάλο με δυνατούς κυνόδοντες. Φέρουν στο σώμα τους κίτρινες οριζόντιες γραμμές ή βούλες. Πολλά είδη της οικογένειας αυτής αλλάζουν χρώμα ανάλογα με το περιβάλλον που βρίσκονται. Μετακινούνται κατά κοπάδια και είναι όλα εδώδιμα.

Επίσης μερικά είδη της αυτής οικογένειας γίνονται αρκετά μεγάλα που φέρουν κόκκινες ή ροζ κηλίδες και στα πτερύγια. Κυριότερα είδη της οικογένειας αυτής είναι ο «Ωκύουρος ο χρύσουρος» (Ocyurus chrysurus), που ζει κοντά σε υφάλους και αναγνωρίζεται από τη διχαλωτή ουρά του, ο «Λουτιάνος ο άπους»[5][6] (Lutjanus apodus), που φέρει κίτρινα ή πορτοκαλί πτερύγια με έντονο κόκκινο χρώμα στο κεφάλι του, ακόμη ο «Λουτιάνος του Μπλάκφορντ» (Lutjanus blackfordi) , κ.ά. που είναι περιζήτητα για το κρέας τους.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Λουτιανίδες ανήκουν στην υπόταξη των Περκοειδών

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Aphareus rutilans. Aphareus. Etymology: from the Greek : Greek, aphareys, -eos = water wings of female tunna». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. 
  2. «Aprion virescens. Aprion. Etymology: from the Greek a = without + Greek, prion = saw». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. 
  3. «Etelis coruscans. Etelis. Etymology: from the Greek etelis, -idos = a fish, perhaps the fish Sparus aurata». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. [νεκρός σύνδεσμος]
  4. «Hoplopagrus guentherii. Hoplopagrus. Etymology: from the Greek hoplon = weapon and pagros = a fish». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. [νεκρός σύνδεσμος]
  5. 5,0 5,1 «Λουτιάνος». gourmed. Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2012. [νεκρός σύνδεσμος]
  6. 6,0 6,1 «Λουτιάνος». EUR-Lex. Ανακτήθηκε στις 9 Ιουνίου 2012. 
  7. «Lutjanus fulviflamma. Lutjanus. Etymology: from the Malay, ikan lutjan, name of a fish». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. 
  8. «Macolor niger. Macolor. Etymology: from the Latin macula = stain, spot and color». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. [νεκρός σύνδεσμος]
  9. «Paracaesio sordida. Paracaesio. Etymology: from the Greek, para = the side of and the Latin, caesium = bluish grey». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. 
  10. «Pinjalo pinjalo. Pinjalo. Etymology: A Malay word for a fish (pinialo)». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. 
  11. «Pristipomoides filamentosus. Pristipomoides. Etymology: from the Greek pristis = saw + Greek, poma, -atos = cover, operculum and oides = similar». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. 
  12. «Randallichthys filamentosus. Randallichthys. Etymology: Named for John Randall». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012. 
  13. «Symphorus nematophorus. Symphorus. Etymology: from the Greek syn, symphysis = grown together, physis = growth body and oura = tail». Fishbase (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2012.