Λιμένες Μάλμπερι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αεροφωτογραφία του λιμένα Μάλμπερι "Β" στην Αρρομάνς. 27 Οκτωβρίου 1944

Οι λιμένες Μάλμπερι (αγγλ. Mulberry Harbours) ήταν δύο προκατασκευασμένοι προσωρινοί λιμένες που κατασκευάστηκαν από τους Βρετανούς σε δύο από τις παραλίες της απόβασης της Νορμανδίας το 1944. Κύριος σκοπός των λιμένων αυτών ήταν η από θαλάσσης υποστήριξη των αποβιβασμένων δυνάμεων με πολεμικό υλικό, καύσιμα και τρόφιμα.

Αρχικός σχεδιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας ως παράδειγμα την τραγική κατάληξη της επιδρομής της Διέππης το 1942, οι Σύμμαχοι είχαν αντιληφθεί ότι η απλή αεροπορική υπεροχή και υποστήριξη στις αποβατικές δυνάμεις κατά την απόβαση της Νορμανδίας κάθε άλλο παρά ικανοποιητική μπορούσε να χαρακτηριστεί: Οι Γερμανοί είχαν οργανώσει το Τείχος του Ατλαντικού, η άμυνα του οποίου θα μπορούσε να εξουδετερωθεί μόνο με επαρκή αριθμό μάχιμων μονάδων, που θα διέθεταν τον απαραίτητο εξοπλισμό και θα μπορούσαν να τροφοδοτούνται με αδιάλειπτους ρυθμούς.[1] Ήταν εμφανές ότι αυτό θα μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνον από τη θάλασσα, αλλά οι Γερμανοί είχαν οχυρώσει άψογα τους δύο μεγαλύτερους και κύριους λιμένες της Νορμανδίας, το Σερμπούρ και την Χάβρη. Λόγω αυτών των οχυρώσεων (που κάλυπταν τους λιμένες και τις λιμενικές εγκαταστάσεις) οι Σύμμαχοι όφειλαν να εξετάσουν άλλους τρόπους προώθησης των τεράστιων ποσοτήτων υλικού που απαιτούσε η (ενδεχόμενη τότε) απόβαση στη Νορμανδία, ειδικά κατά τις πρώτες ημέρες της απόβασης. Έτσι, οι Βρετανοί, ήδη από το 1941, είχαν συστήσει μια μικρή ομάδα μηχανικών, υπό την επωνυμία "Transportation 5 (συντομογραφικά Tn5) που είχε ως αρχικό αντικείμενο την ανάπτυξη μεθόδων για την ταχεία αποκατάσταση κατεστραμμένων λιμένων.[2] Οι Βρετανοί πρότειναν να "μεταφέρουν" το δικό τους λιμάνι μαζί με τις αποβατικές δυνάμεις. Το σχέδιο έτυχε της υποστήριξης του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος, τον Μάιο του 1943, έγραψε το ακόλουθο, διάσημο πλέον, σημείωμα:[3]

    Piers for use on beaches: They must float up and down with the tide. The anchor problem must be mastered... Let me have the best solution worked out. Don’t argue the matter. The difficulties will argue for themselves.


Ουίνστων Τσώρτσιλ    

Έχοντας, έτσι, την πρωθυπουργική υποστήριξη, η κατασκευή των τεχνητών φορητών λιμένων ξεκίνησε άμεσα στη Βρετανία. Το Tn5 επιφορτίστηκε με την εξέταση μελετών και ιδεών.[2] Η αρχική ιδέα ήταν του Χιου Άιορις Χιουζ (Hugh Iorys Hughes), ενός Ουαλού πολιτικού μηχανικού που ζούσε στο Λονδίνο και είχε υποβάλει ήδη από το 1941 σχέδια με την ιδέα του στο βρετανικό υπουργείο Πολέμου. Οι δυνατότητες ενός παρόμοιου λιμένα δεν είχαν γίνει αντιληπτές από τους παράγοντες του υπουργείου, μέχρις ότου ο αδελφός του Χιουζ, Πλωτάρχης στο Βασιλικό Ναυτικό, τις έθεσε υπόψιν των ανωτέρων κλιμακίων. Η παρέμβαση αυτή του Πλωτάρχη Χιουζ αποτέλεσε το έναυσμα του προγράμματος Μάλμπερι. Στο σχέδιο ενεπλάκη, επίσης, ο καθηγητής Μπέρναλ (J. D. Bernal), ο οποίος αργότερα βοήθησε σημαντικά στον τελικό σχεδιασμό του τεχνητού λιμένα. Ο Μπέρναλ βοηθήθηκε σημαντικά από τον Άλαν Μπέκετ (Allan Beckett), του οποίου το σχέδιο για την κατασκευή κίνησης οχημάτων στον φορητό λιμένα "προκρίθηκε" έναντι των άλλων. Φυσικά, σε μια κατασκευή παρόμοιας πολυπλοκότητας και μεγέθους, είναι ουτοπικό να αναζητηθεί η πατρότητα του τελικού αποτελέσματος σε έναν άνθρωπο μπορούν μόνο να αναφέρονται όσοι εξέφρασαν τις κεντρικές ιδέες της συνολικής κατασκευής.[1]

Από τα αρχικά σχέδια που υποβλήθηκαν, τρία επιλέχτηκαν για επιπλέον αξιολογήσεις στην πράξη. Το πρώτο, δημιουργία του υπουργείου Πολέμου, προέβλεπε εύκαμπτες κατασκευές, υπό μορφή πλωτών γεφυρών όπως αυτές που κατασκεύαζε το σώμα Μηχανικού, στηριγμένες σε ζεύγματα από ατσάλι ή μπετόν, με αποβάθρες που είχαν ρυθμιζόμενα σκέλη στήριξης, ώστε να αντεπεξέρχονται στις διαφορές στάθμης του νερού κατά τις παλίρροιες. Το δεύτερο σχέδιο είχε υποβληθεί από το Βρετανικό Ναυαρχείο και προέβλεπε εύκαμπτες πλωτές κατασκευές από ξύλο και καννάβινο πανί, τα επιμέρους τμήματα των οποίων θα συναρμολογούνταν με τη βοήθεια συρματόσχοινων. Το τρίτο σχέδιο, που είχε υποβάλει ο Χιουζ, προέβλεπε χρήση μεταλλικών "γεφυρών" που θα στηρίζονταν σε μπετονένια στηρίγματα, θα ρυμουλκούνταν στις προβλεπόμενες θέσεις και θα ποντίζονταν εκεί. Αρχικά κανένα σχέδιο δεν περιλάμβανε τη δημιουργία κυματοθραυστών. Στη συνέχεια αναζητήθηκαν παραλίες δοκιμών παρόμοιων με τις παραλίες της Νορμανδίας.[1]

Μετά από εξαντλητικές έρευνες επιλέχτηκε η παραλία του Ουίγκταουν στην περιοχή Σόλγουεϊ Φερθ (Solway Firth) στη Σκωτία, με παραπλήσιο λιμένα της κωμόπολης Γκάρλιεστον (Garlieston) και ολόκληρη η παραλία από την κωμόπολη ως την τοποθεσία Άιλ οβ Ουίτχορν (Isle of Whithorn, που στην πραγματικότητα δεν είναι νησί, παρά το όνομά της) αποκλείστηκε από όλους, εκτός από τους αλιείς του Γκάρλιεστον.[2] Οι εργασίες ξεκίνησαν με τη δημιουργία ενός στρατοπέδου στο Κερνχεντ (Cairnhead), για να εξασφαλιστεί η διαμονή των μηχανικών που θα εργάζονταν στο πρόγραμμα δοκιμών και επιπλέον 200 ανδρών για τις εργασίες.

Ο αρχικός σχεδιασμός, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέβλεπε προστατευτικούς κυματοθραύστες. Αυτό όμως προϋπέθετε την εγκατάσταση των λιμένων σε περιοχές με ήρεμα νερά. Ωστόσο δημιουργήθηκαν δύο "τρόποι" για την αντιμετώπιση τυχόν ισχυρού κυματισμού: Ο πρώτος συνίστατο στην πόντιση διάτρητων σωλήνων μέσω των οποίων διοχετευόταν πεπιεσμένος αέρας, ο οποίος δημιουργούσε φυσαλίδες ικανές να ανακόψουν τον κυματισμό και ο δεύτερος ήταν η κατασκευή κανάβου από μεγάλους σάκους με συνολικό "πάχος" επτά μέτρων. Οι σάκοι γεμίζονταν με αέρα σε χαμηλή πίεση και απορροφούσαν την ενέργεια του κυματισμού, καθώς αυτή τους συμπίεζε.[1]

Κατά τον τελικό σχεδιασμό αποφασίστηκε η κατασκευή δύο τέτοιων λιμένων. Ο ένας προοριζόταν για τον αμερικανικό τομέα επιχειρήσεων στην παραλία Όμαχα και επονομάστηκε "Α" και ο άλλος θα κάλυπτε τις ανάγκες του βρετανοκαναδικού τομέα επιχειρήσεων, στην ακτή της Αρρομάνς. Αρχικά επονομάστηκε "Β" αλλά έλαβε το προσωνύμιο "Winston" (από το όνομα του Τσώρτσιλ).[4] Τελικά αποφασίστηκε η δημιουργία και κυματοθραυστών, καθώς κρίθηκαν απαραίτητοι: Μια ομάδα θα ποντιζόταν στο μέσο της θάλασσας και μια ομάδα παράκτια. Θα αποτελούνταν από μπετονένια μπλοκ με σιδερένιο οπλισμό αλλά για επιπλέον προστασία θα χρησιμοποιούνταν και 70 άχρηστα ή πεπαλαιωμένα σκάφη, εμπορικά ή πολεμικά, ώστε να καλύψουν τα κενά που θα εμφανίζονταν ανάμεσα στα μπλοκ. Στην όλη διαδικασία του τελικού σχεδιασμού ο Χιουζ συμμετείχε ως σύμβουλος, προσκεκλημένος από τον ίδιο τον Τσώρτσιλ.[1]

Καθένας από τους τεχνητούς λιμένες θα διέθετε συνολικά έξι μίλια από εύκαμπτους χαλύβδινους δρόμους πρόσβασης, στηριγμένους σε ζεύγματα από μπετόν. Οι "δρόμοι" αυτοί επονομάστηκαν "φάλαινες" (whales) ενώ τα μπετονένια ζεύγματα "σκαθάρια" (beetles). Οι δρόμοι κατέληγαν σε γιγαντιαίες προβλήτες στην (αμμώδη) ακτή. Τα απαιτούμενα υλικά ήταν τεράστια σε ποσότητα: Για κάθε λιμένα χρειάζονταν 144.000 τόνοι μπετόν, 85.000 τόνοι έρματος και 106.000 τόνοι χάλυβα[4]

Μελέτες εγκατάστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιτυχία της όλης επιχείρησης στηριζόταν σε επακριβείς και λεπτομερείς τοπογραφικές πληροφορίες τόσο σχετικά με τις παραλίες εγκατάστασης όσο και σχετικά με τις μικρές παράκτιες γαλλικές πόλεις. Ως πρώτο βήμα λήφθηκαν αεροφωτογραφίες, αλλά η βρετανική κυβέρνηση ζήτησε τη βοήθεια του απλού κόσμου, προκειμένου να ληφθούν λεπτομερέστερες πληροφορίες: Κάθε φωτογραφία που είχαν λάβει Βρετανοί πολίτες κατά τις διακοπές τους στις γαλλικές παραλίες και κάθε καρτ-ποστάλ ήταν πολύτιμη. Και πάλι, όμως, οι πληροφορίες κρίθηκαν ανεπαρκείς, καθώς οι τοπικές συνθήκες, όπως η επιφανειακή σύσταση των παραλίων, τυχόν αναχώματα καλυμμένα από το θαλασσινό νερό, οι καταστάσεις της παλίρροιας και άλλα συναφή θέματα και, κυρίως, τα παράκτια οχυρωματικά έργα των Γερμανών, δεν ήταν δυνατό να καλυφθούν από τις φωτογραφήσεις. Ζητήθηκε η συνδρομή των υπηρεσιών κατασκοπείας, καθώς δεν υπήρχαν περιθώρια για σφάλματα. Έτσι, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1944 ο ταγματάρχης Μηχανικού Λόγκαν Σκοτ Μπάουντεν (Logan Scott Bowden) και μια ομάδα ανδρών του επιβιβάστηκαν σε μια μικρή τορπιλάκατο και, κοντά στην ακτή του Λυκ-Συρ-Μερ μετεπιβιβάστηκαν σε σκάφος της υδρογραφικής υπηρεσίας. Ο Μπάουντεν και ο λοχίας Μπρους Όγκντεν - Σμιθ (Bruce Ogden-Smith) βγήκαν κολυμπώντας στην ακτή και συνέλεξαν δείγματα άμμου, ιλύος και χαλίκων, τα οποία αποθήκευαν σε αριθμημένα σωληνοειδή δοχεία. Ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί ώστε να μην αφήσουν κανένα ίχνος της δραστηριότητάς τους, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει την προσοχή των Γερμανών. Η αποστολή τους υπήρξε απόλυτα επιτυχής. Ένα μήνα αργότερα, αυτή τη φορά με μεταφορικό μέσο ένα μικρό υποβρύχιο έγινε παρόμοια αναγνώριση της περιοχής δυτικά του Πορ-αν-Μπεσσέν και της Βιερβίλ και, λίγες εβδομάδες αργότερα, η αποστολή επαναλήφθηκε στην παραλία Όμαχα. Με βάση τις πληροφορίες αυτές κατασκευάστηκαν δύο ομοιώματα υπό κλίμακα, το ένα στο δωμάτιο 474 του "Great Metropole Hotel", το οποίο ήταν κλεισμένο από το Τμήμα Πολέμου και ένα στο πρωθυπουργικό γραφείο. Στην περιοχή του Καίρνρυαν της Σκωτίας έγινε προσπάθεια δημιουργίας των γαλλικών παραλιών (πάντα με βάση τις συλλεγείσες πληροφορίες) ώστε να δοκιμαστεί όσο το δυνατόν επαρκέστερα τόσο η αποτελεσματικότητα των τεχνικών απόβασης όσο και η κίνηση ανδρών και οχημάτων κατά την απόβαση.[1]

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτο στάδιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού ολοκληρώθηκαν οι δοκιμές, εγκρίθηκε η κατασκευή των επιμέρους τμημάτων, που ανέλαβαν περίπου 200 εταιρείες σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο. Η καταρχήν αρμολόγηση άρχισε να γίνεται σε μια λωρίδα γης στο Λέιθ (Leith), ενώ άλλες περιοχές στις οποίες γίνονταν κατασκευές ήταν το Κονγουέι στη Βόρεια Ουαλία και το Καίρνρυαν της Σκωτίας, όπου τις κατασκευές είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο βρετανικός στρατός.[5]

Το "οδόστρωμα" ήταν κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να ρυμουλκηθεί για 100 περίπου μίλια και να αντέξει τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στη Μάγχη κατά τους μήνες του καλοκαιριού. Διέρχονταν από τόξα μήκους 25 περίπου μ. το καθένα, τα οποία στηρίζονταν σε πλωτήρες. Κάθε τέτοιο τόξο στηριζόταν σε βάσεις 25 μ και το οδόστρωμά του είχε πλάτος 3 μ., ενώ το σύνολο ζύγιζε περίπου 30 τόνους. Η όλη κατασκευή παρουσίαζε μεγάλη ευκαμψία που κάθε τμήμα του μπορούσε να περιστραφεί σχηματίζοντας γωνία 40ο με το επόμενο, αλλά η δυνατότητα μεταφοράς παρέμενε η ίδια: Μπορούσε να στηρίξει τα βαρύτερα στρατιωτικά οχήματα με ταχύτητες κίνησης 25 μίλια/ώρα.[5]

Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνταν ένας κυκλικός τομέας", στον οποίο, λόγω και των κυματοθραυστών, τα νερά θα ήταν ήρεμα και θα ήταν δυνατό τα πλοία να εκφορτώσουν στους προβλήτες (αποκλήθηκαν "φάλαινες" (whales)) Οι κυματοθραύστες είχαν, με τη σειρά τους, αποκληθεί "φοίνικες" (phoenix) και έφεραν ένα αντιαεροπορικό πυργίσκο.

Τελική κατασκευή και χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα τα απαραίτητα στοιχεία μεταφέρθηκαν ένα προς ένα στις δύο θέσεις που είχαν επιλεγεί (Αρρομάνς και Σαιν Λωράν συρ Μερ) με τη βοήθεια ρυμουλκών προκειμένου να αρχίσει άμεσα η συναρμολόγηση. Τα πρώτα ρυμουλκά έφθασαν στις ακτές το πρωί της 6ης Ιουνίου και οι ασύρματοί τους συλλαμβάνουν τα σήματα που στέλνονται από την Όμαχα μπιτς, που μιλούν για ισχυρή αντίσταση από γερμανικής πλευράς και αρχικά σε αυτά επικρατεί η εντύπωση ότι η απόβαση φαίνεται να αποτυγχάνει. Ωστόσο, το βράδυ της 6ης Ιουνίου η περιοχή της Αρρομάνς έχει εκκαθαριστεί από εχθρικά πυρά και η συναρμολόγηση του λιμένα αρχίζει με τη δημιουργία του κυματοθραύστη. Η κατασκευή σχεδόν ολοκληρώνεται την επόμενη ημέρα, και το ίδιο συμβαίνει και με το δεύτερο λιμένα στο Σαιν Λωράν. Οι Σύμμαχοι χρησιμοποιούν τους λιμένες αμέσως μόλις η κατασκευή ολοκληρώνεται και η χρήση αυτή συνεχίζεται επί οκτώ συνεχόμενες ημέρες, καθώς το Σερμπούρ και άργησε να καταληφθεί αλλά και οι εγκαταστάσεις του είναι αχρηστευμένες από τις γερμανικές δολιοφθορές.[6]

Στις 19 Ιουνίου, όμως, συμβαίνει το απρόβλεπτο: Ξεσπά στη θάλασσα της Μάγχης μια πολύ ισχυρή θύελλα, ασυνήθιστη σε ένταση γι' αυτή την εποχή του έτους. Οι "εύθραυστες" κατασκευές των λιμένων καταστρέφονται σχεδόν ολοσχερώς και στις δύο θέσεις, Τις μεγαλύτερες ζημιές υφίσταται το, λιγότερο προστατευμένο, λιμάνι της Όμαχα μπιτς, της αμερικανικής ζώνης ευθύνης, και η κατάστασή του κρίνεται μη επισκευάσιμη. Το λιμάνι της Αρρομάνς, στη βρετανική ζώνη ευθύνης, πιο προστατευμένο, καταστράφηκε επίσης, αλλά κρίθηκε επισκευάσιμο. Οι Βρετανοί πράγματι το επισκευάζουν και συνεχίζουν να το χρησιμοποιούν για ένα ακόμη μήνα, με ημερήσια απόδοση 10.000 τόνων υλικού. Το Σερμπούρ έχει καταληφθεί από τις 26 Ιουνίου, αλλά οι επισκευές των δολιοφθορών το κρατούν εκτός υπηρεσίας μέχρι τις 27 Ιουλίου 1944, οπότε και το προσεγγίζουν τα πρώτα συμμαχικά σκάφη. Οι λιμένες Μάλμπερι έχουν επιτύχει το σκοπό τους, την παροχή πολεμικού υλικού και εφοδίων στους επιτιθέμενους, μέχρι να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί ένα από τα μεγάλα λιμάνια της Νορμανδίας: Μεταφέρθηκαν μέσω αυτών περίπου 2,5 εκατομ. στρατιώτες, 500.000 οχήματα κάθε τύπου και 4 εκατ. τόνοι υλικού. Το λιμάνι της Αρρομάνς συνέχισε να χρησιμοποίται μέχρι τις 19 Νοεμβρίου 1944.[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]