Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λαούτο-τσέμπαλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τύπος ανακατασκευασμένου λαούτου-τσέμπαλου

Το λαούτο-τσέμπαλο (γερμ. Lautenklavier, Lautenwerk, Lautenclavicymbel) ήταν πληκτροφόρο όργανο της εποχής Μπαρόκ. Κατασκευαστικά είναι παρόμοιο με το τσέμπαλο, αλλά φέρει εντέρινες χορδές, ενίοτε συμπληρωμένες από ένα υψηλότερο μητρώο (4') μεταλλικών χορδών, που παράγουν ένα ηχητικό χρώμα κοντά σε αυτό του λαούτου[1]. Υπήρξε αγαπημένο όργανο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο οποίος είχε στην κατοχή του δύο, σύμφωνα με την απογραφή των περιουσιακών του στοιχείων, τουλάχιστον ένα από τα οποία κατασκευάστηκε το 1740 κατόπιν υποδείξεών του, από τον Ζαχαρίας Χίλντεμπραντ[2][3]. Αυθεντικά δείγματα δεν έχουν διασωθεί μέχρι τις μέρες μας και τα μοναδικά στοιχεία που μαρτυρούν την ύπαρξή του ανευρίσκονται σε συγγράμματα και εικαστικά έργα της εποχής.

Η αναβίωση του λαούτου-τσέμπαλου στον 20ο αιώνα πιστώνεται κυρίως στον Ούγγρο ερμηνευτή και ειδικό στην Παλαιά Μουσική Γκέργκελυ Σάρκοζυ, καθώς και τον Αμερικανό τσεμπαλίστα Ρόμπερτ Χιλλ, οι οποίοι έχουν εκτεταμένη δισκογραφία στο είδος.

  1. ↑ Don Michael Randel (2003). "Lute harpischord": The Harvard Dictionary of Music, σελ. 476
  2. ↑ Igor Kipnis (2013). "Bach, Johann Sebastian (1685-1750)", The Harpsichord and Clavichord: An Encyclopedia. Taylor & Francis
  3. ↑ Schulenberg, David (2013). The Keyboard Music of J.S. Bach, Taylor & Francis, σελ. 360

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]