Λαγηναρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λαγηναρία
L. siceraria με άγουρη νεροκολοκύθα
L. siceraria με άγουρη νεροκολοκύθα
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Dicotyledoneae)
Τάξη: Κολοκυνθώδη (Cucurbitales)
Οικογένεια: Κολοκυνθοειδή (Cucurbitaceae)
Γένος: Λαγηναρία
(Lagenaria)
Ser.

Συνώνυμα
  • Αδενόπους (Adenopus), Benth.
  • Σφαιροσίκυος (Sphaerosicyos), Hook.f.

Η λαγηναρία ή αδενόπους (λατινική και επιστημονική ονομασία Lagenaria) είναι γένος φυτών της οικογένειας της κολοκυθιάς (τα κολοκυνθοειδή). Περιλαμβάνει 6 είδη, όλα ιθαγενή της τροπικής Αφρικής.[1] Το μακράν γνωστότερο από αυτά τα είδη, και το μόνο που καλλιεργείται από τον άνθρωπο[1], είναι το L. siceraria (κοινώς φλασκιά ή «καλαμπάς»), που για τον λόγο αυτόν εξαπλώθηκε και πέρα από την Αφρική, καθώς παράγει τη γνωστή νεροκολοκύθα ή νεροκολόκυθο. Και τα άλλα είδη παράγουν κολοκύθες που αν κοπούν πρώιμα μπορούν να φαγωθούν ως λαχανικό. Συχνότερα πάντως κόβονται ώριμες, αποξηραίνονται και χρησιμεύουν στην κατασκευή δοχείων για υγρά, αλλά και παραδοσιακών μουσικών οργάνων. Νεροκολοκύθες χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση νερού και άλλων υγρών από την αρχαιότητα. Η ίδια η λατινική ονομασία του γένους προέρχεται από τη λατινική λέξη lagena, που σημαίνει φλασκί ή λαγήνι (ίδια ρίζα, από την αρχαία ελληνική λέξη λάγηνος.[2]

Tα υπόλοιπα είδη του γένους είναι τα παρακάτω:


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Pollinators and biological diversity: the case of the bottle gourd (Lagenaria siceraria) in Kenya», by Morimoto Y., Gikungu M., and Maundu P., έτος 2004. Επίσης, «Notes on Lagenaria and Cucurbita (Cucurbitaceae Αρχειοθετήθηκε 2016-03-04 στο Wayback Machine. του Herwig Teppner, έτος 2004, σελ. 252.
  2. Lagenaria στο The Names of Plants, του David Gledhill, 2008