Κυνόπολις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης της Αρχαίας Αιγύπτου

Κυνόπολις (δηλ. πόλη του σκύλου) ήταν το ελληνιστικό τοπωνύμιο για δύο πόλεις στην Αρχαία Αίγυπτο. Τόσο η άνω Κυνοπόλις όσο και η κάτω Κυνόπολις ήταν επισκοπές στα χριστιανικά χρόνια.[1]

Άνω Κυνόπολις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυνόπολις ήταν το ελληνικό όνομα για την αρχαία αιγυπτιακή πόλη Χαρνταΐ στο δέκατο-έβδομο νομό της Άνω Αιγύπτου,[2] ήταν η τοποθεσία της λατρείας του Άνουβι,[3] μιας θεότητας με μορφή κυνοειδούς. Σύμφωνα με τον Κλαύδιο Πτολεμαίο, η πόλη βρισκόταν σε ένα νησί στο ποτάμι.[4] Ο σύγχρονος οικισμός του Ελ Κάις βρίσκεται τώρα στην περιοχή.[5] Ο νομός της Κυνοπόλεως εκτεινόταν και στις δύο όχθες του Νείλου.[6]

Ένα νεκροταφείο για σκύλους ανακαλύφθηκε στην απέναντι όχθη του Νείλου κοντά στην Αμάθα. Οι γειτονικές πόλεις ήταν αντίπαλες σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο οποίος έγραψε (Περὶ Ἴσιδος, 72) ότι όταν ένας κάτοικος της Κυνοπόλεως έτρωγε ψάρια Οξύρρυγχους, ο λαός της Οξυρρύγχου άρχισε να επιτίθεται σε σκύλους για εκδίκηση, με αποτέλεσμα έναν μικρό εμφύλιο πόλεμο.[7]

Η Κυνόπολις καταστράφηκε από τον αντιβασιλέα της Νουβίας Πανέχσι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ραμσή ΙΑ': οι επιζώντες είχαν υποδουλωθεί.[2]

Η επισκοπή, η οποία κατέστη αόριστη υπό το Ισλάμ, αποκαταστάθηκε θεωρητικά το 1933 ως Λατινική Καθολική τιτουλάρια επισκοπή. Ονομάστηκε Κυνόπολις εν Αιγύπτω. Η επισκοπική έδρα ήταν κενή για αρκετές δεκαετίες, έχοντας τους ακόλουθους κατεστημένους, απ' αμφοτέρων από τους κατώτερους (επισκοπικούς) βαθμούς:

Κάτω Κυνόπολις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρχε μια δεύτερη Κυνόπολις, που αναφέρεται ως Κάτω Κυνόπολις ή Cynum,[8] η οποία βρισκόταν στο νομό Βουσίριδος στην Κάτω Αίγυπτο (δέλτα του Νείλου),[9][10] τώρα το σύγχρονο Μένιετ εμπν Κάσιμπ.[11] Ήταν αναπληρώτρια επισκοπή της Οξυρρύγχου, η Μητροπολιτική Αρχιεπισκοπή και επαρχιακή πρωτεύουσα της ύστερης ρωμαϊκής επαρχίας Αρκαδίας Αιγύπτου.

Η επισκοπή αποκαταστάθηκε θεωρητικά το 1922 ως Λατινική Καθολική τιτουλάρια επισκοπή υπό το όνομα Κυνόπολις. Το 1933 το όνομά της μετατράπηκε σε Κυνόπολις εν Αρκαδία. Η επισκοπική έδρα ήταν κενή για αρκετές δεκαετίες. Οι κατεστημένοι από το 1922 έως το 1968 ήταν:

  • Ρόμπερτ Ντόμπσον (22.08.1922 – 06.01.1942)
  • Άνγκελ Μαρία Οκάμπο Μπέρριο, Ιησουίτες (S.J.) (23.06.1942 – 19.07.1947) ως Βοηθός Επίσκοπος του Σοκόρρο ι Σαν Χιλ (Κολομβία) (23.06.1942 – 19.07.1947), με επιτυχία ως επίσκοπος (19.07.1947 – 06.12.1950), αργότερα Επίσκοπος της Τούνχα (Κολομβία) (06.12.1950 – 20.06.1964), προήδρευσε πρώτα ο Μητροπολίτης Αρχιεπίσκοπος της Τούνχα (20.06.1964 – 20.02.1970), στον ομότιμο Τιτουλάριο Αρχιεπίσκοπο του Καστούλο (20.02.1970 – 10.03.1973)
  • Ιωσήφ Ζάνγκ Ρουν-μπο (張潤波) (20.11.1947 – 10.081949)
  • Ζαν-Μαρσέλ Ροντί (15.02.1956 – 10.04.1968)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Wiltsch (1846), σελίδες 184f
  2. 2,0 2,1 Černý (1975), σελ. 631
  3. Helck (1974), σελ. 113
  4. Lane (2000), σελ. 31
  5. Lane (2000), σελ. 27
  6. Lane (2000), σελ. 248
  7. Sayce και άλλοι (1904), σελ. 77
  8. Wiltsch (1846), σελ. 184
  9. Bingham (2005), σελ. 356
  10. Müller (1877), σελ. 786
  11. Hardouin & Pihan Delaforest (1828), σελ. 464

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bingham, Joseph (2005). The Antiquities of the Christian Church Part 1. Kessinger Publishing. 
  • Černý, J. (1975). «Egypt: from the death of Rameses III to the end of the Twenty-First Dynasty». Στο: I. E. S. Edwards, C. J. Gadd, N. G. L. Hammond & E. Sollberger, επιμ. The Middle East and the Aegean Region, c. 1380–1000 BC. The Cambridge Ancient History. Vol. 2, Part 2 (3rd έκδοση). Cambridge, UK: Cambridge University Press, σελ. 606–657. ISBN 978-0-521-08691-2. 
  • Hardouin, Jean. Pihan Delaforest, Ange Augustin Thomas, επιμ. (1828). Historiae naturalis libri XXXVII By the Elder Pliny. N. E. Lemaire. 
  • Helck, Wolfgang (1974). Die altägyptischen Gaue. L. Reichert. 
  • Lane, Edward William (2000). Description of Egypt: Notes and Views in Egypt and Nubia. American University in Cairo Press. ISBN 977-424-525-3.  The text was written in the 1830s.
  • Müller, Karl Otfried (1877). Strabonis Geographicorum tabulae XV by Strabo, Editore Ambrosio Firmin Didot. 
  • Room, Adrian (2006). Placenames Of The World: Origins and Meanings of the Names for 6,600 Countries, Cities, Territories, Natural Features and Historic Sites. McFarland & Company. 
  • Sayce, Archibald Henry. Maspero, Gaston. McClure, M. L.. King, L. W.. Hall, H. R. (1904). History of Egypt, Chaldea, Syria, Babylonia, and Assyria. Grolier Society. 
  • Wiltsch, Johann Elieser Theodor (1846). Handbuch der kirchlichen Geographie Statistik von den Zeiten der Apostel bis zu dem Anfange des sechszehnten Jahrhunderts. Berlin: Schultze. http://reader.digitale-sammlungen.de/de/fs1/object/display/bsb10137101_00005.html. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 28°29′00″N 30°47′00″E / 28.4833°N 30.7833°E / 28.4833; 30.7833