Κυδώνα Λέσβου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βυζαντινός - οθωμανικός οικισμός στη θέση Κάλαμος μεταξύ των οικισμών Μιστεγνά και Ν. Κυδωνίες της σημερινής Δ. Ε. Λουτρόπολης Θερμής Λέσβου[1]. Σε γραπτές πηγές απαντά ακόμα κι ως Κυδωνία[2] και Τσιδόνα (οθωμ. τουρκ. چىدوﻨﻪ / Çidona)[3]]. Υποθέτουμε επομένως ότι οι κάτοικοί της, όπως και οι σύγχρονοί τους, ονόμαζαν τον οικισμό "Τσιδόνα" ή ακόμα και "Τσ'δόνα", ακολουθώντας έναν από τους άγραφους κανόνες του λεσβιακού/ αιολικού ιδιώματος. Από την άλλη πλευρά, γραπτές αναφορές στα αρχαία χρόνια οδήγησαν ορισμένους ιστορικούς να θεωρήσουν την Κυδωνία τοπωνύμιο θέσης ή περιοχής στο κεντρικό τμήμα της βορειο-ανατολικής ακτής της Λέσβου[4]. Σε κάθε περίπτωση όμως, η έρευνα των ιστορικών στις πηγές δεν έχει συνοδευτεί μέχρι σήμερα από ανάλογης έκτασης αρχαιολογική έρευνα στα υλικά κατάλοιπα του ιστορικού και του προϊστορικού παρελθόντος στην Κυδώνα της Λέσβου.

Δημοτική Ενότητας Λ. Θερμής Δήμου Λέσβου


Αρχαίοι χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεωρώντας την αρχαιολογική έρευνα στη Λέσβο ανεπαρκή στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ορισμένοι ιστορικοί προσπάθησαν να απαντήσουν και στο ζήτημα του ορίου της επικράτειας των πόλεων-κρατών της Μυτιλήνης και της Μήθυμνας. Η πιο ευθεία από τις τρεις κυρίως αναφορές που χρησιμοποίησαν γίνεται στο έργο του Λόγγου Δάφνις και Χλόη και μας φέρνει κατά ένα ανέλπιστο τρόπο στην Κύδωνα που είναι γνωστή κυρίως ως βυζαντινή και μεταβυζαντινή θέση.

Σ’ένα επεισόδιο του διηγήματος του Λόγγου, μια ομάδα Μηθυμναίων στρατιωτών καταφθάνει δια θαλάσσης σε κοντινή απόσταση από τα κτήματα των δύο νεαρών ηρώων του[5]. Εξετάζοντας την απόσταση ή το ταξίδι μιας μέρας από τα κτήματα των δύο νέων ως την πόλη της Μυτιλήνης, ο H. J. Mason συμπεραίνει ότι το σημείο αποβίβασης των Μηθυμναίων στην επικράτεια των Μυτιληναίων πρέπει να τοποθετηθεί στον όρμο του Μακρυγυαλού και πιο συγκεκριμένα κοντά στη θέση Παλιός της σημερινής Δ. Ε. Μανταμάδου. Με βάση όμως τα ίδια δεδομένα, δύο τουλάχιστον ιστορικοί κατέληξαν ότι το όριο των πιο σημαντικών λεσβιακών πόλεων-κρατών πρέπει να τοποθετηθεί αρκετά πιο νότια[6]. Όπως ο P. Green, ο E. L. Bowie επιχειρηματολογεί υπέρ της ιδέας ότι το σημείο όπου αποβιβάστηκαν οι Μηθυμναίοι στο Δάφνις και Χλόη ήταν ο όρμος των Ν. Κυδωνιών.

Η επιχειρηματολογία του Bowie στηρίζεται τόσο σε υπολογισμούς αποστάσεων όσο και σε δύο αναφορές διαφορετικού είδους. Στο Ειδύλλιον του ο Θεόκριτος περιγράφει τον λογοτεχνικό χαρακτήρα του Λυκίδα ως «Κυδωνικόν άνδραν», ενώ στην Φυσική Ιστορία του ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρεται σε μια νησίδα κοντά στη Λέσβο ονόματι Cydonea όπου τρέχει θερμό νερό από μια πηγή μόνο την άνοιξη. Αφού αποσαφηνίσει ότι δεν γίνεται λόγος για την άνυδρη νησίδα που αποκαλείται σήμερα Κυδώνα, ο Bowie συμπεραίνει ότι η Cydonea του Πλίνιου είχε συνδεθεί με ένα παραθαλάσσιο οικισμό ή μια παράκτια περιοχή γνωστή στους περιηγητές και στους συγγραφείς ήδη στην αρχαιότητα χάρι σε μια πηγή θερμών υδάτων.

.

Για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της έρευνας πάνω στην τοπογραφία της Λέσβου κατά την αρχαιότητα, οι εν λόγω ιστορικοί άντλησαν πληροφορίες από ελληνόφωνα και ξενόφωνα έργα που χρονολογούνται από τα βυζαντινά χρόνια ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Αν και δεν παρασύρθηκαν από πορτολάνους και ναυτικούς χάρτες που τοποθετούν μια Chidonia κοντά στις πηγές θερμών υδάτων του Λισβορίου και του Πολιχνίτου, παρέκαμψαν απ’ό,τι φαίνεται το μικρό αλλά κατατοπιστικό πόνημα του Γ. Αρχοντόπουλου, Λέσβος ή Μυτιλήνη όπου γίνεται λόγος για τα «μεταξύ Μηστιγνών και Κυδώνας διαλείποντα θερμά ύδατα» [7]:

« Τα ύδατα ταύτα (τα οποία πότε μεν φαίνονται, πότε δε όχι) αναβρύουσι έκτινος λάκκου• είναι θερμώτατα και άνευ του εκ χειμάρρου ρέοντος ύδατος, δεν δύναται να λουσθή. Λέγεται εις την θέσιν ταύτην υπήρχεν ναός της Αρτέμιδος το πάλαι • μετά ταύτα δε ωνομάσθη Αγία Αικατερίνη»

Μέσοι χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελλιπής αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή της Κυδώνας Λέσβου περιλαμβάνει ως όφειλε δύο τουλάχιστον εξαιρέσεις. Μετά από τον Αναστάσιο Κ. Ορλάνδο, διευθυντή Αναστηλώσεως των Αρχαίων Μνημείων της Ελλάδος (1920-40), ο Σ. Χαριτωνίδης, Έφορος Αρχαιοτήτων στη Λέσβο κατά τη δεκαέτία του 1960, επανήλθε με δημοσιεύσεις του στην επιγραφή υπ’αριθμόν IG XII 2, 446 για την οποίαν είχαν ενδιαφερθεί προηγούμενα ερευνητές διεθνούς ακτινοβολίας όπως οι Α. Κ. Ορλάνδος, Henri Grégoire (1922) και Nahmanson (1908). Από τότε κι ως τουλάχιστον την επίσκεψη Χαριτωνίδη, η επιγραφή «ΜΝΗΜΗ ΜΑΡΙΑΣ» βρισκόταν εντός του ναού που την φιλοξενούσε [8]. Ο ναός κατατάσσεται από αρχιτεκτονικής άποψης στον τύπο του ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Στα ευρήματα αυτά της αρχαιολογικής έρευνας στηρίζονται ερευνητές όπως οι J. Koder, Κ. Λουιζίδης και C. Wright, που ενδιαφέρονται για την βυζαντινή εποχή των νησιών του Αιγαίου και πιο ειδικά για την σύντομη περίοδο των Γατελούζων στη Λέσβο.

Η μάλλον πιο διαδεδομένη υπόθεση περί του βυζαντινού οικισμού της Κυδώνας στηρίζεται σε δύο αλληλοϋποστηριζόμενα δεδομένα: αφενός, στην σταδιακή έξαρση από τον 7ο μ. Χ. αιώνα του φαινομένου της πειρατείας στο Αιγαίο, αφετέρου, στον μικρό οχυρωματικό πύργο ή πύργο-καταφύγιο που βρίσκεται στη βόρεια άκρη του οροπεδίου της Πλάτης Μιστεγνών [9]. Βάσει των δεδομένων αυτών προωθείται η υπόθεση σύμφωνα με την οποία κάτοικοι του οικισμού των Μιστεγνών, ενός οικισμού ορατού από τη θάλασσα, αναζήτησαν ασφαλέστερη θέση κατοίκησης στα βόρεια τους [10]. Πράγματι το ανάγλυφο της περιοχής παρέχει ταυτόχρονα κάλυψη από και θέαση προς το θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Λέσβου και των απέναντι παραλίων, καθώς το επίμηκες οροπέδιο της Πλάτης, με υψόμετρο περίπου τα 150 μ., εξασφαλίζει τον οπτικό έλεγχο της θαλάσσιας κυκλοφορίας αποκρύπτοντας την προς δυσμάς γειτονική κοιλάδα από κάθε διερχόμενο σκάφος. Πέραν όμως της ασφάλειας, το ανάγλυφο του εδάφους παρείχε στους ξεριζωμένους εποίκους σίγουρα πλεονεκτήματα: αρκετές εύφορες εκτάσεις παράλληλα προς τις όχθες του χειμάρρου της Κυδώνας ή του Καλάμου, όπως είναι πλέον περισσότερο γνωστό το ρέμα αυτό που αποθέτει εδώ και αιώνες φερτά υλικά ενώ παρείχε εκείνη την εποχή πόσιμο νερό για αρκετούς μήνες το χρόνο. Έτσι μια μετοίκηση που πιθανά ξεκίνησε ως προσωρινή απάντηση στον κίνδυνο της απώλειας της ζωής ή της μετατροπής της σε εμπόρευμα από το δουλεμπόριο, έγινε σταδιακά μόνιμη ως τις αρχές των νεωτέρων χρόνων.

Όπως δείχνει κι ο Christopher Wright, το oppidum Chidonia ή το φρούριον Κυδωνία ήταν ένα από τα τρία κύρια οχυρά που ήλεγχαν τον θαλάσσιο δρόμο από το ύψος του κάστρου της Μυτιλήνης ως το φρούριο της Κλειούς Christopher Wright, The Gattilusio Lordships and the Aegean World 1355-1462 (Medieval Mediterranean: Peoples, Economies and Cultures, 400-1500), p. xiii. Για αυτόν τον λόγο αναφέρεται σε αρκετούς πορτολάνους και ναυτικούς χάρτες τουλάχιστον μετά από το ταξίδι του Cristoforo Buondelmondi στα 1420-22. Στα τέλη όμως του 16ου αιώνα, το οχυρό της Κυδώνας χαρακτηρίζεται ως mediocre castello, ένα «μέτριο κάστρο» [11]. Ο χαρακτηρισμός αυτός απηχεί βέβαια ως ένα βαθμό τις προτεραιότητες της οθωμανικής διοίκησης στη Λέσβο όπως και τις αργές αλλά σταθερές αλλαγές που συνόδευσαν τη μετάβαση των ακτών του Αιγαίου από την προνεωτερική στην μοντέρνα εποχή.

Νεώτεροι Χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στα πρωτογενή τεκμήρια που διαθέτει μέχρι σήμερα η ιστοριογραφία για τη Λέσβο από την περίοδο της ανασυγκρότησης του οθωμανικού κρατικού μηχανισμού, κεντρική θέση κατέχουν τα κατάστιχα των ετών 1548 και 1671. Κατά τη προετοιμασία του πρώτου που συντάχθηκε για φορολογικούς κυρίως σκοπούς της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, οι υπάλληλοι της απογραφής κατέγραψαν στην «Τσιδόνα» (οθωμ. τουρκ. چىدوﻨﻪ / Çidona) 115 φορολογήσιμες μονάδες από τις οποίες οι 36 είχαν επικεφαλής τους αγάμους (οθωμ. τουρκ., mücerred), οι 15 χήρες (bive) και οι 14 μουσουλμάνους εκ των οποίων 5 κατείχαν ξεχωριστά έκταση που οργώνονταν από 1 ζευγάρι βοδιών (çift), 6 κατείχαν ελάχιστη ή καθόλου γη (bennak) και 3 ήταν άγαμοι [12]. Αποτελώντας μια αριθμητική μόνο μειοψηφία μεταξύ των συγχωριανών τους, οι 14 αυτές μονάδες συνιστούσαν τη μεγαλύτερη συγκέντρωση μουσουλμάνων ανάμεσα στους 19 οικισμούς της επαρχίας Κόρακα όπου υπαγόταν η οθωμανική Κυδώνα. Εξίσου μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει βεβαίως η φορολογήσιμη παραγωγή (el mahsul) του οικισμού (karye). Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται τα 15 κυριότερα είδη από τα οποία τα περισσότερα αποτελούσαν τα βασικά είδη διατροφής για τους ανθρώπους της εποχής.

Karye-i Çidona der nahiye-i Köreke, 11-20/2/1548, ΤΤ 264/1548-50

Φορολογήσιμο Είδος Ποσότητα σε keyl Αξία σε akçe Ιεράρχηση Ειδών βάσει αξίας

   σιτάρι             370       2.960             1
   μούστος            285 medre   855             2
   ελιές              130         780             3
   σύκα                62         372             4
   λινάρι              64 ser     320             5
   κουκιά              33         264             6
   κριθάρι             47         235             7
   ελαιόλαδο          62 milayın  186             8
   βίκος               22         110             9
   βαμβάκι             55 ser     110            10
   κουκούλι            32 lidre    96            11
   χοίροι                          81            12
   μελίσσια                        46            13
   κηπευτικά                       37            14
   ιχθύες                          31            15

Σύνολο 6.483 akçe

Πηγή: Κ. Ε. Καμπουρίδης, Η Λέσβος τον 16ο αιώνα, σελ. 479.

Άποψη της κοιλάδας του Καλάμου (παλαιάς Κυδώνας) όπου κυριαρχεί πλέον η ελιά

Μεταξύ των φορολογητέων δραστηριοτήτων οι υπάλληλοι της απογραφής κατέγραψαν ακόμα 7 μύλους από τους οποίους οι 4 λειτουργούσαν για το άλεσμα σιταριού και οι 3 για το άλεσμα των ελιών για τέσσερις μήνες τον χρόνο. Από άποψη πληθυσμού, η Κυδώνα βρισκόταν στο μέσο όρο των χωριών του καζά της Μυτιλήνης στα 1548.

Στα 123 έτη που πέρασαν ως την επόμενη γνωστή στην έρευνα απογραφή του 1671, ο πληθυσμός της Κυδώνας αυξήθηκε μεν σε πολύ μικρότερο βαθμό από άλλα χωριά του καζά, αλλά σε ποσοστό περίπου διπλάσιο σε σχέση με το ποσοστό των γειτονικών Μιστεγνών που αυξήθηκαν με τον ελάχιστο ετήσιο ρυθμό του 1,13 % [13]. Ερμηνεύοντας την πληθυσμιακή αύξηση, οι ερευνητές παίρνουν υπόψη τους το γεγονός ότι ο πραγματικός πληθυσμός αυξήθηκε ελάχιστα κατά το διάστημα εκείνο των 123 ετών κι υποστηρίζουν το ενδεχόμενο της μετακίνησης πληθυσμών από χωριό σε χωριό κι από τα δυτικά προς τα ανατολικά τμήματα του νησιού. Δίχως όμως αμφιβολία, η πιο σημαντική μεταβολή στον πληθυσμό της Κυδώνας ήταν η ολοκληρωτική αλλαγή της σύνθεσής του. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Σ. Αναγνώστου, βάσει ενός Μητροπολιτικού Κώδικα που χάθηκε εκ των υστέρων, η Κυδώνα υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτου Μυτιλήνης έως στα 1652 [14]. Ενώ όμως 20 χρόνια αργότερα χριστιανοί και μουσουλμάνοι κατοικούν κατ’ισομοιρία στα γειτονικά Μιστεγνά και Θερμή, βάσει της απογραφής του 1671 και τα 129 νοικοκυριά της Κυδώνας είναι μουσουλμανικά[15]. Αν και δεν διαθέτουμε τεκμηριωμένη ερμηνεία για την εξαιρετική αυτή αλλαγή, μπορούμε εντούτοις να την θεωρήσουμε έστω και προσωρινά ως τη βασική αιτία για την αντικατάσταση του τοπωνυμίου της Κυδώνας από το νεώτερο τοπωνύμιο Φρούριο Μπαλτζίκ (τουρκ., Balcık Hisar) στην απογραφή του 1671 [16].

Η εκτιμώμενη κατά 250% αύξηση του πληθυσμού της Κυδώνας κατά το διάστημα 1548- 1671, σίγουρα δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση των κρατικών εσόδων από την αγροτική παραγωγή του χωριού στο ίδιο διάστημα. Τα φορολογικά στοιχεία της απογραφής του 1671 επιτρέπουν όμως να διαφανεί η βαθμιαία εξάπλωση της ελαιοκομίας εις βάρος της σιτοπαραγωγής [17]. Αυτό σημαίνει ασφαλώς ότι η ελλειμματική παραγωγή ενός βασικού είδους διατροφής όπως το σιτάρι, έπρεπε να αντισταθμιστεί με έξωθεν εισαγωγές οι οποίες θα απαιτούσαν ολοένα και περισσότερα έσοδα από άλλους κλάδους όπως η ελαιοκομία, συμβάλλοντας συγχρόνως στον εκχρηματισμό της νησιωτικής οικονομίας και στην απορρόφησή της από τις τότε διεθνείς αγορές. Εν μέσω της αλλαγής αυτής που προϋπέθετε μεταξύ άλλων τη σταδιακή εξάλειψη της πειρατείας από τις θάλασσες του Αιγαίου, δεν θα ήταν τόσο επισφαλής μια υπόθεση περί της βαθμιαίας εγκατάλειψης της κοιλάδας της Κυδώνας ως χώρου κατοίκησης από τους κατοίκους της που μετακινήθηκαν προς την γειτονική νότια απόληξη του οροπεδίου όπου ιδρύθηκε το νεώτερο Μπαλτζίκ. Η εξαφάνιση εντούτοις της Κυδώνας και των χριστιανών της έδωσε από τον 18ο αιώνα πρόσφορο έδαφος για διάφορες εκτιμήσεις κι υποθέσεις ως προς το παρελθόν και την κληρονομιά της.

Άυλη και Υλική Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από τον Αδαμάντιο Κοραή, αρκετοί λόγιοι «διέκριναν» στην κοινή ετυμολογία της Κυδώνας και των Κυδωνιών (Αϊβαλί) μια μετακίνηση κατοίκων από τα λεσβιακά στα ακριβώς απέναντι μικρασιατικά παράλια. Στον Σ. Αναγνώστου (1850) για παράδειγμα διαβάζουμε τα εξής: «οι κάτοικοι αυτής της Κυδώνος ή Κυδωνίας, Χριστιανοί, προ δύο ήμισυν ή και επέκεινα εκατονταετηρίδων, ως μη υποφέροντες των τότε συνοικούντων Τούρκων τας καταπιέσεις και καταδυναστείας, μεταβάντες οι μεν εις τα άλλα Χωρία της Νήσου (όπου ευρίσκονται μέχρι του νυν οικογένειαι Κυδωνιάται λεγόμεναι και εξ αυτής καταγόμεναι), οι δε πλειότεροι απέναντι επί της Ασίας, έδωκαν (ως νομίζω εγώ χωρίς να διισχυρίζωμαι), και την πρώτην καταγωγήν αυτοί, καθώς και το όνομα της μετέπειτα ανθησάσης, επί δε της ελληνικής επαναστάσεως καταστραφείσης (1821 Ιουνίου 3), και τα νυν υπαρχούσης πάλιν (μετά την επισυμβάσασαν ελεεινήν και παντελήν καταστροφήν της), πόλεως των Κυδωνιών».

Αν και στα παραπάνω μπορεί κάλλιστα να διακρίνει κανείς την επιρροή ενός πρωτεργάτη του ελληνικού εθνικισμού όπως ο A. Κοραής[18], οι καταμαρτυρούμενες καταπιέσεις δεν μπορούν να απορριφθούν ως αβάσιμες καταγγελλίες δεδομένων πληροφοριών όπως αυτών που σώζονται σε οθωμανικές αρχειακές πηγές, π.χ. στα Rakka Ahkâm Defterleri που αφορούν στην περίοδο μετά το 1746 [19]. Αντίθετα όμως με το παραπάνω ιστορικό του Σ. Αναγνώστου κινείται η πιο διαδεδομένη αφήγηση για τον τερματισμό της κατοίκησης της Κυδώνας από χριστιανούς: « το χωρίον […] εκ σεισμού κατεστράφη και εσκορπίσθησαν οι κάτοικοι εις Αγίαν Παρασκευήν, Μανδαμάδον, Μηστεγνά και εις το αντίκρυ μέρος της Ανατολής» [20].

Τοπογραφικός Χάρτης Πολιτιστικής Κληρονομιάς Βυζαντ. - Οθωμανικής Κυδώνας
Πυκνή βλάστηση σε τμήμα του μονοπατιού της παλιάς Κυδώνας

Στις μέρες μας ένα σημαντικό μέρος των ιδιωτικών και δημοσίων υποδομών της βυζαντινής – οθωμανικής Κυδώνας σώζεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό χωρίς ωστόσο τα εν λόγω υλικά κατάλοιπα να είναι επισκέψιμα. Ξεκινώντας από το δίκτυο μετακίνησης ανθρώπων και μεταφοράς προϊόντων, αξίζει να αναφερθούμε στο μονοπάτι που συνέδεε την κοιλάδα με την ακτή της Κυδώνας καθώς λιθόστρωτα τμήματά του και λιθόκτιστες γέφυρες σώζονται σε καλή κατάσταση. Το μονοπάτι που ξεκινά από την επαρχιακή οδό Μυτιλήνης - Μανταμάδου, λίγο πριν από τη διαστάυρωση της Σκάλας Νέων Κυδωνιών, οδηγεί στον ερειπωμένο πλέον ναό του Αγ. Νικολάου και διαχωρίζεται μετά από μια μικρή απόσταση σε δύο κύριες κατευθύνσεις: προς την κατεύθυνση, αφενός, του ύστερου Μπαλτζικ (αργότερα Ν. Κυδωνιών) και του υδρόμυλου του Ντανάκ, αφετέρου προς την κατεύθυνση των Μιστεγνών. Παίρνοντας αυτή την κατεύθυνση μπορεί κάποιος να αναζητήσει εντός της κοίτης του χειμάρρου τις λαξευμένες πέτρες που εξυπηρετούσαν στη λήψη θερμών λουτρών. Συνεχίζοντας όμως τον δρόμο προς τα Μιστεγνά, θα συναντήσει τον κυλινδρικό ανεμόμυλο που σώζεται κατά ένα μεγάλο τμήμα του στη νότια απόληξη του οροπεδίου της Πλάτης. Κατά τα λοιπά, η κοιλάδα της παλιάς Κυδώνας/ σήμερα του Καλάμου είναι όπως κι άλλες περιοχές της Λέσβου κατάφυτη από παλιές αγροτικές υποδομές όπως ξεροτρόχαλες αναβαθμίδες (σέτια), λιθόκτιστες αγροικίες ή αποθήκες (ντάμια), ληνούς και πηγάδια .

Αναμφίβολα, η επαναφορά σε χρήση του μονοπατιού κι οι μικρές αποστάσεις μεταξύ των μνημείων που αυτό συνδέει, θα έδιναν τη δυνατότητα στον επισκέπτη να περιηγηθεί στην ιστορία, στη μακρά διάρκεια και στις αλλαγές που γνώρισε η ύπαιθρος στη Μεσόγειο από το τέλος της βυζαντινής εποχής ως τι μέρες μας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αξιώτη, Μάκη (1992). Περπατώντας τη Λέσβο. Μυτιλήνη. σελίδες 151–152. 
  2. Κίμων Λουιζίδης (2003). Η Βυζαντινή Λέσβος (330-1355). Ιωάννινα. σελ. 198. 
  3. Ε. Καμπουρίδης, Κωνσταντίνος (2016). Η Λέσβος τον 16ο αιώνα: Οικονομία και Πληθυσμός. Θεσσαλονίκη. σελίδες 79, 479–80. 
  4. Bowie, E. L. (1985). «Theocritus’ Seventh Idyll, Philetas and Longus”». Classical Quarterly 35 (i),: 67-91. 
  5. Mason,, H. J. (1993). «"Mytilene and Methymna: quarrels, borders and topography",». Echos du Monde Classique/Classical Views XXXVII, n.s. 12,: 225-50. 
  6. Green, Peter (1982). «“Longus, Antiphon and the topography of Lesbos”,». , JHS 102: 210-214. 
  7. Αρχοντόπουλου, Γεωργίου (1894). Λέσβος ή Μυτιλήνη ήτοι συνοπτική ιστορία πασών των πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων,. Μυτιλήνη,. σελ. 44. 
  8. Τάξη, Ο. Στ. (1994) [1909]. Συνοπτική ιστορία και τοπογραφία της Λέσβου, (ανατύπωση 1994). Μυτιλήνη (Κάιρο). σελ. 94. 
  9. Koder, Johannes (1998). Aigaion Pelagos (Die nördliche Ägäis) (= Tabula Imperii Byzantini. 10 = Österreichische Akademie der Wissenschaften. Philosophisch-Historische Klasse. Denkschriften. 259). Wien. σελίδες 115, 203. 
  10. Λουιζίδης, Κίμων (2003). Η βυζαντινή Λέσβος (330-1355), [ αδημοσίευτη διδ. διατριβή],. Ιωάννινα. σελ. 79. 
  11. Koder, Johannes. όπως παραπάνω. 
  12. Ε. Καμπουρίδη, Κωνσταντίνου (2016). Η Λέσβος τον 16ο αιώνα. Οικονομία και Πληθυσμός. Το οθωμανικό κατάστιχο της απογραφής του 1548. Θεσσ/νίκη. σελ. 79-81. 
  13. Ν. Καρύδης - Kiel, Δημήτρης - Machiel (2000). Μυτιλήνης αστυγραφία και Λέσβου χωρογραφία (15ος - 19ος αιώνας). Αθήνα. σελ. 142. 
  14. Άναγνώστου, Σταυράκης (1850). Η Λεσβίας Ώδή. Σμύρνη. σελίδες 155–156. 
  15. Καρύδης - Kiel, Δημήτρης - Machiel. όπως παραπάνω. σελ. 144. 
  16. Payzın, Levent (2008). XVIII. yüzyılda Midilli adası, [= Η νήσος Λέσβος κατά τον 18ο αιώνα, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διατριβή]. Aydın [Αϊδίνι]. σελ. 22. 
  17. Καρύδης - Kiel, Δημήτρης - Machiel. όπως παραπάνω. σελ. 14. 
  18. Anderson, Benedict (2006). Imagined Communities. Reflections on the Origin and the Spread of Nationalism. London - N. York. σελ. 72. 
  19. Payzın, Levent. όπως παραπάνω. σελ. 33. 
  20. Τάξη, Ο. Στ. όπως παραπάνω. σελ. 94. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1 Αξιώτης, Μάκης (1992). Περπατώντας στη Λέσβο. Μυτιλήνη, σελ. 150-2.

2 Λουιζίδης, Κίμων (2003). Η Βυζαντινή Λέσβος (330-1355). Ιωάννινα, διδ. διατριβή, σελ. 198 και Ε. Καμπουρίδης, Κωνσταντίνος (2016). Η Λέσβος τον 16ο αιώνα: Οικονομία και Πληθυσμός. Θεσσαλονίκη, σελ. 79 και 479-80.

3 H. J. Mason, «Mytilene and Methymna: quarrels, borders and topography», Echos du Monde Classique/Classical Views XXXVII, n.s. 12, 1993, pp. 225-50 και E. L. Bowie, “Theocritus’ Seventh Idyll, Philetas and Longus”, Classical Quarterly 35 (i), 1985, pp. 67-91. H. J. Mason, 1993, ό.π.

4 H. J. Mason, «Mytilene and Methymna: quarrels, borders and topography», Echos du Monde Classique/Classical Views XXXVII, n.s. 12, 1993, pp. 225-50

5 Peter Green, “Longus, Antiphon and the topography of Lesbos”, JHS 102 (1982), 210-214 και E. L. Bowie, 1985, ό.π.

6 Γ. Αρχοντόπουλου, Λέσβος ή Μυτιλήνη ήτοι συνοπτική ιστορία πασών των πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων, Μυτιλήνη, 1894, σελ. 44.

7 πρβλ. Στ. Τάξη, Συνοπτική ιστορία και τοπογραφία της Λέσβου, 1909 (ανατύπωση 1994), σελ. 94 και Μ. Αξιώτη, 1992, ό.π., σελ. 152.

8 J. Koder, Aigaion Pelagos (Die nördliche Ägäis) (= Tabula Imperii Byzantini. 10 = Österreichische Akademie der Wissenschaften. Philosophisch-Historische Klasse. Denkschriften. 259). Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften, Wien 1998, p. 115 and p. 203.

9 Κ. Λουιζίδης, Η βυζαντινή Λέσβος (330-1355), διδ. διατριβή, Ιωάννινα, 2003, σελ. 79

10 J. Koder,1998 ,ό.π.

11 Κωνσταντίνου Ε. Καμπουρίδη, Η Λέσβος τον 16ο αιώνα. Οικονομία και Πληθυσμός. Το οθωμανικό κατάστιχο της απογραφής του 548, 2016, σσ. 79-81.,

12 βλ. Δ. Ν. Καρύδης - M. Kiel, Μυτιλήνης αστυγραφία και Λέσβου χωρογραφία (15ος - 19ος αιώνας), 2000, σελ. 142

13 βλ. Σταυράκης Άναγνώστου, Ή Λεσβίας Ώδή, Σμύρνη. 1850, σσ. 155-156.

14 βλ. Δ. Ν. Καρύδης - M. Kiel, 2000, ό.π., σελ. 144.

15 βλ. L. Payzın, XVIII. yüzyılda Midilli adası, μεταπτυχιακή διατριβή, Aydın, 2008, σελ. 22.

16 Δ. Ν. Καρύδης - M. Kiel, 2000, σελ. 14.

17 βλ. B. Anderson, Imagined Communities. Reflections on the Origin and the Spread of Nationalism, 2006, p. 72.

18 L. Payzın, 2008, σελ. 33.

19 βλ. για παράδειγμα Γ. Αρχοντόπουλου, 1894, σελ. 43 και Σ. Τάξη, 1909, σελ. 94.