Κουρεσάαρε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Κουρέσααρε)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 58°15′N 22°29′E / 58.250°N 22.483°E / 58.250; 22.483

Κουρεσαάρε
Kuressaare linnus, vaade põhjast.jpg
Kuressaare lipp, 2010.jpg
Σημαία
Kuressaare coatofarms.png
Έμβλημα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Κουρεσαάρε
Χώρα Εσθονία Εσθονία
Διοικητική υπαγωγή Saaremaa Rural Municipality[1]
Ίδρυση 1154
Έκταση 14,95 τετραγωνικό χιλιόμετρο
Υψόμετρο m
Πληθυσμός 13 166 (2011)[2]
Ταχ. κωδ. 93813
Ζώνη ώρας UTC+02:00
Ιστότοπος Επίσημη ιστοσελίδα
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Κουρεσάαρε (Kuressaare, προφορά: [ˈkuresˑ'sɑːre]), γνωστό και ως Άρενσμπουργκ, είναι πόλη και δήμος στο νησί Σάαρεμαα, στην Εσθονία. Είναι έδρα της κομητείας Σάαρε και η δυτικότερη πόλη στην Εσθονία. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, έχει 13.166 κατοίκους.[3] Η πόλη βρίσκεται στις όχθες του κόλπου της Ρίγας και εξυπηρετείται πέρα από λιμάνι και από αεροδρόμιο.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορική ονομασία Άρενσμπουργκ[4] (από τα Μέσα Υψηλά Γερμανικά και τη λέξη α(α)ρ, η οποία σημαίνει αετός, θυρευτής). Το κάστρο και ο αετός, σύμβολο του Άγιου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, απεικονίζονται και στο έμβλημα του Κουρεσσάρε. Η πόλη, η οποία αναπτύχθηκε γύρω από το οχυρό, ήταν ταυτόχρονα γνωστή ως Άρενσμπουργκ και Κουρεσααρελίν. Το δεύτερο όνομα είναι συνδυασμός του Κουρέσααρε, μια παλιά ονομασία για τη νήσο Σάαρεμαα και την κατάληξη λιν, η οποία σημαίνει πόλη.[5] Εν τέλη, το όνομα της πόλης μίκρυνε σε Κουρεσάαρε.[5] Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής κυριαρχίας, η πόλη ονομάστηκε Κινγκισέπα, από τον Εσθονό μπολσεβίκο Βίκτορ Κίνγκισεπ, ο οποίος είχε γεννηθεί στην πόλη, και εκτελέστηκε το 1922. Το όνομα Κουρεσάαρε αποκαταστάθηκε το 1990.[5]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νήσος Σααρεμάα κατακτήθηκε από το Τάγμα των Αδελφών του Ξίφους υπό την αρχηγία του Φόλκβιν του Νάουμπουργκ το 1227. Το τάγμα συγχωνεύθηκε με το Τευτονικό Τάγμα λίγα χρόνια αργότερα.[6] Η πρώτη καταγραφή του κάστρου γίνεται σε κείμενα γραμμένα στα λατινικά το 1381 και το 1422. Με την πάροδο του χρόνου γύρω από το κάστρο αναπτύχθηκε και άκμασε μια πόλη, η οποία έγινε γνωστή ως Άρενσμπουργκ ή Κουρεσααρελίν.[5] Έγινε έδρα της επισκοπής Έσελ-Βικ το 1228, ως τμήμα της Terra Mariana.[7]

Ο Γιόχαν φον Μυνχάουζεν, επίσκοπος από το 1542, έγινε προτεστάντης. Με την προέλαση του στρατού του τσάρου Ιβάν Δ΄ κατά τη διάρκεια του Λιβονικού Πολέμου, πούλησε τα εδάφη του στον βασιλιά Φρειδερίκο Β΄ της Δανίας το 1559 και επέστρεψε στη Γερμανία. Ο Φρειδερίκος έστειλε το νεαρότερο αδελφό του, πρίγκιπα Μάγκνους, στο Κουρεσάαρε, όπου εξελέγη επίσκοπος τον επόμενο χρόνο. Εκείνος έδωσε στην πόλη πολιτικό συμβούλιο, με πρότυπο εκείνο της Ρίγας το 1563.[4] Η επισκοπή εκκοσμικεύθηκε το 1572 και το Κουρεσάαρε ανήκε πλέον στο στέμμα της Δανίας.

Το 1645, πέρασε σε σουηδικό έλεγχο με τη συνθήκη του Μπρέμσεμπρο, μετά την ήττα των Δανών στον πόλεμο Τόρστενσον.[4] Η βασίλισσα Χριστίνα της Σουηδίας έδωσε στον αγαπημένο της Μάγκνους Γκάμπριελ ντε λα Γκαρντί τον τίτλο του κόμη του Άρενσμπουργκ, το όνομα με το οποίο ήταν γνωστή τότε η πόλη. Το Κουρεσάαρα πυρπολήθηκε από τα ρωσικά στρατεύματα το 1710 κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Βορείου Πολέμου και υπέφερε από την πανώλη.[8] Εγκαταλήφθηκε από τους Σουηδούς και ενσωματώθηκε στο κυβερνείο της Λιβονίας από τη Ρωσική Αυτοκρατορία με τη συνθήκη του Νίσταντ το 1721.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το Κουρεσάρε έγινε δημοφιλές παραθαλάσσιο θέρετρο στις ακτές της Βαλτικής. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1917, οι Γερμανοί προχώρησαν σε απόβαση στη Σααρεμάα με την επιχείρηση Αλβιών. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κοντά στη πόλη έλαβε χώρα η μάχη του Τεχουμάρντι.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεσαιωνικό επισκοπικό κάστρο του Κουρεσάαρε σήμερα στεγάζει το μουσείο της Σααρεμάα. Το κάστρο κτίστηκε αρχικά από ξύλο ανάμεσα στο 1338 και το 1380, αν και ορισμένες πηγές ισχυρίζονται ότι το οχυρό κατασκευάστηκε για πρώτη φορά το 1260.[9][10] Το δημαρχείο της πόλης κατασκευάστηκε αρχικά το 1654 και σήμερα έχει αποκατασταθεί, διατηρώντας τα κλασσικιστικά και μπαρόκ χαρακτηριστικά του. Τη δεκαετία του 1960 αποκαταστάθηκε η σκάλα από δολομίτη στην κύρια πρόσοψη. Η εκκλησία του αγίου Νικολάου κατασκευάστηκε το 1790.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. metaweb.stat.ee/get_classificator_file.htm?id=4412334&siteLanguage=et. Ανακτήθηκε στις 4  Νοεμβρίου 2017.
  2. Εσθονική απογραφή 2011. pub.stat.ee/px-web.2001/Dialog/varval.asp?ma=PC003&lang=1. Ανακτήθηκε στις 14  Ιουλίου 2014.
  3. REL 2011: EESTI ELANIKKOND KOONDUB SUUREMATE LINNADE ÜMBER
  4. 4,0 4,1 4,2 Bes, Lennart. Frankot, Edda. Brand, Hanno (2007). Baltic Connections: Denmark, Estonia, Finland, Germany. BRILL, σελ. 178. ISBN 978-90-04-16431-4. https://books.google.com/books?id=ZYSfMk22m-YC&pg=PA178. Ανακτήθηκε στις 4 June 2012. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Pospelov, p. 28
  6. Kjaergaard, Thorkild (1994). Castles around the Baltic Sea: the illustrated guide. Castle Museum, σελ. 64. ISBN 978-83-86206-03-2. https://books.google.com/books?id=df8WAQAAIAAJ. Ανακτήθηκε στις 4 June 2012. 
  7. Murray, Alan V. (2001). Crusade and conversion on the Baltic frontier, 1150–1500. Ashgate, σελ. 11. ISBN 978-0-7546-0325-2. https://books.google.com/books?id=vXVoAAAAMAAJ. Ανακτήθηκε στις 4 June 2012. 
  8. 8,0 8,1 Taylor, Neil (17 August 2010). Bradt Estonia. Bradt Travel Guides, σελ. 255. ISBN 978-1-84162-320-7. https://books.google.com/books?id=k8wBpziAbrQC&pg=PA255. Ανακτήθηκε στις 4 June 2012. 
  9. O'Connor, Kevin (2006). Culture And Customs of the Baltic States. Greenwood Publishing Group, σελ. 207. ISBN 978-0-313-33125-1. https://books.google.com/books?id=8Dl2i1Fkd_cC&pg=PA207. Ανακτήθηκε στις 4 June 2012. 
  10. Jarvis, Howard. Ochser, Tim (2 May 2011). DK Eyewitness Travel Guide: Estonia, Latvia & Lithuania. Dorling Kindersley, σελ. 32. ISBN 978-1-4053-6063-0. https://books.google.com/books?id=r3HAJH39SP4C&pg=PA32. Ανακτήθηκε στις 4 June 2012. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]