Καύνιοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι Καύνιοι ήταν κάτοικοι της Καρίας που αναφέρονται από τον Ηρόδοτο.

Ο Ηρόδοτος τους θεωρεί αυτόχθονες, αν και οι ίδιοι ισχυρίζονταν πως έλκειαν την καταγωγή από την Κρήτη. Σημείωνει πως παρόλο που είχαν αφομοιωθεί γλωσσικά με τους κατοίκους της περιοχής (ή το αντίστροφο), είχαν έθιμα πολύ διαφορετικά. Για παράδειγμα παραθέτει το έθιμό τους να μαζεύονται σε φιλικές συντροφιές ανδρών, γυναικών και παιδιών και να πίνουν. Σχετικά με τη θρησκευτική τους παράδοση αναφέρεται ότι έχτισαν ναούς αφιερωμένους σε ξένους θεούς, στη συνέχεια όμως στράφηκαν εκ νέου στους θεούς των προγόνων τους. Αρματώθηκαν όσοι άνδρες μπορούσαν να φέρουν όπλα και έφτασαν μέχρι τα σύνορα της Καλύνδου χτυπώντας τον αέρα με τα ακόντιά τους, λέγοντας πως διώχνουν με αυτόν τον τρόπο τους ξένους θεούς[1].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ηροδότου , Ἱστοριῶν πρώτη ἐπιγραφόμενη Κλειώ, 172, οἱ δὲ Καύνιοι αὐτόχθονες δοκέειν ἐμοὶ εἰσί, αὐτοὶ μέντοι ἐκ Κρήτης φασὶ εἶναι. προσκεχωρήκασι δὲ γλῶσσαν μὲν πρὸς τὸ Καρικὸν ἔθνος, ἢ οἱ Κᾶρες πρὸς τὸ Καυνικόν (τοῦτο γὰρ οὐκ ἔχω ἀτρεκέως διακρῖναι ), νόμοισι δὲ χρέωνται κεχωρισμένοισι πολλὸν τῶν τε ἄλλων ἀνθρώπων καὶ Καρῶν. τοῖσι γὰρ κάλλιστον ἐστὶ κατ᾽ ἡλικίην τε καὶ φιλότητα εἰλαδὸν συγγίνεσθαι ἐς πόσιν, καὶ ἀνδράσι καὶ γυναιξὶ καὶ παισί. 2 ἱδρυθέντων δέ σφι ἱρῶν ξεινικῶν, μετέπειτα ὥς σφι ἀπέδοξε, ἔδοξέ δὲ τοῖσι πατρίοισι μοῦνον, χέασθαι θεοῖσι, ἐνδύντες τὰ ὅπλα ἅπαντες Καύνιοι ἡβηδόν, τύπτοντες δόρασι τὸν ἠέρα, μέχρι οὔρων τῶν Καλυνδικῶν εἵποντο, καὶ ἔφασαν ἐκβάλλειν τοὺς ξεινικοὺς θεούς.

[1.172.1] Οι Καύνιοι κατά τη γνώμη μου είναι ντόπιοι· οι ίδιοι όμως ισχυρίζονται ότι ήρθαν από την Κρήτη. Όσον αφορά τη γλώσσα τους, εξομοιώθηκαν με το καρικό έθνος ή οι Κάρες με το καυνικό (πάνω σ᾽ αυτό δεν είμαι σε θέση να μιλήσω με βεβαιότητα). Τα έθιμα που έχουν όμως είναι πολύ διαφορετικά κι από των άλλων ανθρώπων κι από τους Κάρες. Το πιο ωραίο γι᾽ αυτούς είναι να μαζεύονται παρέες παρέες, ανάλογα με την ηλικία και με τη φιλία που τους δένει, και να πίνουν — άνδρες, γυναίκες, παιδιά. [1.172.2] Επειδή κάποτε χτίσαν στον τόπο τους ξένα ιερά κι αργότερα άλλαξαν γνώμη (αποφάσισαν δηλαδή να κρατήσουν μόνον τους θεούς των πατέρων τους), φόρεσαν τα όπλα τους όλοι οι Καύνιοι που είχαν την κατάλληλη ηλικία, και χτυπώντας με τα δόρατά τους τον αέρα έφτασαν ώς τα σύνορα των Καλυνδέων — και ισχυρίζονται πως έτσι έδιωχναν τους ξένους θεούς.