Κατεχολαμίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι κατεχολαμίνες αποτελούν σημαντική κατηγορία ορμονών που συμμετέχουν στις βιοχημικές και φυσιολογικές διεργασίες των ζωικών οργανισμών.

Περιλαμβάνουν την επινεφρίνη (ή αδρεναλίνη), η οποία παράγεται κυρίως από τον μυελό των επινεφριδίων, τη νορεπινεφρίνη (ή νοραδρεναλίνη), η οποία συναντάται στις νευρικές απολήξεις, και την ντοπαμίνη, που βρίσκεται κυρίως στα βασικά γάγγλια του κεντρικού νευρικού συστήματος. Τα επινεφρίδια παράγουν μεγάλες ποσότητες κατεχολαμινών σε συνθήκες στρες.

Μόλις απελευθερώνονται στην κυκλοφορία του αίματος, οι κατεχολαμίνες αυξάνουν τον καρδιακό παλμό, την αρτηριακή πίεση, τον ρυθμό αναπνοής και την πνευματική διεγερσιμότητα. Επίσης, προκαλούν μείωση στη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων του δέρματος (αγγειοσυστολή), διαστολή των βρόγχων στους πνεύμονες (βρογχοδιαστολή) και αύξηση της ροής του αίματος προς τα κύρια όργανα, όπως ο εγκέφαλος, η καρδιά και τα νεφρά, μεταξύ άλλων δράσεων. Το ποσοστό τους στο αίμα και στα ούρα αυξάνεται σημαντικά σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενειών καθώς και κατά τη διάρκεια φυσικής και διανοητικής άσκησης. Πολλά φαρμακευτικά σκευάσματα (ρεζερπίνη, ιπρονιαζίδη, γουανεθιδίνη, παργυλίνη κ.ά.) επιδρούν στη σύνθεση, στην απελευθέρωση, στην απόθεση και στον μεταβολισμό των κατεχολαμινών και χρησιμοποιούνται για να ενισχύουν ή να μειώνουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.