Καταρράκτης (ναυτικό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Στη ναυτική ορολογία καταρράκτης ονομάζεται ειδική ασφαλιστική και στεγανή θύρα που φέρεται σε εσωτερικό διάφραγμα (=μεταλλικό τοίχωμα) πλοίου (κοινώς μπουλμέ) που διαχωρίζει δύο στεγανά διαμερίσματα.

Την ονομασία αυτή φέρουν οι συγκεκριμένες αυτές θύρες επειδή η λειτουργία τους είναι κάθετη, δηλαδή κλείνουν η ανοίγουν από πάνω προς τα κάτω ή αντίστροφα. Οι καταρράκτες των πλοίων δεν φέρουν γιγλιμούς (γλωσσίδια), όπως φέρουν άλλες θύρες, η δε κίνησή τους επιτυγχάνεται με ατέρμονα κοχλία δια του οποίου κινείται περικόχλιο που φέρεται σταθερά στα πλευρά του καταρράκτη, παρασύροντας αυτόν σε κάθετη κίνηση.

Σήμερα οι καταρράκτες των πλοίων που φέρονται συνήθως στο μηχανοστάσιο, λεβητοστάσιο, αντλιοστάσιο και σε άλλους χώρους κάτω από το κύριο κατάστρωμα, με κύριο σκοπό την πρόληψη ή τον περιορισμό τυχόν διαρροών ή κατάκλισης θάλασσας, λειτουργούν με αυτοματισμό εφόσον ενεργοποιηθεί το σύστημα ασφαλείας. Σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος λειτουργούν όπως παραπάνω μηχανικά.

Οι καταρράκτες των πλοίων ένεκα της σπουδαιότητάς τους περιλαμβάνονται στα σωστικά μέσα των πλοίων, η δε καλή λειτουργία αυτών ελέγχεται στις διενεργούμενες επιθεωρήσεις, (περιοδικές ή έκτακτες) από τους νηογνωμόνες ή τις Λιμενικές Αρχές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]