Καταδρομικό κλάσης Capitani Romani

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το Scipione Africano
Το Chateaurenault (πρώην Attilo Regolo).
Το San Marco (πρώην Giulio Germanico) το 1959.

Τα ελαφρά καταδρομικά της κλάσης Capitani Romani σχεδιάστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1930 για το Ιταλικό Βασιλικό Ναυτικό (Regia Marina) προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα μεγάλων διαστάσεων ταχέα αντιτορπιλικά των κλάσεων Le Fantasque και Mogador που ενέτασσε τότε σε υπηρεσία το Γαλλικό Ναυτικό. Παραγγέλθηκαν δώδεκα καταδρομικά στα τέλη του 1939, όμως μόνο τέσσερα από αυτά ολοκληρώθηκαν τελικά (τα τρία πριν από την συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943). Όλα έλαβαν ονόματα μεγάλων προσωπικοτήτων από την ρωμαϊκή ιστορία.[1]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σκάφη της κλάσης ταξινομούνταν αρχικά ως «ωκεανοπόρα αναγνωριστικά» (ιταλικά: Esploratori Oceanici), παρόλο που κάποιοι συγγραφείς θεωρούν πως επρόκειτο για βαρέα αντιτορπιλικά.[2][3] Μεταπολεμικά δύο από τα σκάφη που παρέμειναν σε υπηρεσία επαναταξινομήθηκαν ως ναυαρχίδες στολίσκων (ιταλ. caccia conduttori).

Επρόκειτο για ελαφρά πλοία με ελάχιστη θωράκιση, ισχυρό προωστικό σύστημα και βαρύ οπλισμό. Το προωστικό σύστημα απέδιδε έως και 93,210 kW (124,997 hp), δηλαδή ισχύ που επαρκούσε ακόμα και για βαρέα καταδρομικά της τάξεως των 17.000 τόννων, με συνέπεια τα Capitani Romani να μπορούν να φτάσουν σε ταχύτητα τους 40 κόμβους (ακόμα και 41 ή 43 κόμβους κατά την διάρκεια των θαλάσσιων δοκιμών, ανάλογα με τις πηγές).[1] Ο κύριος οπλισμός αποτελούνταν από οκτώ πυροβόλα των 135 mm, ενώ ήταν εγκατεστημένοι και οκτώ τορπιλοσωλήνες των 533 mm. Η μέγιστη ταχύτητα με φορτίο και εξοπλισμό για πολεμικές επιχειρήσεις ήταν μικρότερη κατά έναν έως πέντε κόμβους,[4][5][6] παρέμενε όμως ιδιαίτερα υψηλή.

Επιχειρησιακή ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνον το Scipione Africano συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μάλιστα ήταν εξοπλισμένο με ραντάρ EC.3 Gufo,[7] ιταλικής κατασκευής. Τη νύχτα της 17ης Ιουλίου 1943 το καταδρομικό εντόπισε τέσσερις βρετανικές τορπιλακάτους ενώ διέσχιζαν με μεγάλη ταχύτητα τα στενά της Μεσσήνης.[8] Κατάφερε να βυθίσει μία εξ αυτών, την MTB 316, καθώς και να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην MTB 313,[9][10][11] με την επίθεση να διαρκεί μόλις τρία λεπτά.[8] Αρκετοί Βρετανοί ναυτικοί έχασαν την ζωή τους.[12][13] Το Scipione Africano υπέστη ελαφρές ζημιές όταν γερμανικές παράκτιες πυροβολαρχίες άνοιξαν πυρ εναντίον του λίγο αργότερα. Στις 9:46 AM έφτασε στο ναύσταθμο του Τάραντα. Η υψηλή ταχύτητα πλεύσης του θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης.[14] Μαζί με το παλαιό καταδρομικό Luigi Cadorna πόντισαν ναρκοπέδια στον κόλπο του Τάραντα και στον Σκυλλητικό κόλπο το διάστημα 4ης-17ης Αυγούστου.[15]

Το Attilio Regolo τορπιλίστηκε από το βρετανικό υποβρύχιο HMS Unruffled στις 7 Νοεμβρίου 1942 και παρέμεινε σε δεξαμενισμό για πολλούς μήνες προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες επισκευές.[16] Επειτα από την συνθηκολόγηση, κρατήθηκε στην Μινόρκα.[17]

Κατάλογος πλοίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέσσερα από τα πλοία διαλύθηκαν για σκραπ πριν από την καθέλκυση τους και άλλα πέντε πέρασαν ανολοκλήρωτα στην κατοχή των Γερμανών τον Σεπτέμβριο του 1943. Και τα πέντε βυθίστηκαν εβρισκόμενα σε λιμένες, όμως ένα ανελκύστηκε και ολοκληρώθηκε. Τέλος τρία σκάφη εντάχθηκαν σε υπηρεσία με το Ιταλικό Βασιλικό Ναυτικό πριν από την συνθηκολόγηση του 1943.[1]

Μεταπολεμική χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Attilo Regolo και Scipione Africano, που μετονομάστηκαν σε Chateaurenault και Guichen αντίστοιχα, δόθηκαν στην Γαλλία ως πολεμικές αποζημιώσεις. Στα 1951-54 πραγματοποιήθηκε ριζική ανακατασκευή τους. Τελικά παροπλίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960.[1]

Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Giulio Germanico και Pompeo Magno μετονομάστηκαν σε San Marco και San Giorgio αντιστοίχως και παρέμειναν σε υπηρεσία με το Ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό (Marina Militare). Στα 1951-55 εκσυγχρονίστηκαν με αμερικανικής προελεύσεως ραντάρ και οπλισμό,[1] ενώ το San Marco τροποποιήθηκε εκ νέου στα 1963-65 προκειμένου να αξιοποιηθεί ως εκπαιδευτικό. Τελικά παροπλίστηκε το 1971, για να το ακολουθήσει το 1980 το San Giorgio.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Bishop (2002), σελ. 489.
  2. Shipbuilding & marine engineering international, Volume 106, Whitehall Press, 1983, page 388
  3. Sadkovich, James (1990). Reevaluating major naval combatants of World War II. Greenwood Press, σελ. 132. ISBN 0-313-26149-0. 
  4. Gardiner & Brown (2004), σελ. 65.
  5. McMurtrie, Francis E.. Jane's Fighting Ships of World War 2. Tiger Books International, σελ. 168. ISBN 0517679639. 
  6. Whitley, M. J. (1996). Cruisers of World War Two: An International Encyclopedia. Naval Inst. Pr.. ISBN 978-1557501417. 
  7. Swords, Séan (1986). Technical history of the beginnings of radar. History of technology series Radar, Sonar, Navigation and Avionics. 6. P. Peregrinus on behalf of the Institution of Electrical Engineers, σελ. 129. ISBN 0-86341-043-X. 
  8. 8,0 8,1 De Pellegrini Dai Coi, Maurizio (January 2012). «Scipione: posto di combattimento» (στα it). Rivista Marittima (Marina Militare): 28–40. 
  9. Pope, Dudley (1998). Flag 4: The Battle of Coastal Forces in the Mediterranean 1939–1945. Chatham Publishing, σελ. 121-122. ISBN 1-86176-067-1. 
  10. Fioravanzo, Giuseppe (1970) (στα it). Le azioni navali in Mediterraneo dal 1° aprile 1941 all'8 settembre 1943. Ufficio Storico della Marina Militare, σελ. 468-469. 
  11. Baroni, Piero (2007) (στα it). La guerra dei radar: il suicidio dell'Italia 1935/1943. Greco & Greco, σελ. 187. ISBN 8879804316. 
  12. Kindell, Don. «1st–31st July 1943». naval-history.net. http://www.naval-history.net/xDKCas1943-07JUL.htm. 
  13. Naval-History.net
  14. Green, Jack. Massignani, Alessandro (1998). The Naval War in the Mediterranean, 1940–1943. London: Chatam Publishing. ISBN 1-885119-61-5. 
  15. Cocchia, Aldo (1966). La Marina italiana nella seconda guerra mondiale, volume 18. Ufficio Storico della Marina Militare, σελ. 397. 
  16. Bragadin, Marc'Antonio (1957). The Italian Navy in World War II. Annapolis: United States Naval Institute, σελ. 241. ISBN 0-405-13031-7. 
  17. Tomlin, Barbara (2004). With utmost spirit: Allied naval operations in the Mediterranean, 1942–1945. University Press of Kentucky, σελ. 241. ISBN 0-8131-2338-0. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gardiner, Robert. Brown, David K. (2004). The eclipse of the big gun: the warship 1906-1945. Conway Maritime Press. ISBN 0-85177-953-0. 
  • Bishop, Chris (2002). The Encyclopedia of Weapons of WWII: The Comprehensive Guide to Over 1,500 Weapons Systems, Including Tanks, Small Arms, Warplanes, Artillery, Ships, and Submarines. Sterling Publishing Company, Inc.. ISBN 1-58663-762-2. 
  • Chesnau, Roger, επιμ. (1980). Conway's All the World's Fighting Ships 1922–1946. Conway Maritime Press. ISBN 0-85177-146-7. 
  • Fraccaroli, Aldo (1968). Italian warships of World War 2. London: Ian Allan, σελ. 9–10. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Capitani Romani-class cruiser (έκδοση 715894838) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).