Κάστρο Χόχενσαλτσμπουργκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κάστρο Χόχενσαλτσμπουργκ
Hohensalzburg Castle.jpg
Είδος στρατιωτικό μουσείο, οχυρό και κάστρο[1]
Διεύθυνση Mönchsberg 34[1] και Mönchsberg 34, 5020 Salzburg[2]
Γεωγραφικές Συντεταγμένες 47°47′42″N 13°2′50″E
Διοικητική υπαγωγή Σάλτσμπουργκ και Σάλτσμπουργκ[1]
Χώρα Αυστρία[1]
Έναρξη κατασκευής 1077
Ιδιοκτήτης Αυστρία
Προστασία Προστατευόμενο μνημείο[1]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

Το Κάστρο Χόχενσαλτσμπουργκ (γερμανικά: Festung Hohensalzburg‎, με ακριβή μετάφραση "Υψηλό Φρούριο του Σάλτσμπουργκ") βρίσκεται στην κορυφή του Φέστουνγκσμπεργκ, ενός μικρού λόφου στην αυστριακή πόλη του Σάλτσμπουργκ. Χτισμένο κατόπιν σχετικής πρωτοβουλίας των Πριγκίπων-Αρχιεπισκόπων του Σάλτσμπουργκ με μήκος 250 μέτρων και πλάτος 150 μέτρων, είναι ένα από τα μεγαλύτερα μεσαιωνικά κάστρα της Ευρώπης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις πρώτες απεικονίσεις του κάστρου προς το 1460, από το εγχειρίδιο Schedel'sche Weltchronik.

Η ανέγερση του φρουρίου ξεκίνησε το 1077 υπό τον Αρχιεπίσκοπο Γκέμπχαρντ φον Χέλφενσταϊν. Ο αρχικός του σχεδιασμός περιελάμβανε μόνο μία βασική αμυντική οχύρωση αποτελούμενη από ένα ξύλινο τείχος. Κατά την περίοδο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Αρχιεπίσκοποι του Σάλτσμπουργκ ήσαν ήδη πολιτικές προσωπικότητες με σημαντική εξουσία και προχώρησαν στην επέκταση του κάστρου ώστε να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Η διαμάχη του Γκέμπχαρντ με τον Γερμανό Αυτοκράτορα Ερρίκο Δ΄ στη διάρκεια της Διαμάχης των Χειροτονιών έπαιξε ρόλο στην επέκταση του κάστρου, καθώς ο Αρχιεπίσκοπος πήρε το μέρος του Πάπα Γρηγορίου Ζ΄ και του Γερμανού αντιβασιλέα Ρούντολφ φον Ράινφελντεν. Το κάστρο σταδιακά επεκτάθηκε στη διάρκεια των επόμενων αιώνων. Τα δακτυλιδωτά τείχη και οι πύργοι ανεγέρθηκαν το 1462 υπό τον Πρίγκηπα-Αρχιεπίσκοπο Μπούρκχαρντ Β΄ φον Βάισπριαχ.

Ο Πρίγκηπας-Αρχιεπίσκοπος Λέονχαρντ φον Κόιτσαχ στη διάρκεια της βασιλείας του από το 1495 έως το 1519 επέκτεινε περαιτέρω το κάστρο. Ο σύμβουλός του Μάταους Λανγκ φον Βέλενμπουργκ, ο οποίος αργότερα διαδέχτηκε τον Λέονχαρντ, το 1515 έγραψε μια περιγραφή του Ράισζουγκ, μιας παλαιάς και πρωτόγονης μορφής του τελεφερίκ η οποία διευκόλυνε την μεταφορά εμπορευμάτων στην ανώτερη αυλή του κάστρου. Η γραμμή αυτή ακόμη υφίσταται, αν και σε πιο εξελιγμένη μορφή της, ενώ το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για την αρχαιότερη μορφή σιδηροδρομικής μεταφοράς παγκοσμίως.[3][4]

Η μοναδική φορά κατά την οποία το κάστρο βρέθηκε υπό καθεστώς πολιορκίας ήταν στη διάρκεια του Γερμανικού Πολέμου των Χωρικών το 1525, όταν μία ομάδα μεταλλωρύχων, αγροτών και αστών προσπάθησαν να εκδιώξουν τον Πρίγκηπα-Αρχιεπίσκοπο Μάταους Λανγκ, ωστόσο απέτυχαν να καταλάβουν το κάστρο. Το 1612 ο αποπεμφθείς Αρχιεπίσκοπος Βολφ Ντότριχ φον Ράιτεναου απεβίωσε, όντας φυλακισμένος στις φυλακές του κάστρου. Στη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου, ο Αρχιεπίσκοπος Κόμης Πάρις φον Λόντρον ενίσχυσε την άμυνα της πόλης, συμπεριλαμβανομένου του Χόχενσαλτσμπουργκ. Προχώρησε στην προσθήκη αρκετών αμυντικών οχυρώσεων στο κάστρο, όπως η πυριτιδαποθήκη και πρόσθετα φυλάκια. Το φρούριο παραδόθηκε χωρίς προηγούμενη μάχη στις Γαλλικές δυνάμεις που βρίσκονταν υπό την ηγεσία του στρατηγού Ζαν Βικτόρ Μαρί Μορώ στη διάρκεια του Ναπολεόντειου Πολέμου της Δεύτερης Συμμαχίας το 1800, ενώ ο τελευταίος Πρίγκηπας-Αρχιεπίσκοπος Κόμης Ιερόνυμους φον Κολορέντο αναζήτησε καταφύγιο στην Βιέννη. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας, αποθηκευτικός χώρος και μπουντρούμι προτού εγκαταλειφθεί ως στρατιωτικό φυλάκιο το 1861.

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κάστρο Χόχενσαλτσμπουργκ ξεκίνησε να ανακαινίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα και σταδιακά άρχισε να αποτελεί σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο μαζί με το τελεφερίκ Φέστουνγκσμπαν, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν το 1892, και το οποίο συνέδεε την πόλη με το Χάσενγκραμπενμπαστεϊ. Θεωρείται σήμερα ως ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα στην Ευρώπη.

Στις αρχές του 20ού αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, στην οποία κρατούνταν Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και Ναζί ακτιβιστές (πριν το Άνχσλους με την Γερμανία) στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930.

Το Κάστρο Χόχενσαλτσμπουργκ πρόσφατα επιλέχθηκε ως κύρια απεικόνιση για το αυστριακό επετειακό νόμισμα του Αββαείου του Νόνμπεργκ το οποίο κόπηκε στις 5 Απριλίου 2006. Αυτό ήταν το πρώτο νόμισμα της σειράς με τίτλο "Μεγάλα Αββαεία της Αυστρίας". Αναπαριστά το βενεδικτίνικο Αββαείο του Νόνμπεργκ. Στην κορυφή του λόφου που βρίσκεται στο φόντο, το κάστρο και η εκκλησία Κάγιετανερ είναι ορατά. Επίσης, το 1977 το Αυστριακό Νομισματοκοπείο κυκλοφόρησε νόμισμα με αφορμή την 900ή επέτειο του Κάστρου Χόχενσαλτσμπουργκ.

Εσωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερικός προαύλιος χώρος με φόντο το Hohe Stock και το Παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου.

Το φρούριο αποτελείται από διάφορες πτέρυγες και προαύλιο χώρο. Τα διαμερίσματα του Πρίγκηπα-Αρχιεπισκόπου βρίσκονταν στο επονομαζόμενο "Hoher Stock" (υψηλό όροφο).

Ταύρος του Σάλτσμπουργκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Krautturm (πύργος της πυρίτιδας) φιλοξενεί ένα μεγάλο αερόφωνο με περισσότερους από 200 σωλήνες, το οποίο είναι γνωστό και ως "Ταύρος του Σάλτσμπουργκ" (Salzburger Stier). Το μεγάλο αυτό μεταλλικό όργανο κατασκευάστηκε το 1502 από τον Αρχιεπίσκοπο Λέονχαρντ φον Κόιτσαχ. Ανακαινίσθηκε από τον Ρόκους Έγκενταχερ το 1735.

Από την Κυριακή των Βαΐων και ως τις 31 Οκτώβρη, ο "Ταύρος του Σάλτσμπουργκ" ηχεί σε καθημερινή βάση στις 7, 11 και 18 ώρα. Το αερόφωνο ξεκίνησε την συνήθεια του παίξιμου των μουσικών κωδώνων στην Ρέζιντενζπλατς, προτού βάλει τέλος σε αυτήν.

Ένα από τα σημαντικότερα βραβεία καμπαρέ της Αυστρίας έχει λάβει την ονομασία του από αυτό.

Χρυσή Αίθουσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με εκκίνηση το 1498, ο Αρχιεπίσκοπος Λέονχαρντ φον Κόιτσαχ προχώρησε στην εγκατάσταση των δωμάτων διακυβέρνησης στον τρίτο όροφο. Τα δώματα τα οποία χρησίμευαν ως οικία του Αρχιεπισκόπου βρίσκονταν έναν όροφο παρακάτω. Τα δώματα διακυβέρνησης χρησιμοποιούνταν αρχικά ως χώρος συνεδριάσεων και τέλεσης εορτών. Η Χρυσή Αίθουσα ήταν πλούσια διακοσμημένη και καταδεικνύει το γεγονός ότι το φρούριο χρησίμευε στους Αρχιεπισκόπους όχι μονάχα ως καταφύγιο σε καιρούς κρίσης, αλλά αρκετά συχνά και ως κατοικία μέχρι και τον 16ο αιώνα.

Με στόχο να έχει στη διάθεσή του περισσότερο χώρο, ο Αρχιεπίσκοπος Λέονχαρντ φον Κόιτσαχ προχώρησε στην τοποθέτηση τεσσάρων μεγάλων μαρμάρινων στύλων στον δεξιό εξωτερικό τοίχο, ενώ στη συνέχεια πρόσθεσε μια λότζια. όπως και στα υπόλοιπα δωμάτια, η οροφή είναι φατνωμένη, με κάθε φάτνωμα να είναι διακοσμημένο με χρυσά κουμπιά τα οποία συμβόλιζαν τα αστέρια του ουρανού.

Η μήκους 17 μέτρων δοκός, η οποία υποστηρίζει την οροφή, είναι άξια αναφοράς. Ο θυρεός του Λέονχαρντ φον Κόιτσαχ μαζί με αυτούς της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, των ισχυρότερων γερμανικών πόλεων και επισκοπών που σχετίζονταν με το Σάλτσμπουργκ, είναι σχεδιασμένες επάνω της.

Έκθεση Φωτογραφιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Monuments database. 18  Αυγούστου 2017. tools.wmflabs.org/heritage/api/api.php?action=search&format=json&srcountry=at&srlanguage=de&srid=60894.
  2. www.salzburg-burgen.at/de/kontakt-presse/. Ανακτήθηκε στις 12  Ιανουαρίου 2019.
  3. Kriechbaum, Reinhard (2004-05-15). «Die große Reise auf den Berg» (στα Γερμανικά). der Tagespost. http://www.die-tagespost.de/Archiv/titel_anzeige.asp?ID=8916. Ανακτήθηκε στις 2009-04-22. 
  4. «Der Reiszug - Part 1 - Presentation». Funimag. Ανακτήθηκε στις 2009-04-22. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 47°47′42″N 13°02′50″E / 47.79500°N 13.04722°E / 47.79500; 13.04722