Ιερή πορνεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ως ιερή ή θρησκευτική πορνεία εννοείται η πρακτική της σεξουαλικής επικοινωνίας για θρησκευτικό σκοπό. Ο άντρας ή η γυναίκα που εμπλέκεται σε μια τέτοια πρακτική ονομάζεται ιερόδουλος, αν και η σύγχρονη απόδοση του όρου στα κοινωνικά της συμφραζόμενα είναι δυνατόν να προκαλεί σύγχυση ως προς την ακριβή έννοια του όρου.

Μέχρι την δεκαετία του '70 η ιερή πορνεία θεωρούνταν από κάποιους ερευνητές ως ένας από τους κύριους παράγοντες που διαμόρφωσαν ή βοήθησαν στη διαμόρφωση της συνάθροισης μεγάλων κοινοτήτων και την μετουσίωσή τους σε πόλεις-κράτη[εκκρεμεί παραπομπή]. Τούτος ο κοινωνικός ρόλος της πορνείας απεικονίζεται πιθανώς καλύτερα στο έπος του Γκιλγκαμές, που γράφτηκε μεταξύ του 1800 και 1600 Π.Κ.Ε. Αναφέρεται επίσης στον "απωλεσθέντα παράδεισο", ως πρωταρχική κατάσταση του ανθρώπου που ήταν ικανός να επικοινωνεί με τα άγρια ζώα και να επικοινωνεί ειρηνικά με το ευρύτερο περιβάλλον του.

Σήμερα όμως οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί αμφισβητούν αν όντως υπήρξε ποτέ αυτό που σήμερα αποκαλούμε «ιερή πορνεία»[1][2][3] και θεωρούν πως πρόκειται για έναν ιστορικό μύθο που αποσκοπούσε στο να μειώσει ορισμένους ξένους πολιτισμούς και λαούς.[4][5][6][7][8]

Ιεροί Πόρνοι και Πόρνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πόρνος (θηλ. πόρνη) ονομάζεται το άτομο που προχωρά σε σεξουαλική συνεύρεση με χρηματικό αντάλλαγμα.[9][10] Η «ιερή πορνεία» αναφέρεται σε μία πρακτική των ιερέων και ιερειών διαφόρων θεοτήτων γονμότητας που εικάζεται πως με αυτον τον τρόπο συγκέντρωναν χρηματικούς πόρους για τη λατρεία των θεοτήτων αυτών[8] αν και γενικά δεν θεωρείται ότι έχει υπάρξει ποτέ ως ιστορικό φαινόμενο.[1][2][3][4][5][6][7][8]

Σήμερα πάρχει η γενικευμένη εντύπωση ότι «ιερές πόρνες» ήταν μόνο γυναίκες και ότι ήταν όλες οι ιέρειες των θεοτήτων γονιμότητας αν και στα αρχαία κείμενα οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν αυτά τα άτομα δεν έχουν συγκεκριμένο φύλο ούτε συνδέουν τον ρόλο τους απαραίτητα με κάποια σεξουαλική δραστηριότητα.[8][11] "Ένα «απίθανο ποσοστό του πληθυσμού από τη Μεσοποταμία και τη Συρία-Καναάν πρέπει να ήταν είτε κοσμικές είτε θρησκευτικές πόρνες κάποιου είδους», έγραψε η Μπέατρις Μπρουκς το 1941[12] αλλά συνήγαγε τα συμπεράσματα της από τα κείμενα των αρσενικών κυρίως μελετητών της εποχής, που δέχτηκαν ασυζητητί την έννοια «ιερές πόρνες ή πόρνες των ναών».[2] Σύμφωνα με εκείνους, οι ιέρειες των ναών, συγκέντρωναν τα αναγκαία για τη συντήρηση του ναού, συμμετέχοντας τακτικά σε σεξουαλικές επαφές με αντάλλαγμα κάποιου είδους πληρωμή στους ναούς τους. Ειδικά οι γυναίκες ακόλουθοι της Ινάννα-Ιστάρ, της μεσοποτάμιας θεάς της σεξουαλικότητας και της αγάπης, θεωρούνταν αυτόματα ύποπτες τέτοιας συμπεριφοράς.[2]

Στο δέκατο ένατο αιώνα, οι λόγιοι μελετητές της Μεσοποταμίας θεωρούσαν ότι επρόκειτο περί πολιτισμού «αφέλειας και πρωτόγονης σεξουαλικής ελευθερίας». Αργότερα, ακαδημαϊκοί της νέας τότε σχολής της ανθρωπολογίας, όπως ο Τζέιμς Φρέιζερ (James Frazer), ο συγγραφέας του Χρυσού Κλώνου, παρουσίασαν τις «οργιαστικές ιεροτελεστίες των λατρειών γονιμότητας. Το αποτέλεσμα ήταν ο μύθος της λατρείας της γονιμότητας που έγινε αποδεκτός από τους μελετητές. Βέβαια σε τούτη την άποψη της ιερής πορνείας βοήθησαν αρκετές από τις αρχαίες πηγές, όπως η εβραϊκή Βίβλος, έλληνες συγγραφείς όπως ο Ηρόδοτος, ο Στράβων, ο Λουκιανός και οι πρώιμοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι οποίοι επηρέασαν τα μέγιστα ύστερους συγγραφείς αν και στα αρχαία σουμεριακά κείμενα δεν υπάρχει κάτι που να υποστηρίζει την ιδέα ότι οι γυναίκες της Ασσυρίας ή της Βαβυλώνας έκαναν κάτι τέτοιο.[3]

Μέχρι πρόσφατα οι περισσότεροι μελετητές θεωρούσαν –ορισμένοι τη θεωρούν ακόμα- δεδομένη ενώ δεν ξεχώριζαν ανάμεσα στην τελετουργική σεξουαλική επαφή και στη σεξουαλική επαφή με χρηματικό αντάλλαγμα όμως η πρώτη δεν αποτελεί πορνεία, ακόμα και αν είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση χρηματικών πόρων για λατρετικούς σκοπούς, αλλά αποτελούσε πράξη θρησκευτικής λατρείας.[13] Η έννοια της «ιερής πορνείας» γεννήθηκε από την «ανικανότητα των αντρών ερευνητών να φανταστούν οποιονδήπτε ιερατικό ρόλο για τις γυναίκες στην αρχαιότητα που δεν περιλάμβανε σεξουαλική συνεύρεση».[14]

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι πολλοί οι μύθοι που αναφέρονται στην ιερή πορνεία κατά την αρχαιότητα και κάποιοι από αυτούς στηρίζουν την υπόθεση της κοινωνικοποίησης μέσω του μύθου της γονιμότητας.Σύμφωνα με τον ασσυροβαβυλωνιακό μύθο, ο άγριος άνθρωπος Ενκίντου ζούσε στη στέππα, έξω από την πόλη Ουρούκ του Γκιλγκαμές. Εκεί ζούσε αρμονικά με τα ζώα και κατέστρεφε τις παγίδες των κυνηγών. Οι εξαγριωμένοι κυνηγοί συγκεντρώθηκαν ενώπιον του Γκιλγκαμές, για να σχεδιάσουν την αιχμαλωσία του Ενκίντου. Αντί άλλων ο Γκιλγκαμές τους υπέδειξε να στείλουν μια κασιντού ή χαριμτού, ιερή πόρνη δηλαδή, να τον σαγηνεύσει. Μία ιερή πόρνη συμφωνεί να το πράξει και όταν εμφανίζεται ο Ενκίντου, εκείνη ξαπλώνει αποκαλύπτοντας το γυμνό κορμί της. Ο Ενκίντου κάνει έρωτα μαζί της για τις επόμενες έξι ημέρες και επτά νύκτες. Μετά από αυτή την εμπειρία ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί να επικοινωνήσει πλέον με τα άγρια ζώα, που φεύγουν μακριά του, αλλά έχει κερδίσει σε σοφία και κατανόηση. Βρίσκει την χαριμτού και ζητά συμβουλή για τι πρέπει να κάνει. Εκείνη τον συμβουλεύει να πάει στην πόλη, προκειμένου να τον συστήσει στον Γκιλγκαμές. Όμως, πρέπει πρώτα να μάθει να συμπεριφέρεται στην αυλή του βασιλιά κι εκείνη προσφέρεται να τον διδάξει τους τρόπους με τους οποίους είναι δυνατόν να ενταχθεί και να λειτουργήσει σε έναν διαφορετικό, αστικό τρόπο ζωής.

Με τη σειρά του ο Ηρόδοτος επιβεβαιώνοντας με τον δικό του αρνητικό τρόπο τούτη την πρακτική, αναφέρει : "[…]ήταν οι Αιγύπτιοι εκείνοι που θεώρησαν προσβολή ενάντια στην ευσέβεια τη σεξουαλική επαφή με τις γυναίκες στους ναούς, ή την είσοδο στον ναό μετά από σεξουαλική επαφή, χωρίς τον αναγκαίο καθαρμό. Δύσκολα σε οποιοδήποτε έθνος, εκτός από τους Αιγύπτιους και Έλληνες μπορεί να συναντήσει κανείς τέτοιον ενδοιασμό, καθώς όλοι σχεδόν θεωρούν από αυτή την άποψη ότι οι ανδρες και οι γυναίκες δεν είναι διαφορετικοί από τα ζώα, τα οποία είτε κτήνη είναι είτε πτηνά, διαρκώς ζευγαρώνουν στους ναούς και τους ιερούς τόπους[…]».Όσον αφορά στους Βαβυλώνιους, ο Ηρόδοτος αναφέρει ένα «εντελώς επαίσχυντο» έθιμο σύμφωνα με το οποίο κάθε γυναίκα «μια φορά στη ζωή της» είχε επαφή κοντά στο ναό της Αφροδίτης (Ιστάρ) με τον πρώτο ξένο που έριχνε «ασημένιο νόμισμα» στο περίζωμά της. Ομοίως, ο Λουκιανός περιέγραψε την τιμωρία των γυναικών που αρνούνταν να ξυρίσουν τα κεφάλια τους εις ένδειξη πένθους για τον Άδωνι: «έστω και για μία ημέρα αυτές [έπρεπε] να πουλήσουν την ομορφιά τους … [σε μια] αγορά … ανοικτή για τους ξένους μόνο και η πληρωμή [ γινόταν ] προσφορά στην Αφροδίτη [ Αστάρτη ]».

Ειδικά για τα αρχαία ελληνικά κείμενα έχει διατυπωθεί η άποψη πως οι αναφορές στην «ιερή πορνεία» των Μεσοποτάμιων και άλλων λαών αποσκοπούσαν στο να καταδείξουν την «ανωτερότητα των Ελλήνων» έναντι των βαρβάρων και λειτουργούσαν ως αποτρεπτικοί μύθοι που έδειχναν τα αρνητικά αποτελέσματα αν οι γυναίκες δεν περιορίζονταν ηθικά και κοινωνικά όπως στην Ελλάδα.[3] Οι χριστιανοί συγγραφείς επίσης κατηγορούσαν τους εθνικούς ότι επέτρεπαν τα όργια προς τιμήν της Αφροδίτης, τον τελετουργικό προγαμιαίο έρωτα, και την λατρευτική πορνεία.

Μεσοποταμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπόθεση ότι η «ιερή πορνεία» όχι μόνο είχε εμφανιστεί, αλλά συνέβαινε στα πλαίσια των λατρειών γονιμότητας, προέκυψε από τη σκόπιμη διασύνδεση στην εβραϊκή βίβλο της λέξης καντές (qadesh) [θηλ. κεντεσά (qedeshah)], «ιερός ή καθαγιασμένος άνθρωπος»[15], με την «ιερή πορνεία» και τη λέξη zonah που σημαίνει πόρνη.[16] Κάποιοι ερευνητές αμφισβητούν ακόμα και τη μετάφραση της λέξης zonah ως «πόρνη».[1] Αυτοί οι τίτλοι δεν εμφανίζονται πολύ συχνά στην εβραϊκή Βίβλο, καθώς τα παραδείγματα είναι λιγοστά. Προφανώς, οι περισσότεροι μελετητές δεν διέκριναν μεταξύ του τελετουργικού έρωτα και του επ' αμοιβή έρωτα. Όμως, ο τελετουργικός έρωτας δεν θα καθιερωνόταν ως πορνεία, ακόμα κι αν η πράξη παρήγαγε προσφορές για έναν ναό, αλλά μάλλον θα θεωρείτο πράξη λατρείας.[13]

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι υπήρχε μια σημαντική κατηγορία θρησκευτικών λειτουργών που αποκαλείτο qedeshah στην Καναάν. Διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος να απαξιώνει η Βίβλος στα συγκεκριμένα βιβλία της τέτοιες γυναίκες. Η λειτουργία τους στη Καναανιτή θρησκεία δεν είναι γνωστή, αλλά ήταν «καθαγιασμένες γυναίκες», πιθανώς ιέρειες.[17] Όταν άρχισαν να ερμηνεύονται τα αρχεία της Ουγκαρίτ της Συρίας, γρήγορα έγινε εμφανές ότι η ουγκαριτική θρησκεία ήταν παρόμοια με την καναανιτική θρησκεία που δυσφημίστηκε στην εβραϊκή Βίβλο.[14] Ανακαλύφθηκαν χιλιάδες πήλινες πινακίδες χρονολογημένες στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού, (1300-1200 Π.Κ.Ε.), που περιείχαν, ανάμεσα σε άλλα, καταλόγους θεοτήτων, προσφορών και θρησκευτικών λειτουργών. Κανένας από τους τίτλους που αναφέρονται δεν είναι ξεκάθαρα στο θηλυκό γένος αλλά μπορεί να εννοούσαν και γυναίκες αν γραμματικά το θηλυκό γένος των λέξεων περιλαμβάνονταν στο αρσενικό.[11] Επίσης, οι λέξεις που μεταφράστηκαν αργότερα ως «πόρνες» ή «ιερές πόρνες» εμφανίζονται συνήθως στα κείμενα δίπλα στη λέξη «ιερείς» και στην πραγματικότητα ήταν άτομα (όχι αποκλειστικά γυναίκες) υψηλού στάτους που μπορούσαν να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια και να καταλάβουν αξιώματα[11] ενώ δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να συνδέει αυτά τα άτομα με κάποιον σεξουαλικό ρόλο ή με την «ιερή πορνεία»[8][11].

Εξαίρεση αποτελούσε στη Μεσοποταμία η εντού, μία ιέρεια της θεάς Ινάννα, που σύμφωνα με τα έθιμα έπρεπε να έχει τελετουργική σεξουαλική επαφή με τον βασιλιά[18][19] προκειμένου εκείνος να αποκτήσει την «πολύτιμη γονιμότητά της, τη δύναμή της και την σεξουαλική ορμή της»[20]. Αυτή η πρακτική ονομάζονταν «Ιερός Γάμος»[8] αλλά δεν είμαστε σίγουροι αν περιλάμβανε όντως πραγματικούς ανθρώπους ή αγάλματα που έκαναν συμβολικά σεξ[21] αν και ο Ντάγκλας Φρέιν ισχυρίσθηκε ότι στα πρώιμα χρόνια τουλάχιστον αυτότο τελετουργικό θα πρέπει να πραγματώνονταν από πραγματικούς ανθρώπους[19]. Όμως αυτή η ιέρεια εντού είχε πολύ υψηλό στάτους και δεν ήταν πόρνη αλλά αντίθετα έπρεπε να ακολουθεί «αυστηρούς ηθικούς κανόνες».[21]

Αρχαία Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιερή πορνεία θεωρούνταν ότι ασκείτο ευρέως στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα στους ναούς της Αφροδίτης, στην Κύπρο, τον τόπο που γεννήθηκε η θεά, και την Κόρινθο. Στην Κόρινθο μάλιστα ήταν γνωστή ως «Αφροδίτη η εταίρα». Ο Στράβων τον 1ο π.Χ. αιώνα αναφέρει ότι χίλιες ιερές πόρνες εργάζονταν στον ναό της εκεί, ενώ τον ίδιο αριθμό αναφέρει και για το όρος Έρυξ στη Σικελία. Αλλά στις ύστερες περιόδους του ελληνικού κόσμου οι υπερήφανες ιέρειες της αγάπης φαίνεται ότι αντικαθιστούνταν στις περισσότερες περιπτώσεις από σκλάβες. Στην Κύπρο οι φιλολογικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι πριν από το γάμο όλες οι γυναίκες υποχρεώνονταν στο παρελθόν από το έθιμο να εκδίδονται σε ξένους στο άδυτο της θεάς. Παρόμοια έθιμα επικρατούσαν σε πολλά μέρη της δυτικής Ασίας. Όποιο και αν ήταν το κίνητρο, η πρακτική δεν θεωρείτο σαφώς οργιαστική εκδήλωση της σφοδρής επιθυμίας, αλλά σοβαρό θρησκευτικό καθήκον που εκτελείτο στην υπηρεσία εκείνης της μεγάλης θεάς της δυτικής Ασίας της οποίας όνομα το ποίκιλε, ενώ ο τύπος της παρέμεινε σταθερός, από τόπο σε τόπο. Στην Πάφο σύμφωνα με τον μύθο η συνήθεια της θρησκευτικής πορνείας λέγεται πως καθιερώθηκε από το βασιλιά Κινύρα, και ότι την άσκησαν οι κόρες του, οι αδελφές του Άδωνι, οι οποίες, έχοντας υποστεί την οργή της Αφροδίτης, ζευγάρωσαν με ξένους στον ναό της και τελείωσαν τις μέρες τους στην Αίγυπτο.

Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Ρώμη, μια ορισμένη κατηγορία γυναικών, οι lupae ή λύκαινες, προσήλκυαν τους πελάτες τους πελάτες με κραυγές λύκαινας, του κατ' εξοχήν συμβόλου της Ρώμης. Υπογραμμίζοντας τη σύνδεση μεταξύ της σεξουαλικής έκστασης και του θανάτου, μια άλλη κατηγορία γυναικών, οι busturariae, λειτουργούσαν στα νεκροταφεία, παρέχοντας έρωτα στις ταφικές πλάκες ή θρήνο (μοιρολόι) στις νεκρώσιμες ακολουθίες.

Κοινωνική προσαρμογή του μύθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από κοινωνιολογικής άποψης η ιερή πορνεία, εκτός από τον συγκεκριμένο ρόλο της στη διαδικασία του εξαστισμού φαίνεται πως υπήρξε και τεχνική ενθάρρυνσης της γονιμότητας, ως μέσο επιβίωσης της κοινότητας.

Το σεξ ήταν συνήθης ιεροπραξία στις πρωτόγονες κοινωνίες και έδενε τους ανθρώπους με τα ιερά δεσμά συνύπαρξης. Το γεγονός όχι μόνο διασφάλιζε τη συνέχεια της κοινότητας, αλλά εξασφάλιζε σε ένα βαθμό την τήρηση των εξωγαμικών εθιμικών κανόνων. Στις σύγχρονες κοινωνίες η ίδια πράξη εκλαμβάνεται ως ιερή κοινωνία και περιβάλλεται τον μανδύα της θρησκευτικότητας. Κοινότητες στην Γερμανία, το Θιβέτ, την Πολυνησία και τη Νότια Αμερική αλλάζουν τους κανόνες της πρόσβασης στον ερωτικό τομέα, έτσι ώστε να περιλαμβάνονται όλα τα ώριμα μέλη της κοινότητας σε μια ποικιλία ιεροπραξιών. Στο Μάντρι Γκρας, ένας συνδυασμός ψυχογενών ουσιών χρησιμοποιείτο για τη δημιουργία της ιερής ατμόσφαιρας. Σεξουαλική ελευθερία, οινοπνευματώδη, χορός και μουσική συντίθονταν για να δημιουργήσουν μια αίσθηση συντροφικότητας σε μια ιεροπραξία.

Στην Νέα Γουινέα οι νέοι άνδρες μυούνταν στην ενηλικίωσή τους με ένα σύνθετο τελετουργικό που περιελάμβανε την πρώτη σεξουαλική εμπειρία και τον καννιβαλισμό. Προφανώς, η θέση ότι η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα και συνεπώς δεν μπορεί να καταπιεστεί στα συμφραζόμενα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας και βασίζεται σε μια επιπόλαιη και επιφανειακή κατανόηση της διαχρονικής χρήσης του σεξ για την επίτευξη του ιερού. Σαφώς η ιερογαμία συνιστά αρχετυπική έκφραση σε όλες σχεδόν τις θρησκείες του κόσμου και ως τέτοια δεν είναι δυνατόν να καταπιεστεί, όχι όμως ως επάγγελμα, γεγονός που συνιστά παρηκμασμένη έκφραση μιας θρησκευτικής πρακτικής.

Φαίνεται πως στις αρχαίες κοινωνίες που περιγράφουν διάφοροι συγγραφείς η γυναικεία σεξουαλικότητα χρησιμοποιείτο για θρησκευτικούς σκοπούς. Η γυναίκα στην προκειμένη περίπτωση μέσω της συγκεκριμένης λειτουργίας ήταν αντικείμενο σεβασμού, κομμάτι της ενοποίησης με την ιδέα του ιερού, έτσι όπως το ιερό γινόταν αντιληπτό στη συγκεκριμένη εποχή. Η παθολογία του συγκεκριμένου φαινομένου στη σύγχρονη εποχή αντιλαμβάνεται τη γυναικεία σεξουαλικότητα στα συμφραζόμενα της σύγχρονης καπιταλιστικής αντίληψης ως εμπορεύσιμο προϊόν για την άντληση κέρδους. Οι παραδοσιακές αντιλήψεις του σεξ όμως στις πρωτόγονες κοινωνίες όλου του κόσμου ήταν απλά ένας δρόμος για την ένωση με τους θεούς.

Στον ταντρικό Ινδουισμό, για παράδειγμα ο ταντριστής οφείλει να λατρέψει τη θεά της ευδαιμονίας καθημερινά. Με αυτή την ενέργεια θεωρείται ότι το αρσενικό ενώνεται με το ιερό μέσω του θηλυκού στοιχείου. Το θηλυκό παίρνει τα δώρα, παρέχει τις σεξουαλικές υπηρεσίες και δεν είναι, δεν μπορεί να θεωρηθεί μέρος ενός κοινωνικού ζεύγους. Δεν δηλαδή μια πόρνη που πωλεί τις ανώνυμες σεξουαλικές υπηρεσίες της ως προϊόντα αγοράς.

Υπάρχει όμως και η σκιά της πολιτικής οικονομίας πίσω από τη θρησκευτική χρήση της γυναικείας σεξουαλικότητας. Στις αγροτικές κοινωνίες με πατρογραμμική κληρονομικότητα τα θήλεα που περίσσευαν, δίνονταν ή πωλούνταν στον ναό. Στις σύγχρονες υπερπληθυσμιακές κοινωνίες νέες γυναίκες και νέοι άνδρες συχνά εκδίδονται ως προϊόν της αγοράς. Το νόημα μιας τέτοιας πορνείας είτε για τις αρχαίες είτε για της σύγχρονες κοινωνίες είναι εντελώς διαφορετικό σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό και απλά θεμελιώνει ό,τι σήμερα αποκαλείται πορνογραφία.

Σε ό,τι αφορά στην αρχαιότητα, σύμφωνα με τα λόγια ενός σύγχρονου ερευνητή: «Είναι τραγικό το γεγονός ότι η ακαδημαϊκή έρευνα έπασχε από μελετητές ανίκανους να φανταστούν οποιονδήποτε λατρευτικό ρόλο για τις γυναίκες στην αρχαιότητα που δεν περιελάμβανε τη σεξουαλική επαφή». Ωστόσο, οι σύγχρονοι ερευνητές φαίνεται σιγά-σιγά και με τη βοήθεια νέων στοιχείων να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Ακόμα κι αν οι αρχαίες ιέρειες συμμετείχαν στον τελετουργικό έρωτα, ακόμα κι αν λάμβαναν προσφορές για τους ναούς τους, δεν ήταν πόρνες αλλά θρησκευτικοί λειτουργοί που λάτρευαν τη θεότητά τους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Donohue, A. A. (Alice A.). Fullerton, Mark D. (2003). «From whores to hierodules: The historiographic invention of Mesopotamian female sex professionals». Ancient art and its historiography. New York: Cambridge University Press. 50280191. ISBN 0521815673. https://www.worldcat.org/oclc/50280191. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Assante, Julia A. (1998). «"The kar.kid/harimtu, Prostitute or Single Woman? A Reconsideration of the Evidence.» (στα αγγλικά). Ugarit-Forschungen 30: 5-96. https://www.academia.edu/1771106/_The_kar.kid_harimtu_Prostitute_or_Single_Woman_A_Reconsideration_of_the_Evidence. Ανακτήθηκε στις 2019-06-06. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Frymer-Kensky, Tikva Simone. (1993). In the wake of the goddesses : women, culture, and the biblical transformation of pagan myth (1st Ballantine Books ed έκδοση). New York: Fawcett Columbine. 27856305. ISBN 0449907465. https://www.worldcat.org/oclc/27856305. 
  4. 4,0 4,1 Budin, Stephanie Lynn. (2008). The myth of sacred prostitution in antiquity. New York: Cambridge University Press. 232551742. ISBN 9780511394645. https://www.worldcat.org/oclc/232551742. 
  5. 5,0 5,1 Beard, Mary; Henderson, John (1997-11). «With This Body I Thee Worship: Sacred Prostitution in Antiquity» (στα αγγλικά). Gender & History 9 (3): 480–503. doi:10.1111/1468-0424.00072. ISSN 0953-5233. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1111/1468-0424.00072. 
  6. 6,0 6,1 Westenholz, Joan Goodnick (1989-7). «Tamar, Qĕdēšā, Qadištu , and Sacred Prostitution in Mesopotamia» (στα αγγλικά). Harvard Theological Review 82 (3): 245–266. doi:10.1017/S0017816000016199. ISSN 0017-8160. https://www.cambridge.org/core/product/identifier/S0017816000016199/type/journal_article. 
  7. 7,0 7,1 Arnaud, Daniel, La prostitution sacrée en Mésopotamie, un mythe historique? RHR 183 (1973) 111–15
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 Yamauchi, Edwin M (1973). Cultic Prostitution - A Case Study in Cultural Diffusion. Oxford Ohio: Miami University, σελ. 213. 
  9. «πόρνος - Βικιλεξικό». el.wiktionary.org. Ανακτήθηκε στις 2019-06-06. 
  10. Webster's encyclopedic unabridged dictionary of the English language. (New deluxe ed έκδοση). New York: Gramercy Books. 1996, σελ. 1553. 35897153. ISBN 0517150263. https://www.worldcat.org/oclc/35897153. 
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 Tarragon, Jean-Michel de. (1980). Le Culte à Ugarit : d'après les textes de la pratique en cunéiformes alphabétiques. Paris: J. Gabalda. 7610490. ISBN 2850210013. https://www.worldcat.org/oclc/7610490. 
  12. Brooks, Beatrice A. (1941-9). «Fertility Cult Functionaries in the Old Testament». Journal of Biblical Literature 60 (3): 227. doi:10.2307/3262623. https://www.jstor.org/stable/3262623?origin=crossref. 
  13. 13,0 13,1 Lambert, Wilfried G. 1992. "Prostitution," 127-157 στο Aussenseiter und Randgruppen: Beitrage zu einer Sozialgeschichte des Alten Orients, V. Haas. (ed) Konstanz: Universitatsverlag
  14. 14,0 14,1 Gruber, Mayer I. (Mayer Irwin) (1992). «Hebrew "qedeshah" and her Canaanite and Akkadian cognates». The motherhood of God and other studies. Atlanta, Ga.: Scholars Press. 26763819. ISBN 1555407633. https://www.worldcat.org/oclc/26763819. 
  15. Brown, Francis, 1849-1916,. Briggs, Charles A. (Charles Augustus), 1841-1913,. A Hebrew and English lexicon of the Old Testament : with an appendix containing the Biblical Aramaic ([Reprint, with corrections έκδοση). Oxford. 2805422. ISBN 9780198643012. https://www.worldcat.org/oclc/2805422. 
  16. Deutsch, Celia (1991). «Gender and Difference in Ancient Israel. Edited by Peggy L. Day. Minneapolis, MN: Fortress, 1989. xiii + 209 pages. $12.95 (paper).». Horizons 18 (2): 315–315. doi:10.1017/s036096690002524x. ISSN 0360-9669. http://dx.doi.org/10.1017/s036096690002524x. 
  17. «"Sacred Prostitutes" by Johanna Stuckey». www.matrifocus.com. Ανακτήθηκε στις 2019-06-06. 
  18. Henshaw, Richard A. (Richard Aurel), 1921- (1994). Female and male : the cultic personnel : the Bible and the rest of the ancient Near East. Allison Park, Pa.: Pickwick Publications. 27105524. ISBN 1556350155. https://www.worldcat.org/oclc/27105524. 
  19. 19,0 19,1 Frayne, Douglas 1985. "Notes on the Sacred Marriage Rite," Bibliotheca Orientalis 42:5-22
  20. Kramer, Samuel Noah, 1897-1990. ([1969]). The sacred marriage rite; aspects of faith, myth, and ritual in ancient Sumer.. Bloomington,: Indiana University Press. 28341. ISBN 0253350352. https://www.worldcat.org/oclc/28341. 
  21. 21,0 21,1 Hooks, Stephen M. 1985. Sacred Prostitution in Israel and the Ancient Near East. Cincinnati, OH: Hebrew Union College

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Assante, Julia 1998. «The kar.kid/[kh]arimtu, Prostitute or Single Woman? A Reconsideration of the Evidence», Ugarit-Forschungen 30:5-96
  • Assante, Julia, 2003, «From Whores to Hierodules: The Historiographic Invention of Mesopotamian Female Sex Professionals», 13-47 στο Ancient Art and Its Historiography, A.A. Donahue and Mark D. *Fullerton. (eds) Cambridge/New York: Cambridge University.
  • Astour, Michael C., 1981, «Ugarit and the Great Powers» 3-29 στο Ugarit in Retrospect: Fifty Years of Ugarit and Ugaritic, Gordon D. Young, (ed) Winona Lake, IN: Eisenbrauns
  • Bird, Phyllis, 1989, «'To Play the Harlot': An Inquiry into an Old Testament Metaphor», 75-94 στο Gender and Difference in Ancient Israel, Peggy L. Day. (ed) Minneapolis, MN: Fortress
  • Brooks, Beatrice A., 1941, «Fertility Cult Functionaries in the Old Testament», στο Journal of Biblical Literature, 60:227-253
  • Brown, F., S.R. Driver, and C.A. Briggs, editors 1978 (1953). A Hebrew and English Lexicon of the Old Testament, Oxford: Clarendon
  • del Olmo Lete, Gregorio, 1999, Canaanite Religion According to the Liturgical Texts of Ugarit, Bethesda, MD: CDL
  • de Tarragon, Jean-Michel, 1980, Le Culte a Ugarit d'apres les textes de la pratique en cuneiformes alphabetiques, Paris: Gabalda
  • Frayne, Douglas 1985. «Notes on the Sacred Marriage Rite», στο Bibliotheca Orientalis, 42:5-22
  • Frazer, James G., 1981 (1890), The Golden Bough, Two Volumes in One, New York: Gramercy
  • Frymer-Kensky, Tikva, 1992, In the Wake of the Goddesses: Women, Culture, and the Biblical Transformation of Pagan Myth, New York: Free
  • Gruber, Mayer I. 1986. «Hebrew Qedeshah and her Canaanite and Akkadian Cognates», στο Ugarit-Forschungen, 18:133-148
  • Henshaw, Richard A., 1994, Female & Male, the Cultic Personnel: The Bible and the Rest of the Ancient Near East, Allison Park, PA: Pickwick
  • Hooks, Stephen M., 1985, Sacred Prostitution in Israel and the Ancient Near East, Cincinnati, OH: Hebrew Union College Ph.D. dissertation, unpublished
  • Kraemer, Ross S. 1989. «Ecstasy and Possession: Women of Ancient Greece and the Cult of Dionysus» 45-55 στο Unspoken Worlds: Women's Religious Lives, Nancy A. Falk and Rita Gross. (eds) Belmont, CA: Wadsworth
  • Kramer, Samuel N., 1969, The Sacred Marriage: Aspects of Faith, Myth and Ritual in Ancient Sumer, Bloomington, IN: Indiana University.
  • Lambert, Wilfried G. 1992. "Prostitution," 127-157 στο Aussenseiter und Randgruppen: Beitrage zu einer Sozialgeschichte des Alten Orients, V. Haas. (ed) Konstanz: Universitatsverlag
  • Oden, Robert A., Jr., 2000 (1987), The Bible Without Theology, Urbana, IL: University of Illinois
  • Safati, Yitschak, 1998, Love Songs in Sumerian Literature: Critical Edition of the Dumuzi-Inanna Songs. Ramat Gan, Israel: Bar-Ilan University
  • Sered, Susan S., 1994, Priestess, Mother, Sacred Sister: Religions Dominated by Women, New York/Oxford: Oxford University
  • Stuckey, Johanna H., 2005, "Ancient Mother Goddesses and Fertility Cults," στο Journal of the Association for Research on Mothering, 7/1: 32-44
  • Yamauchi, Edwin M., 1973, "Cultic Prostitution: A Case Study in Cultural Diffusion", 213-222 στο Orient and Occident: Essays Presented Cyrus H. Gordon, H. Hoffner. Neukirchen-Vluyn, (ed) Germany: Kevelaer