Θεός και Κράτος (βιβλίο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Θεός και Κράτος
Dieu et l'état.jpg
Συγγραφέας Μιχαήλ Μπακούνιν
Τίτλος Dieu et l'état
Γλώσσα Γαλλικά
Θέμα θρησκεία
αθεϊσμός
LC Class OL15348469W
LΤ ID 159471
BL Class 6489
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Ημερομηνία δημοσίευσης 1882

Το βιβλίο Θεός και το Κράτος είναι ένα ημιτελές χειρόγραφο του Ρώσου αναρχικού φιλόσοφου Μιχαήλ Μπακούνιν, που δημοσιεύτηκε το 1882. Το έργο επικρίνει τον Χριστιανισμό και τον Κρατικισμό από μια υλιστική και αναρχική σκοπιά. Είναι το πλέον διαδεδομένο έργο του Μιχαήλ Μπακούνιν. Σε αυτό το έργο ο Μπακούνιν επιτίθεται τόσο στην Εκκλησία όσο και στο Κράτος, καθώς θεωρεί οτι είναι το μέσο μιας μικρής μειοψηφίας να εξουσιάζει και να εκμεταλλεύεται μια μεγάλη πλειοψηφία.

Συγγραφή και έκδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο γράφτηκε μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου του 1871. Αρχικά γράφτηκε ως το δεύτερο μέρος ενός μεγαλύτερου έργου που επρόκειτο να ονομαστεί η «Κνουτογερμανική Αυτοκρατορία και η Κοινωνική Επανάσταση».[1] Το πρώτο μέρος θα αφορούσε τον Γαλλο-Πρωσικού πολέμο και θα εξιστορουσε την ευρωπαϊκή αντίσταση στον ιμπεριαλισμό. Πάντως το «Θεός και Κράτος», όπως τα περισσότερα έργα του Μπακούνιν, είναι ημιτελές και αποσυνδεδεμένο. Όταν ο Μπακούνιν επικρίθηκε σε αυτό, είπε: «Ολη μου η ζωή είναι θρυματισμένη». Το «Θεός και Κράτος» είναι πράγματι ένα θραύσμα. Το βιβλίο έχει παραγράφους που εγκαταλείπουν και παίρνουν στη μέση πρότασης, υποσημειώσεις που έχουν τέσσερις ή πέντε παραγράφους και το ίδιο το βιβλίο σταματάει απότομα σε μέσο πρότασης.

Το βιβλίο έμεινε ατέλειωτο από τον Μπακούνιν και μετά τον θάνατο του (1876), δύο αναρχικοι φίλοι το βρήκανε και το εκδόσανε στα Γαλλικά με τίτλο (Dieu et l'État). Το 1883, ο αμερικάνος αναρχικός Μπέντζαμιν Τάκερ μετάφρασε το βιβλίο στην άλλη όχθη του ατλαντικού.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο μήνυμα του «Θεός και Κράτος» είναι η απόρριψη κάθε μορφής εξουσίας. Ο Μπακουνιν χαρακτηρίζει ως «οι δυο εφιάλτες» την εκκλησία και το κράτος τους οποίους θεωρεί ως κύριους θεσμούς της ανθρώπινης υποδούλωσης. Κάθε κράτος είναι το μέσο με το οποίο μια προνομιούχα μειονότητα ελέγχει και εξουσιάζει στην τεράστια πλειονότητα. Κάθε εκκλησία δρά επικουρικά του κράτους για την καθυπόταξη της ανθρωπότητας. Πέραν από την επίθεση στον ιστορικό ρόλο της εκκλησίας, ο Μπακούνιν επιτίθεται και στην Θρησκεία: «Όντας ο θεός το παν, ο πραγματικός κόσμος κι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα.», και συνεχίζει, «Όντας ο θεός η αλήθεια, η δικαιοσύνη, το καλό, η ομορφιά, η δύναμη κι η ζωή, ο άνθρωπος είναι το ψέμα, η αδικία, το κακό, η ασχήμια, η αδυναμία, κι ο θάνατος. Όντας ο θεός ο αφέντης, ο άνθρωπος είναι δούλος». Ο Μπακούνιν καταλήγει, αντιστρέφοντας ένα περίφημο απόφθεγμα του Βολταίρου, «θα έπρεπε να τον καταργήσουμε».

Πάρακατω στο έργο, ο Μπακούνιν αναπτύσσει την πολεμική στάση απέναντι στο κράτος και την εκκλησία από την ανθρωπότητα, η οποία πρέπει να στηριχθεί στις «δυο πιο πολύτιμες ιδιότητες» του ανθρώπου: τη δύναμη της σκέψης και την επιθυμία της εξέγερσης.

Ο Μπακούνιν στο έργο του περιγράφει τον κίνδυνο πως μέσα από την ανατροπή της παλιάς τάξης, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να εμφανιστεί μια νέα τάξη εξίσου καταπιεστική. Αυτή η νέα τάξη διανοούμενων, όπως παραδείγματος ο Μαρξ, θα είναι μια διακυβέρνηση μιας μορφωμένης ελιτ «...δεν μπορεί παρά να είναι αδύναμη, γελοία, απάνθρωπη, σκληρή, καταπιεστική, εκμεταλλευτική, ολέθρια». Ο Μπακούνιν πίστευε πως η αποστολή της επιστήμης και της μάθησης θα έπρεπε να είναι να σώσει την ανθρωπότητα από την δεισιδαιμονία, τον μόχθο και την αρρώστια, όχι να αποτελέσει μια νέα μορφή δεσποτισμού. Αυτό, συνέχισε ο Μπακούνιν, μπορεί να γίνει μονο αν η μάθηση γίνει κτήμα πολλών και όχι κληρονομιά των λίγων.[2]

Δείτε Επισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Leier, Mark (2006). Bakunin: The Creative Passion. Seven Stories Press. ISBN 978-1-58322-894-4. 
  2. Πωλ Άβριτς, στον πρόλογο του βιβλίου "Θεός και Κράτος" «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα 1986, σε μετάφραση Νίκου Β.Αλεξίου-Αντώνη Γκίκα, σελ. 7-16.