Θαλάσσια μακρόφυτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τα θαλάσσια μακρόφυτα είναι υδρόβιοι φυτικοί οργανισμοί που αναπτύσσονται σε παράκτια και μεταβατικά ύδατα, με μερική ή εξολοκλήρου κάλυψη από νερό. Χωρίζονται σε δύο γενικές ομάδες, τα μακροφύκη (θαλλόφυτα με δομικά χαρακτηριστικά θαλλό και σύστημα στήριξης) και τα θαλάσσια φανερόγαμα (αγγειόσπερμα με ρίζες, ορθότροπα και πλαγιότροπα ριζώματα, φύλλα, αναπαραγωγικά όργανα).

Τα θαλάσσια μακρόφυτα παίζουν σημαντικό ρόλο στη δομή και λειτουργία των παράκτιων και μεταβατικών οικοσυστημάτων καθώς αποτελούν σημαντικούς πρωτογενείς παραγωγούς, συμβάλουν στην οξυγόνωση των οικοσυστημάτων αυτών και στην απορρόφηση του CO2 της ατμόσφαιρας, αποτελούν τροφή και καταφύγιο για ζωικούς οργανισμούς, αποτελούν φυσικό φράγμα στη δράση κυματισμού και παγιδεύουν το ίζημα μειώνοντας τη διάβρωση του πυθμένα και της ακτογραμμής.

Τα θαλάσσια μακρόφυτα ως βιοδείκτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα θαλάσσια μακρόφυτα (μακροφύκη, φανερόγαμα) κατατάσσονται μεταξύ των οργανισμών που προτείνονται από την επιστημονική κοινότητα, αλλά και από την οδηγία της ΕΕ (2000/60/EΚ) για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων. Μεταξύ των βιολογικών κριτηρίων που προτείνονται είναι: η σύνθεση και αφθονία των θαλάσσιων μακροφύτων, που οδηγεί στον χαρακτηρισμό μιας περιοχής ως υψηλή, καλή ή μέτρια.

Για τον προσδιoρισμό ενός βιολογικού δείκτη απαιτείται: αυτός να αντανακλά την βιολογική ευστάθεια, να ανταποκρίνεται στη περιβαλλοντική καταπόνηση, να μετριέται με μικρή πιθανότητα λάθους, να μην είναι πολύπλοκος, να είναι κοινός και άφθονος, καλά μελετημένος και με οικονομικό / εμπορικό ενδιαφέρον.

Οι βιοτικοί δείκτες που έχουν προταθεί με τη χρήση μακροφυκών είναι οι : BENTHOS, CARLIT, EEI, R-MaQI (Rapid –Macrophyte Quality Index (για μεταβατικά ύδατα), ενώ με τη χρήση θαλάσσιων φανερόγαμων οι: Posware, POMI, Valencian CS, BiPo, PREI, Rapid easy index κ.α..

Βιοδείκτες της ρύπανσης από μέταλλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα θαλάσσια φανερόγαμα προσροφούν, συσσωρεύουν και απομακρύνουν μέταλλα από το νερό με τα φύλλα, τα κατακόρυφα ριζώματα και τα επίφυτα που είναι πάνω σε αυτά και με τις ρίζες-οριζόντια ριζώματα από το ίζημα και το μεσοδιαστηματικό νερό. Tα θαλάσσια μακροφύκη προσροφούν μέταλλα κυρίως από το νερό, αλλά και από το ίζημα, όταν έρχονται σε άμεση επαφή με τους κόκκους τους ιζήματος και οι δυνάμεις σύνδεσης τους με το φύκος είναι πιο ισχυρές από εκείνες με το ίζημα. Έτσι τα μέταλλα συσσωρεύονται στους ιστούς των μακρόφυτων και συχνά αντανακλούν τον βαθμό ρύπανσης σε παράκτιες και εκβολικές περιοχές, για αυτό χρησιμοποιούνται ως βιοδείκτες για ρύπανση από μέταλλα (π.χ. τα θαλάσσια φανερόγαμα Ηalophila stipulacea, Posidonia oceanica, Ruppia maritime και τα μακροφύκη Ulva rigida, Gracilaria bursa pastoris). Συγκεκριμένα, στον Κόλπο των Αντικύρων το θαλάσσιο φανερόγαμο Halophila stipulacea προτάθηκε ως «βιοδείκτης» για τα Al και Fe και η Posidonia oceanica για τα Cu, Cd, Pb, ενώ στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης η Cymodocea nodosa προτάθηκε ως «ενδείκτης» για το Mn και Cu. Βιοδείκτες για ορισμένα μέταλλα προτάθηκαν και πολλά μακροφύκη, όπως για παράδειγμα το χλωροφύκος Ulva ridida. Τα μακρόφυτα παρουσιάζουν διαφορές ως προς την ευαισθησία στην τοξικότητα των μετάλλων.

Ορισμένα είδη μακρόφυτων συνθέτουν μηχανισμούς αποτοξίνωσης από μέταλλα, με τη σύνθεση Φυτοχελατινών (μη πρωτεϊνικών πεπτιδίων πλούσιων σε θείο) και μεταλλοθειονών (μικρομοριακές πρωτεΐνες με υψηλή περιεκτικότητα κυστεΐνης) τα οποία δεσμεύουν μέταλλα με μορφή χηλικών συμπλόκων .

Αλλόχθονα είδη μακροφύτων- Είδη εισβολείς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από τις σημαντικότερες απειλές του θαλάσσιου περιβάλλοντος αποτελεί η εισαγωγή αλλόχθονων θαλάσσιων ειδών. Πρόκειται για είδη που εξαπλώνονται σε περιοχές πέραν του φυσικού τους περιβάλλοντος.[1] Τα είδη εισβολείς είναι εισαγόμενα είδη τα οποία έχουν συνήθως αρνητικό αντίκτυπο στην οικολογία και /ή στην οικονομία μιας περιοχής.[2] Πιο συγκεκριμένα μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της βιοποικιλότητας, αλλαγές στη δομή του οικοσυστήματος, καθώς επίσης να προκαλέσουν αρνητικές οικονομικές συνέπειες σε παράκτιες περιοχές.[3]

Τα αλλόχθονα είδη μακροφυκών που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα μέχρι τον Αύγουστο του 2009 είναι τα ακόλουθα:

  • Antithamnionella elegans (Berthold) J.H. Price et D.M. John[1][3]
  • Asparagopsis armata Harvey[1][3]
  • Asparagopsis taxiformis (Delile) Trevisan de Saint-Leon[1][3]
  • Caulerpa racemosa var. cylindracea (Sonder) Verlaque, Huisman et Boudouresque[1][3]
  • Caulerpa racemosa var. lamourouxii (Montagne) Weber van Bosse[1][3]
  • Codium fragile (Suringar) Hariot subsp. fragile[1][3]
  • Colpomenia peregrina  Sauvageau[1][3]
  • Hypnea cornuta  (Kόtzing) J. Agardh[1][3]
  • Hypnea spinella (C. Agardh) Kόtzing[1][3]
  • Lophocladia lallemandii  (Montagne) F. Schmitz[1][3]
  • Sarconema scinaioides  Borgesen[1][3]
  • Stypopodium schimperi (Buchinger ex Kόtzing) Verlaque et Boudouresque[1][3]
  • Womersleyella setacea  (Hollenberg) R.E. Norris[1][3]

και το θαλάσσιο αγγειόσπερμο: Halophila stipulacea (Forsskal) Ascherson[1][3]

Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αύξηση των αλλόχθονων ειδών, κυρίως σε Ευρωπαϊκές ακτές. Μέχρι στιγμής στη Μεσόγειο έχουν καταγραφεί περισσότερα από 110 τάξα αλλόχθονων μακροφύτων τα περισσότερα από τα οποία προέρχονται  από τον Ινδο-Ειρηνικό ωκεανό και καταλήγουν στη Μεσόγειο μέσω της διώρυγας του Σουέζ.[1] Γι’ αυτό ευθύνονται οι εντατικές ανθρώπινες δραστηριότητες στο θαλάσσιο περιβάλλον (ναυσιπλοΐα, υδατοκαλλιέργειες, αλιεία, τουρισμός, κλπ.) από το 1960.[3]

Η μεγαλύτερη εξάπλωση παρατηρήθηκε στο Asparagopsis taxiformis ένα ροδοφύκος με ετερομορφικό διπλοβιοτικό κύκλο ζωής,[1] που βρέθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα αλλά από τότε έχει εξαπλωθεί γρήγορα κυρίως στο νότιο Αιγαίο. Συναντάται συχνά σε ρηχά βραχώδη υποστρώματα.[3] Η Caulerpa racemosa var. cylindracea  είναι μέχρι τώρα το πιο σύνηθες αλλόχθονο μακρόφυτο παρουσιάζοντας μεγάλη εξάπλωση κατά μήκος των Ελληνικών ακτών.[3] Προέρχεται από τη νοτιοδυτική Αυστραλία και απαντάται σε ποικίλα υποστρώματα ξεκινώντας από ρηχά ύδατα μέχρι βάθος 40 μέτρων. Παρουσιάζει μεγάλη αφθονία κοντά σε λιμάνια.[3] Το συγγενικό είδος Caulerpa racemosa var. lamourouxii έχει περιορισμένη κατανομή κυρίως στο Ιόνιο.[3] Οι πληθυσμοί του Codium fragile subsp. fragile είναι περιορισμένοι στην Ελλάδα και παρουσιάζουν αφθονία κοντά σε λιμάνια και μολυσμένες περιοχές.[3] Το τροπικό ροδοφύκος Hypnea spinella παρουσιάζει περιορισμένη κατανομή με μικρή αφθονία και συναντάται κυρίως σε λιμάνια. Αντίστοιχα το είδος Hypnea cornuta απαντάται πολύ σπάνια στην Ελλάδα (έχει εντοπιστεί μόνο δυο φορές στο Αιγαίο).[3] Ο λεσσεψιανός μετανάστης, το θαλάσσιο αγγειόσπερμο Halophila stipulacea παρουσιάζει μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, ωστόσο απουσιάζει από το βόρειο Αιγαίο, πιθανόν λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας του νερού. Μπορεί να βρεθεί σε αμμώδη υποστρώματα σε ποικίλα βάθη, συνήθως μαζί με το αυτόχθονο αγγειόσπερμο Cymodocea nodosa (Ucria).[3] Το λεσσεψιανό ροδοφύκος Lophocladia lallemandii, έχει εξαπλωθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια σε Ελληνικές ακτές, κυρίως στο νότιο Αιγαίο. Συνήθως συναντάται σαν επίφυτο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σε μεγάλα βάθη.[3] Το μακροφύκος Stypopodium schimperi, ένας άλλος λεσσεψιανός μετανάστης φαίνεται πως έχει μεγάλη εξάπλωση στο Αιγαίο τα τελευταία χρόνια, φανερώνοντας μια σταδιακή μετανάστευση από την ανατολική προς τη δυτική Μεσόγειο. Αναπτύσσεται σε βραχώδεις βυθούς.[3] Το φύκος Antithamnionella elegans εντοπίστηκε στην Ελλάδα μόνο τρεις φορές: μία στο Ιόνιο και δυο φορές στο Αιγαίο,  κοντά σε πλεούμενα ανακλώντας την πιθανή διασπορά του είδους με  vegetative propagation.[3] Επιπλέον, το λεσσεψιανό ροδοφύκος Sarconema scinaioides, το οποίο εμφανίστηκε μόνο στο Σαρωνικό κόλπο στις αρχές της δεκαετίας του '80  επανεμφανίστηκε στην ίδια τοποθεσία μετά από τριάντα περίπου χρόνια, το 2008.[3] Αυτό αποκαλύπτει έναν εγκαθιδρυμένο πληθυσμό στην περιοχή που συνεχίζει να επιβιώνει μετά από τρεις δεκαετίες.[3] Τέλος, το ροδοφύκος του Ινδο-Ειρηνικού Womersleyella setacea που βρέθηκε σε πολλές τοποθεσίες και στο Αιγαίο και στο Ιόνιο πέλαγος, φαίνεται πως έχει εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα από το 2007.[3] Συναντάται συνήθως σε βάθος αρκετών μέτρων.[3]

Το 90% των αλλόχθονων μακροφύτων εντοπίζονται στο νότιο Αιγαίο και πολλά από αυτά εμφανίζονται και στο Σαρωνικό κόλπο.[1] Περισσότερες καταγραφές αυτών των πληθυσμών προέρχονται από το νότιο Αιγαίο και  λιγότερες από το βόρειο Αιγαίο.[1] Αυτό υποδεικνύει το ρόλο που διαδραματίζει το λιμάνι του Πειραιά (ως το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας) στην εισαγωγή ειδών μέσω της ναυσιπλοΐας, όπως και το νότιο Αιγαίο που αποτελεί μέρος της διαδρομής των λεσσεψιανών μεταναστών. Ο αριθμός των αλλόχθονων ειδών μειώνεται προς τα δυτικά αφού μόνο το 66% εντοπίζεται στο Ιόνιο.[1] Μέχρι τώρα στην Ελλάδα δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι τα αλλόχθονα είδη μακροφύτων επιδρούν αρνητικά στις ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η αλιεία και ο τουρισμός.[3]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]