Η μεγάλη αυταπάτη (βιβλίο του Τζ. Στίγκλιτς)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η μεγάλη αυταπάτη (πρωτότυπος τίτλος στα αγγλικά: Globalization and Its Discontents) είναι ένα δοκίμιο από τον βραβευμένο με Βραβείο Νόμπελ οικονομίας (2001) Τζόζεφ Στίγκλιτς, που δημοσιεύθηκε το 2002. Το θέμα αφορά τη δράση των οικονομικών υπερεθνικών οργάνων, και ιδίως του Διεθνές Νομισματικού Ταμείου, στην προώθηση της διαδικασίας για την εξάλειψη των οικονομικών, ρυθμιστικών, πληροφοριακών εμποδίων και συχνά φυσικών, κοινώς παγκοσμιοποίηση.

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την εμπειρία του ως οικονομικός σύμβουλος στην κυβέρνηση των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Κλίντον και ως αναπληρωτής διευθυντής της Παγκόσμιας Τράπεζας την περίοδο 1997-2000, για να παρουσιάσει μια σειρά από κρίσιμες αναλύσεις σχετικά με το σύστημα διαχείρισης της παγκόσμιας οικονομίας από υπερεθνικούς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το διεθνές νομισματικό Ταμείο, ιδίως όσον αφορά την πρόσφατη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και των συνεπειών της σε ορισμένες χώρες, κατά την οποία προέκυψαν ιδιαίτερα προβλήματα.

Αφού γίνει η εισαγωγή από την ιστορική πλευρά για τα θεμέλια της σημερινής δομής των διεθνών οικονομικών ιδρυμάτων, ο συγγραφέας τονίζει τα αδύνατα σημεία και τις τάσεις που έχουν οδηγήσει σε εξαπάτηση το καλό μέρος του αρχικού σκοπού, γίνονται κέντρα διάχυσης και εφαρμογής της"νεο-φιλελεύθερης σκέψης, όπως ενσαρκώνεται από την "Συναίνεση της Ουάσιγκτον". Ειδικότερα, επισημαίνεται πως ιδιαίτερα το ΔΝΤ  διακρίθηκε ως πρωταγωνιστής σε αυτό το έργο της διάδοσης (και σε πολλές περιπτώσεις επιβολής) με συνταγές οικονομικές, οι οποίες είναι συχνά αντιπαραγωγικές, όσο και καταστροφικές, στο πλαίσιο της ασταμάτητης διαδικασίας της κατάρρευσης των φυσικών και εμπορικών εμποδίων μεταξύ των χωρών που ονομάζεται παγκοσμιοποίηση. Μια διαδικασία που είναι δυνητικά συμφέρουσα, αν κατευθύνεται από ευελιξία, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και τις καταστάσεις των διαφόρων χωρών, και αντί να μετατραπεί σε ένα κύμα αποσταθεροποίησης της ακαμψίας κατά την εφαρμογή των οικονομικών δογμάτων όπου βλέπουν την ελεύθερη αγορά ως μια αυτορυθμιζόμενη μονάδα, και την υποστήριξη των κρατικών πολιτικών ως εμπόδια για εξάλειψη, προκειμένου να επιτύχει την υψηλότερη αποδοτικότητα. Ο συγγραφέας αναφέρει κάποια επεισόδια της δράσης λιγότερο αξιοσημείωτα του ΔΝΤ, του οποίου ήταν μάρτυρας, και στη συνέχεια αναλύει τα αδύνατα σημεία της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον, υπό το φως της πρακτικής της εφαρμογής, με βάση τις κύριες γραμμές δράσης. Στη συνέχεια υποβάλλεται σε κριτική ανάλυση της δράσης του ΔΝΤ και το υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών με αφορμή την σοβαρή κρίση που συνέβη στη νοτιοανατολική ασία κατά την περίοδο 1997 - 1999, που ξεκίνησε από μερικές κερδοσκοπικές συναλλαγές στον νομισματικό τομέα και επιδεινώνεται από μια σειρά απίστευτων εννοιολογικών και λειτουργικών λαθών, που λαμβάνει αποτελέσματα γενικά αντίθετα προς τις διατάξεις, όπως είναι εμπνευσμένο από τις προϋποθέσεις και παραδείγματα αντικειμένου και/ή κακώς προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες. Ο συγγραφέας στη συνέχεια αναλύει τη διαχείριση της μετάβασης προς την οικονομία της αγοράς των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού μπλοκ. Επίσης, στην περίπτωση αυτή, μια σειρά από λάθη και επιλογές του ΔΝΤ, που υπαγορεύονται από το συνηθισμένα σκληρά οικονομικά παραδείγματα και από λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, η Ρωσία και άλλες χώρες στην ίδια τροχιά, που είχαν να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση σοβαρής ύφεσης που συνδέεται με μια ισχυρή αύξηση της ανισότητας και της φτώχειας. Με συνέπεια να ευνοείται το έργο της συγκέντρωσης της οικονομικής δύναμης στα χέρια των λίγων ολιγαρχιών, ευνοώντας μια κατάσταση με εκτεταμένη διαφθορά και τη διαχείριση της μαφίας, η οποία διευκολύνεται από την επιβολή των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη φιλοσοφία "θεραπεία-σοκ", χωρίς να αξιολογήσει προσεκτικά τους κινδύνους που συνδέονται με την έλλειψη των νόμων και των θεσμών που έχουν επιφορτιστεί με τη συμμόρφωση, η οποία θα μπορούσε να αποτρέψει μια τέτοια μετατόπιση. Συγκρίνοντας αυτές τις εμπειρίες με αυτές των χωρών που ακολουθούν εναλλακτικές διαδρομές έχουν επιτύχει τα καλύτερα αποτελέσματα, η συγγραφέας προτείνει μερικές από τις συνταγές και τις διορθώσεις που κατά την άποψή του, θα πρέπει (και μπορεί στο μέλλον) αποφευχθούν σοβαρές ζημίες, όπως εκείνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των μοντέλων με βάση το αυστηρό δόγμα θεωρητικά αναποτελεσματική και κακή πρακτική αποτελεσματικότητα. Αντανακλώντας την πρόδηλη ανεπάρκεια των πολιτικών αυτών, μαζί με την σταθερότητα που έδειξε το ΔΝΤ στην επιθυμία τους να συνεχίσουν τις στρατηγικές απέτυχε, κάνει τον Stilglitz να εκφράσει την άποψη ότι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για ανικανότητα, όπως τη θέληση να συνεχίσει σε μια πορεία δράσης και, έχοντας επιτύχει το πρακτικό αποτέλεσμα δηλαδή οφέλη κυρίως για την παγκόσμια οικονομική κοινότητα, θα φαινόταν ως προδοσία της αρχικής εντολής, για την οποία τα όργανα αυτά δημιουργήθηκαν. Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο, το οποίο συλλέγει ορισμένες από τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στα παγκόσμια οικονομικά ιδρύματα, με στόχο να αλλάξει μια κατάσταση που έχει φέρει η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης να χάσει ένα μεγάλο μέρος από το δυναμικό ανάπτυξης που είχε επενδύσει, ενεργοποιώντας με αυτόν τον τρόπο διαμαρτυρίες με βάση το ποιος αντιλαμβάνεται τις πολλές αντιφάσεις και αδικίες, καθώς και την απελπισία πολλών που έχουν παρασυρθεί.