Η Παριζιάνα (τοιχογραφία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
H Παριζιάνα, π. 1500 Π.Κ.Ε/π.Χ., τοιχογραφία, Κνωσός

Η Παριζιάνα, όπως έχει παραδοθεί, τοιχογραφία από το ανάκτορο της Κνωσού, είναι έργο της Νεοανακτορικής περιόδου και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Η Νεοανακτορική περίοδος (1700-1500 Π.Κ.Ε./π.Χ.) θεωρείται το ωριμότερο στάδιο της μινωικής τοιχογραφικής τεχνοτροπίας, που χαρακτηρίζεται από τη συχνή χρήση του κίτρινου και του γαλάζιου χρώματος[1], καθώς επίσης από μορφές και θέματα φυσικού μεγέθους και σημαντική θεματολογική και αισθητική ελευθερία[2]. Τα διακοσμητικά θέματα είναι επηρεασμένα και από άλλες τέχνες, όπως είναι η κεραμική και η υφαντική. Στην πραγματικότητα πολλές ομοιότητες του τοιχογραφικού διάκοσμου με την καμαραϊκή κεραμική υποδεικνύουν ότι οι πρώτοι τεχνίτες ήσαν πιθανώς αγγειογράφοι.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη συγκεκριμένη τοιχογραφία αποδίδεται μια γυναικεία μορφή, μάλλον αριστοκρατικής καταγωγής, όπως υποδηλώνει ο διάκοσμος και η όψη της. Το έργο είναι μονοδιάστατο και η μορφή σε θέση προφίλ. Το μάτι και το αυτί της μορφής δεν είναι απόλυτα σχηματοποιημένα[3], όπως και στις θηραϊκές τοιχογραφίες. Το χρώμα, που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το ανθρώπινο δέρμα είναι το λευκό[4]. Είναι σαφής η προσπάθεια του καλλιτέχνη να αποδώσει τον πλούτο των ενδυμάτων και η ζωντάνια της έκφρασης με τονισμένες γραμμές[5]και χρωματικές αντιθέσεις. Σε γενικές γραμμές το στήσιμο και τα χρώματα είναι πιθανώς αντιπροσωπευτικά δείγματος θρησκευτικής απεικόνισης.

Ρεύματα, επιρροές, μεταβάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σχετικά περιορισμένος αριθμός των διαθέσιμων χρωμάτων της εποχής φαίνεται πως οδήγησε σε αισθητικές συμβάσεις, οι οποίες αντλούνται μάλλον από αιγυπτιακές πηγές. Τις ίδιες αιγυπτιακές αλλά και συροπαλαιστινιακές επιδράσεις διακρίνουμε και στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζονται οι μορφές. Οι δυνατότητες που παρέχει η «μεγάλη» ζωγραφική για την πλήρη ανάπτυξη των θεμάτων είναι ιδιαίτερα επιβοηθητικές για την άντληση πληροφοριών περί της ζωής των Μινωιτών. Η μονοδιάστατη απεικόνιση της κεφαλής ονομάζεται τεχνοτροπικά προοπτική πτηνού[6] και ο βαθμός της σχηματοποίησης αυτιού και ματιού μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε πρώιμες ή ύστερες επιδράσεις στο ζωγραφικό έργο.

Η συγκεκριμένη τοιχογραφία είναι ένα δείγμα του τρόπου με τον οποίο διακοσμούσαν οι Μινωίτες του εσωτερικούς χώρους των κτηρίων και των δωμάτων. Τέτοιου είδους τοιχογραφίες αποκαλύφθηκαν στα μινωικά ανάκτορα και σε άλλες πολυτελείς επαύλεις, όπως αυτή της Αγίας Τριάδας. Τα θέματα που κοσμούσαν ιερούς χώρους είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα, ενώ εκείνα που κοσμούσαν ιδιωτικούς χώρους είχαν κοσμικό και και διακοσμητικό χαρακτήρα. Οι τοιχογραφίες με ειδικό ή εξεζητημένο θέμα είχαν ως στόχο την ανάδειξη του πλούτου του ιδιοκτήτη, ενώ τα θρησκευτικά θέματα στόχευαν κυρίως στην ανάδειξη του κύρους της επίσημης θρησκείας.

Σημειώσεις - παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Για τα χρώματα που χρησιμοποιήθηκαν τις μινωικές τοιχογραφίες βλ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  2. Hauser A. 1976, 73.
  3. Hood S. 1993, 83
  4. Συνήθως το λευκό χρησιμοποιείτο για το γυναικείο δέρμα, ενώ το κόκκινο (κόκκινη ώχρα) για το ανδρικό.
  5. Μαύρο λεπτό περίγραμμα σε αντίθεση με λευκό που χρησιμοποιείται και στο ψηφιδωτό από τις πρώιμες περιόδους της συγκεκριμένης τέχνης.
  6. Σαπουνά-Σακελλαράκη Έφη 1994, 140.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hauser A. 1976, Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης, Τομ. Α', Κάλβος, Αθήνα.
  • Hood S. 1993, Η Τέχνη στην Προϊστορική Ελλάδα, Καρδαμίτσας, Αθήνα.
  • Σαπουνά-Σακελλαράκη Έφη 1994, «Μινωική Τέχνη» στο Ελληνική Τέχνη: Η αυγή της ελληνικής τέχνης, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.