Ημιπροσωπική μικροσωμία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ημιπροσωπική μικροσωμία
Ταξινόμηση και εξωτερικές πηγές
Ημιπροσωπική μικροσωμία κυρίως της δεξιάς πλευράς του προσώπου σε έφηβο
Ταξινόμηση ICD-10Q90
Ταξινόμηση ICD-9758.0
OMIM164210
MeSHD006053

Η ημιπροσωπική μικροσωμία είναι μια συγγενής διαταραχή που επηρεάζει την ανάπτυξη του κάτω μισού του προσώπου, καθώς αφορά συχνά τα αυτιά, τη στοματική σχισμή και κυρίως την κάτω γνάθο. Συμβαίνει συνήθως ετερόπλευρα (στη μία πλευρά του προσώπου) και πολύ σπανιότερα και στις δύο πλευρές του προσώπου. Αν η δυσπλασία είναι βαρείας μορφής, μπορεί να συνοδεύεται από έντονη δυσκολία στην αναπνοή, που οφείλεται σε απόφραξη του στοματοφάρυγγα, οπότε μπορεί και να απαιτηθεί τραχειοστομία. Με επίπτωση στο γενικό πληθυσμό της τάξης του 1:3500 ή 1:4500, είναι η δεύτερη πιο συχνή γενετική ανωμαλία του προσώπου, μετά από τη χειλεοσχιστία και την υπερωιοσχιστία.

Συνώνυμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύνδρομο της ημιπροσωπικής μικροσωμίας αναφέρεται επίσης και με διάφορα άλλα ονόματα, όπως:

  • Ετερόπλευρη δυσπλασία του προσώπου
  • Σύνδρομο του πρώτου και δεύτερου βραγχιακού τόξου
  • Στόματο-κάτω γναθικό-ωτικό σύνδρομο
  • Ωτογναθική δυσόστωση
  • Ετερόπλευρη μικρογναθία συγγενούς αρχής
  • Κρανιοπροσωπική μικροσωμία (ο όρος χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην αμφοτερόπλευρη μορφή της ημιπροσωπικής μικροσωμίας)

Αιτιοπαθογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αιτιολογία του συνδρόμου δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Οι περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζονται σποραδικά και λιγότερες ως κληρονομούμενης διαταραχής. Όπως επεσήμανε ο R.Gorlin[1], ο κληρονομικός παράγων δεν πρέπει να ενοχοποιείται, παρά μόνον για το 1-2% των περιπτώσεων. Πειραματικές μελέτες του Poswillo[2] υποστήριξαν την άποψη ότι ο παθογενετικός μηχανισμός του συνδρόμου πρέπει να σχετίζεται με εστιακή νέκρωση ιστών στην περιοχή του αναπτυσσόμενου κλάδου της γνάθου, που συμβαίνει περίπου γύρω από την 5η εβδομάδα της εμβρυϊκής ζωής. Η κατάσταση εξελίσσεται σε έμβρυα, όταν κάποιας μορφής αγγειακό πρόβλημα, όπως πήξης του αίματος οδηγεί σε ανεπαρκή παροχή αίματος στο συγκεκριμένο σημείο του προσώπου. Αυτό μπορεί να προκληθεί και από τραύμα, που περιορίζει την αναπτυξιακή δυνατότητα της συγκεκριμένης περιοχής του προσώπου. Επί του παρόντος, δεν έχει υπάρχει κοινώς αποδεκτός αιτιοπαθογενετικός μηχανισμός.

Κλινική εικόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύνδρομο ημιπροσωπικής μικροσωμίας είναι ετερόπλευρο, ενώ σπανίως παρατηρείται και σε αμφοτερόπλευρη μορφή, οπότε και αναφέρεται ως κρανιοπροσωπική μικροσωμία. Όμως και τότε ακόμη, η δυσπλασία προσβάλλει σε διαφορετικό βαθμό τα δύο ημιμόρια με αποτέλεσμα να παρατηρείται συχνά σχετική ασυμμετρία.

Κορίτσι που πάσχει από ημιπροσωπική μικροσωμία της δεξιάς πλευράς τύπου ΙΙΙ: a) και b) φωτογραφίες που δείχνουν την ασυμμετρία, ωτίδιο στην προωτιαία χώρα, το χαμηλό πτερύγιο του αυτιού και τη μακροστομία, c) μετατόπιση του κάτω οδοντικού φραγμού προς τα δεξιά d) το βέλος δείχνει το έλλειμμα στον κλάδο της γνάθου.

Η κλινική παρουσίαση της ημιπροσωπικής μικροσωμίας ποικίλει.Χαρακτηριστική είναι η υποπλασία ή και η αγενεσία της κονδυλοειδούς αποφύσεως της κάτω γνάθου, που απαντά είτε ως περιορισμένη στην κονδυλοειδή απόφυση βλάβη, είτε στα πλαίσια μιας περισσότερο εκτεταμένης βλάβης, στην οποία συμμετέχουν, με διάφορο βαθμό απλασίας ή υποπλασίας, τμήματα ή και ολόκληρος ο κλάδος της κάτω γνάθου. Εκτός όμως από τις διαταραχές που αφορούν την κάτω γνάθο, η ημιπροσωπική μικροσωμία χαρακτηρίζεται από ελλειμματική διάπλαση των μασητηρίων μυών. Επίσης, συχνά παρατηρούνται δυσπλασίες του αυτιού, όπως είναι η ατρησία του έξω ακουστικού πόρου, η ύπαρξη πολλών μικρών ωτιδίων στην προωτιαία χώρα και η χαμηλότερη έκφυση του πτερυγίου του αυτιού. Η μακροστομία στις περιπτώσεις ημιπροσωπικής μικροσωμίας μπορεί να είναι τόσο ευρεία, ώστε η απόσταση μεταξύ της συγχειλίας και του πτερυγίου του αυτιού να είναι μικρότερη κατά δύο ή και περισσότερα εκατοστά από την αντίστοιχη απόσταση στην υγιή πλευρά. Τέλος, σε μερικές περιπτώσεις η διάπλαση του ζυγωματικού τόξου είναι ατελής και σε άλλες συνυπάρχει παράλυση του προσωπικού νεύρου.

Συνέπεια της ποικιλομορφίας του συνδρόμου είναι σε άλλες περιπτώσεις να κυριαρχούν τα σημεία της δυσπλασίας του έξω αυτιού και άλλοτε η δυσπλασία να εμφανίζεται περισσότερο στην κάτω γνάθο και στο στόμα. Μερικοί άνθρωποι με ημιπροσωπική μικροσωμία μπορεί να έχουν νευροαισθητήρια απώλεια ακοής και μείωση της οξύτητας της όρασης[3]. Διανοητική αναπηρία συνήθως δεν συνυπάρχει σε άτομα με ημιπροσωπική μικροσωμία[4].

Η ημιπροσωπική μικροσωμία πρέπει να διαφοροποιείται από το σύνδρομο Treacher Collins, καθώς μικρογναθία της κάτω γνάθου παρατηρείται και σε ασθενείς που πάσχουν από το σύνδρομο γναθοπροσωπικής δυσόστωσης, το οποίο αναφέρεται και ως σύνδρομο Treacher-Collins. Το τελευταίο αυτό σύνδρομο, εκτός από τη μικρογναθία, χαρακτηρίζεται από αντιμογγολοειδή κλίση των βλεφαρικών σχισμών, υποπλασία των ζυγωματικών οστών, τα οποία εμφανίζουν και σχισμή στο έξω τμήμα του υποκογχίου χείλους, καθώς και από κολοβώματα του κάτω βλεφάρου. Το σύνδρομο αυτό είναι κληρονομικό και παρουσιάζεται με ποικίλλουσα έκφραση.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Figueroa και Pruzanksky[5] κατατάσσουν τους ασθενείς με ημιπροσωπική μικροσωμία σε τρεις διαφορετικούς τύπους:

  • Τύπος Ι : Υποπλασία του κλάδου , αλλά και του σώματος της κάτω γνάθου.
  • Τύπος ΙΙ : Ο κόνδυλος και ο κλάδος της κάτω γνάθου είναι σαφώς μικρότεροι σε μέγεθος. Κροταφική γλήνη δεν υπάρχει και ο κόνδυλος αρθρώνεται σε μια επίπεδη ή κυρτή επιφάνεια του κροταφικού οστού. Η κορωνοειδής απόφυση, όπου καταφύεται ο κροταφίτης μυς, είναι υποπλαστική.
  • Τύπος ΙΙΙ : Ο κλάδος της κάτω γνάθου είναι υποτυπώδης σαν ένα λεπτό έλασμα οστού ή είναι παντελώς απών. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο της κροταφογναθικής διάρθρωσης. Σαφής κορωνοειδής απόφυση δεν υπάρχει.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεαρός άνδρας πάσχων από δεξιά ημιπροσωπική μικροσωμία τύπου Pruzanski I, στον οποίο η επιμήκυνση της κάτω γνάθου πραγματοποιήθηκε με διατατική οστεογένεση του δεξιού ημιμορίου της γνάθου σε δύο φάσεις και η αποκατάσταση ολοκληρώθηκε με οστεοτομία για μετατόπιση της άνω γνάθου. [6] Φωτογραφίες του αρρώστου: a) πριν και b) μετά τη θεραπεία. Σύγκριση του επιπέδου των δοντιών: c) πριν και d) μετά τη θεραπεία.

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, ασθενείς με ημιπροσωπική μικροσωμία μπορούν να αντιμετωπιστούν με διάφορες θεραπευτικές επιλογές. Ανάλογα με την θεραπεία που θα απαιτηθεί, σε αρκετές περιπτώσεις κρίνεται σκόπιμο να αναβάλλεται η θεραπεία, καθώς η ανάπτυξη του προσώπου μπορεί να αναδείξει ή να αυξήσει τα συμπτώματα. Όταν η χειρουργική επέμβαση είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα όταν υπάρχει σοβαρή παραμόρφωση της γνάθου, εφαρμόζονται οστεοτομίες επιμηκύνσεως της γνάθου ή χρησιμοποιείται ένα χονδροπλευρικό αυτομόσχευμα κατάλληλα διαμορφωμένο, ώστε να αποδώσει το επιθυμητό σχήμα της γνάθου[7]. Σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις κρίνεται προτιμότερη η χρησιμοποίηση τεχνικών διατατικής οστεογένεσης.

Η θεραπεία για τους ασθενείς αυτούς εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της νόσου. Σύμφωνα με την ταξινόμηση Pruzanksky, εάν ο ασθενής έχει μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα, η χειρουργική επέμβαση επιβάλλεται. Οι χειρουργικές επεμβάσεις επιμηκύνσεως της γνάθου ή/και διατατικής οστεογένεσης συνδυάζονται και με ορθοδοντική θεραπεία[8]. Τέλος οι ασθενείς με προβλήματα ακοής μπορούν επίσης να επωφεληθούν και από ένα οστεοενσωματούμενο ακουστικό.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Gorlin, R. J., Cohen, M. M.,Levin, S. L.: Syndromes of the Head and Neck (3nd ed). Oxford University Press, New York, 1990, σελ.641-649.ISBN 0-19-504518-1
  2. Poswillo, D. E.: Orofacial malformations. Proc. Roy. Soc. Med., 67, 343-349, 1974.
  3. Gorlin, R. J., Cohen, M. M.,Levin, S. L.: Syndromes of the Head and Neck (3nd ed). Oxford University Press, New York, 1990, σελ643.ISBN 0-19-504518-1
  4. Gorlin, R. J., Cohen, M. M.,Levin, S. L.: Syndromes of the Head and Neck (3nd ed). Oxford University Press, New York, 1990, σελ.644.ISBN 0-19-504518-1
  5. Figueroa, AA; Pruzansky, S (1982). «The external ear, mandible and other components of hemifacial microsomia». Journal of Maxillofacial Surgery 10 (4): 200–11. doi:10.1016/S0301-0503(82)80042-8. PMID 6961179. 
  6. Καρακάση, Δ.Θ. και Λαζαρίδη, Ν.Θ.: Στοματική και γναθοπροσωπική χειρουργική, Τόμος Γ΄, Εκδόσεις Α. Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη, 2010, σελ.272-273. ISBN 978-960-9465-02-1
  7. Obwegeser, H. L.: Correction of the skeletal anomalies of otomandibular dysostosis, J. Max-fac. Surg., 2, 73-92, 1974.
  8. Hansen, PR (1999). «Orthodontic management of the patient undergoing mandibular distraction osteogenesis.». Seminar in Orthodontics 5: 25–34. PMID 10371937.