Μαρία Φαουστίνα Κοβάλσκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φαουστίνα Κοβάλσκα
200px-Faustina.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Faustyna Kowalska (Πολωνικά)
Γέννηση25  Αυγούστου 1905[1][2][3][4][5]
Głogowiec, Łęczyca County[2]
Θάνατος5  Οκτωβρίου 1938[1][2][3][4][5]
Κρακοβία
Χώρα πολιτογράφησηςΠολωνία
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
Eορτασμός αγίου5 Οκτωβρίου
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΠολωνικά[6]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμοναχή
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΑπόστολοι
Ιστότοπος
www.faustyna.pl
Υπογραφή
Podpis Faustyna Kowalska.jpg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Μάρια Φαουστίνα Κοβάλσκα (πολωνικά: Maria Faustyna Kowalska), γεννημένη ως Χελένα Κοβάλσκα (Helena Kowalska) (25 Αυγούστου 1905 - 5 Οκτωβρίου 1938), επίσης γνωστή ως Αγία Μάρια Φαουστίνα Κοβάλσκα του Ευλογημένου Μυστηρίου και πιο λαϊκά ως Φαουστίνα, ήταν Πολωνή Ρωμαιοκαθολική μοναχή της Παναγίας του Ελέους και μυστικίστρια, αποκαλούμενη «Απόστολος του Θείου Ελέους». Μακαριοποιήθηκε το 1993, αγιοποιήθηκε το 2000 και η μνήμη της τιμάται από την Καθολική Εκκλησία στις 5 Οκτωβρίου.[7]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κοβάλσκα γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου το 1905 στο χωριό Γκουογκόβιετς κοντά στο Λοτζ, μια κλωστοϋφαντουργική βιομηχανική πόλη της Πολωνίας, τότε τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, το τρίτο από δέκα παιδιά μιας οικογένεια φτωχών αγροτών. Σε ηλικία 16 ετών σταμάτησε το σχολείο και άρχισε να εργάζεται σε μια οικογένεια φροντίζοντας το σπίτι και και τον γιο τους για να βοηθήσει τους γονείς της και να στηρίξει τον εαυτό της. Μετά από ένα χρόνο, ενημέρωσε τους γονείς της για την επιθυμία της να μπει στο μοναστήρι και δύο φορές αντιμετώπισε την άρνησή τους.

Η Φαουστίνα αισθάνθηκε αρχικά μια κλήση στη θρησκευτική ζωή όταν ήταν μόλις επτά ετών και παρακολούθησε την Έκθεση του Ευλογημένου Μυστηρίου.

Το 1924, σε ηλικία 19 ετών, η Φαουστίνα βίωσε το πρώτο της όραμα για τον Ιησού. Ενώ βρισκόταν σε χορό στο χωριό της με την αδερφή της Ναταλία, η Φαυστίνα είδε τον Ιησού. Σύμφωνα με την ίδια, ο Ιησούς της έδωσε οδηγίες να φύγει αμέσως για τη Βαρσοβία και να μπει σε μοναστήρι.[8]

Η Φαουστίνα ετοίμασε αμέσως τις αποσκευές της και αναχώρησε το επόμενο πρωί έχοντας ενημερώσει μόνο την αδελφή της. Όταν έφτασε στη Βαρσοβία, μπήκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου, την πρώτη εκκλησία που συνάντησε και παρακολούθησε τη Λειτουργία. Ενώ βρισκόταν στη Βαρσοβία, η Φαουστίνα προσπάθησε να μπει σε πολλά διαφορετικά μοναστήρια, αλλά δεν έγινε δεκτή, μερικές φορές απορρίφθηκε λόγω της φτώχειας της.

Τέλος, η ηγουμένη των Αδελφών της Παναγίας του Ελέους την δέχθηκε υπό τον όρο ότι θα πληρώσει για το θρησκευτική της αμφίεση. Δουλεύοντας πάλι ως οικονόμος, άρχισε να εξοικονομεί χρήματα και να τα καταθέτει στο μοναστήρι.

Μοναχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίνακας του Βασιλέα του Θείου Ελέους, 1934, Ευγένιος Καζιμιερόφσκι

Στις 30 Απριλίου 1926, σε ηλικία 20 ετών, έλαβε το θρησκευτικό όνομα της αδελφής Μαρίας Φαουστίνας του Ευλογημένου Μυστηρίου και το 1928, πήρε τους πρώτους θρησκευτικούς όρκους της ως μοναχή.

Κατά τη διάρκεια των δεκατριών χρόνων της ως μοναχή, η Φαουστίνα υπηρέτησε σαν μαγείρισσα, κηπουρός και αχθοφόρος στα διάφορα σπίτια της εκκλησίας (Βαρσοβία, Πουότσκ, Βίλνιους, Κρακοβία).

Η πίστη της την οδήγησε σε μια βαθιά μυστικιστική εσωτερική ζωή. Άρχισε να έχει οράματα, να λαμβάνει αποκαλύψεις και να βιώνει κρυμμένα στίγματα.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1931, ο Ιησούς επισκέφθηκε τη Φαουστίνα, εμφανίστηκε ως «Βασιλιάς του Θείου Ελέους» φορώντας ένα λευκό ένδυμα με κόκκινες και απαλές ακτίνες που προέρχονταν από την καρδιά του. Της ζήτησε να γίνει απόστολος και γραμματέας του ελέους του Θεού, να είναι ελεήμων στους άλλους, και όργανο για την επανεμφάνιση του ελέους του Θεού στον κόσμο.[9]

Κατόπιν παρακίνησης του πνευματικού των μοναχών, Μίχαου Σοπότσκο, άρχισε να γράφει αυτές τις μυστικές εμπειρίες σε ένα ημερολόγιο. Καθώς ήταν σχεδόν αναλφάβητη, έγραφε με φωνητική γραφή, χωρίς σημεία στίξης κλ, και έφτασε να γράψει σχεδόν 700 σελίδες. Μια κακή μετάφραση έφτασε στη Ρώμη το 1958 και χαρακτηρίστηκε αιρετική. Ωστόσο, όταν ο Κάρολ Βοϊτίλα (Πάπας Ιωάννης Παύλος Β') έγινε Αρχιεπίσκοπος της Κρακοβίας, έλαβε πολλά αιτήματα για επανεξέταση. Παράγγειλε μια καλύτερη μετάφραση και οι αρχές του Βατικανού συνειδητοποίησαν ότι αντί για αίρεση, το έργο διακήρυττε την αγάπη του Θεού. Δημοσιεύτηκε ως Θεϊκό Έλεος στην Ψυχή μου.

Σε αυτό το βιβλίο, περιγράφει τις μυστικές της εμπειρίες και προσδιόρισε τα αιτήματα που ο Χριστός της μετέδωσε. [10]

Στο ημερολόγιό της, η Φαουστίνα έγραψε:

«Το βράδυ, όταν ήμουν στο κελί μου, συνειδητοποίησα ότι εμφανίστηκε ο Κύριος Ιησούς ντυμένος με ένα λευκό ρούχο. Το ένα χέρι υψώθηκε σε ευλογία, το άλλο άγγιζε το ένδυμα στο στήθος. Από το άνοιγμα του ενδύματος στο στήθος ανέβλυζαν δύο μεγάλες ακτίνες, μία κόκκινη και η άλλη ανοιχτόχρωμη. Σιωπηλά, κοίταξα τον Κύριο, η ψυχή μου είχε κατακλυστεί από φόβο, αλλά και μεγάλη χαρά. Μετά από λίγο ο Ιησούς μου είπε, «ζωγράφισε μια εικόνα σύμφωνα με ό,τι βλέπεις, με την επιγραφή: Ιησού, σε εμπιστεύομαι».

Η Αγία Φαουστίνα περιγράφει επίσης ότι κατά τη διάρκεια της εμφάνισης, ο Ιησούς της εξήγησε ότι ήθελε η εικόνα του Θείου Ελέους να ευλογηθεί επίσημα την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα. «Αυτή η Κυριακή θα είναι η Γιορτή του Ελέους».

Ο Ιησούς της ζήτησε επίσης να είναι πρότυπο ελέους για τους άλλους, να ζήσει όλη της τη ζωή, με παράδειγμα τον Χριστό, ως θυσία. Σχεδίασε μόνη της, σύμφωνα με το όραμα που είχε σε ένα κομμάτι χαρτί με χρωματιστά μολύβια ένα αρχικό σχέδιο και το 1934 ανέθεσε στον Ευγένιο Καζιμιερόφσκι να ζωγραφίσει τον πίνακα, που τον ζωγράφισε υπό την καθοδήγησή της και με βάση το αρχικό της σχέδιο, παρουσιάζοντας ένα κόκκινο και λευκό φως που λάμπει από την Ιερή Καρδιά του Χριστού.[11]

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1936, η Φαουστίνα αρρώστησε σοβαρά, πιθανώς από φυματίωση και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο στην Κρακοβία. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της προσευχόμενη για τη μετάνοια των αμαρτωλών. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής της έγραφε το ημερολόγιό της.

Τον Ιούνιο του 1938 δεν ήταν πλέον σε θέση να γράψει και έγινε εμφανές ότι δεν είχε πολύ χρόνο για να ζήσει. Πέθανε στις 5 Οκτωβρίου 1938. Κατά την απογραφή του κελιού της, η ηγουμένη βρήκε στο συρτάρι του τραπεζιού το αρχικό σχέδιο της εικόνας του Χριστού της Θεϊκής Ευσπλαχνίας, που είναι πλέον διαδεδομένη σε όλο τον κόσμο.

Αγία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αδελφή Μάρια Φαουστίνα μακαριοποιήθηκε στις 18 Απριλίου 1993, στη συνέχεια αγιοποιήθηκε στις 30 Απριλίου 2000 από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β' στη Ρώμη ως Αγία Φαουστίνα Κοβάλσκα. Η Καθολική Εκκλησία έχει αναγνωρίσει ότι η «μυστική ζωή της ήταν εξαιρετικά πλούσια». Η μνήμη της τιμάται από την Καθολική Εκκλησία στις 5 Οκτωβρίου.[12]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]