Ευθύφρων (Πλατωνικός διάλογος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Ευθύφρων είναι ένας πρώιμος διάλογος του Πλάτωνα που διαδραματίζεται λίγες ημέρες πριν από τη δίκη του Σωκράτη (399 π.Χ.) ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Ευθύφρονα.

Οι δύο διαλεγόμενοι επιχειρούν να προσδιορίσουν τι σημαίνει «ευσέβεια» (τὸ εὐσεβές, τὸ ὅσιον), αλλά μετά από επανειλημμένες προσπάθειες παραδέχονται ότι δεν μπόρεσαν να πετύχουν το στόχο τους, γι’ αυτό και ο διάλογος χαρακτηρίζεται «πειραστικός» σαν ένα αποτυχημένο πείραμα, όπως χαρακτηρίζονται και άλλοι πρώιμοι διάλογοι του Πλάτωνα.

Τα πρόσωπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σωκράτης είναι κατ’ εκείνο το έτος περίπου 70 ετών και κατηγορείται για το ότι επί χρόνια διέφθειρε τους νέους εισηγούμενος καινούριους θεούς (εννοείται το περίφημο σωκρατικό «δαιμόνιο») και μη αποδεχόμενος τους παλιούς. Η μήνυση που έχει κατατεθεί εναντίον του επικεντρώνεται στη ασέβειά του· είναι λοιπόν εύλογο να ενδιαφέρεται ο Σωκράτης για την έννοια της ευσέβειας.

Ο Ευθύφρων είναι ένα ιερό πρόσωπο, ένας μάντης, ο οποίος προσέρχεται στην επονομαζόμενη «βασιλέως στοά» της Αθήνας, όπου βρίσκεται η έδρα του ανώτατου δικαστικού άρχοντα. Σκοπός του είναι να καταθέσει μήνυση ενάντια στον ίδιο τον πατέρα του. Όπως διηγείται (4a-d), ο πατέρας του συνέλαβε έναν υπηρέτη του επειδή είχε σκοτώσει ένα μισθωτό εργάτη, έδεσε τον υπηρέτη χειροπόδαρα και τον έριξε σε ένα λάκκο, αφήνοντάς τον να πεθάνει από την πείνα και το κρύο. Θεωρώντας ότι ο θεϊκός νόμος δεν κάνει εξαιρέσεις για τους συγγενείς αλλά απαιτεί την καταγγελία ακόμα και των πιο οικείων, ο Ευθύφρων αναλαμβάνει τώρα να καταγγείλει τον πατέρα του ως δολοφόνο.

Δεν είναι γνωστό, εάν ο Ευθύφρων είναι ένα ιστορικό πρόσωπο ή πλασμένο από τον Πλάτωνα, αλλά στο όνομά του διαφαίνεται μια ειρωνική αιχμή, επειδή αυτός φέρεται να διαθέτει ευθεία φρόνηση, δηλαδή ευθυκρισία και σωφροσύνη.

Ανάλυση περιεχομένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σωκράτης
  • 1ος ορισμός:

Ο Σωκράτης δεν επικρίνει τον Ευθύφρονα για την απόφασή του να καταγγείλει τον πατέρα του. Αντίθετα, παρουσιάζεται πρόθυμος να μάθει από αυτόν τι είναι ευσέβεια και τι ασέβεια, με τη δικαιολογία ότι μαθαίνοντάς τα θα μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κατήγορό του στην επικείμενη δίκη (5a-c).

Το σωκρατικό ερώτημα διατυπώνεται ως αναζήτηση εκείνης της γενικής έννοιας, βάσει της οποίας μπορεί να κριθεί κάθε ευσεβής και κάθε ασεβής πράξη. Αντί γι’ αυτήν, ο Ευθύφρων προσδιορίζει ως ευσέβεια εκείνο που επιχειρεί να κάνει ο ίδιος, καταδιώκοντας όποιον φόνευσε ή έκανε κάποια ιεροσυλία, έστω και αν αυτός είναι ο πατέρας του. Φέρνει μάλιστα ως επιχείρημα ότι και ο ίδιος ο Δίας ακρωτηρίασε τον πατέρα του, τον Κρόνο, επειδή αδίκησε καταπίνοντας τα παιδιά του (5c-6a). Ο Σωκράτης αντικρούει αυτή την απάντηση λέγοντας ότι αυτά είναι παραδείγματα ασέβειας και ευσέβειας, ενώ αυτός ζήτησε την «ιδέα» (εἶδος), δηλαδή το ουσιώδες κριτήριο, βάσει του οποίου μπορούν να κριθούν οι πράξεις ως ευσεβείς ή ασεβείς.

  • 2ος ορισμός:

Ο Ευθύφρων προσφέρει ένα δεύτερο ορισμό λέγοντας ότι η ευσέβεια είναι «αυτό που αρέσει στους θεούς» (6e-7a). Ο Σωκράτης παραδέχεται ότι αυτή είναι μια γενική έννοια αλλά υποστηρίζει ότι και αυτή πάσχει, διότι οι θεοί δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους και διαφοροποιούνται ως προς το τι τους αρέσει. Έτσι, κάθε θεϊκή διχογνωμία καθιστά μια πράξη ταυτόχρονα ευσεβή και ασεβή – κάτι λογικά αδύνατο. Αυτή η ένσταση υπονοεί ότι το κριτήριο δεν μπορεί να είναι μια υποκειμενική ευαρέσκεια ή δυσαρέσκεια, αλλά κάτι αντικειμενικό.

  • 3ος ορισμός:

Η τρίτη προσπάθεια ορισμού συνίσταται στο ότι η ευσέβεια είναι κάτι το οποίο όλοι οι θεοί αγαπούν (9d-e). Αυτός ο ορισμός ξεπερνά τη δυσκολία της κατ’ άτομο ευαρέσκειας, αλλά κρίνεται επίσης ως ελαττωματικός. Ο Σωκράτης αποκαλύπτει το ελάττωμα θέτοντας το γνωστό ως "δίλημμα του Ευθύφρονα": Η ευσέβεια είναι άραγε ευσέβεια επειδή αγαπάται από τους θεούς, ή μήπως αγαπάται από τους θεούς επειδή είναι ευσέβεια; Αυτό είναι ένα δίλημμα που διήγειρε πολλές θεολογικές διαμάχες μετά τον Πλάτωνα, μολονότι ο Σωκράτης διευκρινίζει αμέσως, ποια είναι η ορθή απάντηση: Το αιτιολογικό θεμέλιο, στο οποίο στηρίζεται η ευσέβεια, δεν μπορεί να είναι η αγάπη των θεών, διότι αντίθετα η αγάπη των θεών έχει ως αίτιο την ευσέβεια των ανθρώπων. Μια πράξη δεν γίνεται ευσεβής επειδή την αγαπούν οι θεοί, αλλά είναι ευσεβής αφ’ εαυτής και πριν από κάθε θεϊκή ανταπόκριση. Το θεοφιλές είναι μια πρόσθετη ιδιότητα (11a: πάθος) της ευσέβειας και όχι η ουσία της.

  • 4ος ορισμός:

Επειδή ο Ευθύφρων έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, αναλαμβάνει ο Σωκράτης να τον βοηθήσει προτείνοντας τη δικαιοσύνη ως γενική περιοχή, εντός της οποίας βρίσκεται η ευσέβεια ως κάτι ειδικότερο (12d): «μόριον γὰρ τοῦ δικαίου τὸ ὅσιον»[1]. Πράγματι, για να ορίσουμε την ευσέβεια είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τη γενική περιοχή (γένος), αλλά και την «ειδοποιό» διαφορά, η οποία διαφοροποιεί την ευσέβεια ως ειδική περιοχή (εἶδος, λατιν. species) από τη δικαιοσύνη. Ποιο είναι λοιπόν εκείνο το μέρος της δικαιοσύνης που διαφοροποιεί την ευσέβεια από κάθε άλλο; Ο Ευθύφρων απαντά (12e): είναι το μέρος που αναφέρεται στην υπηρεσία προς τους θεούς, ενώ ό,τι υπηρετεί τους ανθρώπους αποτελεί το υπόλοιπο μέρος της δικαιοσύνης. Ακόμα και σ’ αυτό ο Σωκράτης αντιτείνει ότι υπάρχει μια ασάφεια: Ποιος είναι ο σκοπός, προς τον οποίο τείνει η ευσέβεια ως υπηρεσία προς τους θεούς; Όχι, βέβαια, το να κάνει τους θεούς καλύτερους από ό,τι αυτοί είναι, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν μια ύβρις έναντι των θεών, οι οποίοι θεωρούνται άριστοι και τέλειοι. Απαιτείται λοιπόν μια ακόμα προσπάθεια.

  • 5ος ορισμός:

Ο Ευθύφρων προτείνει έναν τελευταίο ορισμό (14b): Ευσέβεια είναι το να γνωρίζει κάποιος να ευχαριστεί τους θεούς με προσευχές και θυσίες, κι αυτό είναι κάτι που σώζει και τα σπίτια των ιδιωτών και τα κοινά συμφέροντα των πόλεων.

Ο Σωκράτης δεν ικανοποιείται ούτε με αυτή την προσπάθεια. Διότι εάν η ευσέβεια είναι μια τέτοια ανθρώπινη γνώση, τότε ισοδυναμεί με γνώση του τι ζητούμε από τους θεούς και τι τους προσφέρουμε, άρα ένα είδος εμπορικής ανταλλαγής (14e)[2]. Και παραμένει αδιευκρίνιστο, ποια ωφέλεια έχουν οι θεοί από όσα τους προσφέρουμε, ώστε φαίνεται να πλεονεκτούμε λαμβάνοντας αγαθά χωρίς αυτοί να ωφελούνται σε κάτι.

Σ’ αυτό το σημείο ο Ευθύφρων εγκαταλείπει βιαστικά τη συζήτηση.

Βιβλιογραφία - Νεοελληνικές μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καπρούλιας, Απόστολος: «Η φιλοσοφική ανθρωπολογία της θρησκείας στον πλατωνικό Ευθύφρονα». Φιλοσοφείν: επιστήμη, εύνοια, παρρησία 10 (2014), 155-166.
  • Πλάτων: Ευθύφρων. Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια Αδ. Ν. Διαμαντόπουλος. Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1938.
  • Πλάτων: Ευθύφρων. Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια Νικόλαος Μ. Σκουτερόπουλος. Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1982.
  • Πλάτων: Ευθύφρων. Μετάφραση Φιλολογική Ομάδα Κάκτου. Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1994.
  • Πλάτων: Η δίκη του Σωκράτη: Ευθύφρων, Απολογία, Κρίτων. Μετάφραση Τάκης Θεοδωρόπουλος. Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2007 (2η έκδοση: Εκδόσεις Μίνωας, Αθήνα 2019).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύγκρινε τα πλατωνικά χωρία: Πρωταγόρας 325a και 329c, όπου η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η ευσέβεια ως ένα και το αυτό χαρακτηρίζονται: «αρετή του ανδρός».
  2. Σύγκρινε το χωρίο του Πλάτωνος, Αλκιβιάδης 149e-150a, όπου λέγεται ότι θα ήταν φοβερό, αν οι θεοί απέβλεπαν στα δώρα και στις θυσίες μας και όχι στην ψυχή μας, δηλαδή κατά πόσο κάποιος είναι ευσεβής και δίκαιος.