Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (συντ.: Ε.Ε.Α.Μ.) ή Εργατικό Ε.Α.Μ. ήταν το συλλογικό κίνημα των εργαζομένων στην Ελλάδα κατά την περίοδο της κατοχής (1941-1944).

Ίδρυση του Εργατικού Ε.Α.Μ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εργατικό Ε.Α.Μ. ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 1941 από τη σύμπραξη τριών συνδικαλιστικών ομάδων, δηλαδή των κομμουνιστών, των ρεφορμιστών (συντηρητικών) και των σοσιαλιστών.

Την πρωτοβουλία για την ίδρυσή του είχαν οι κομμουνιστές συνδικαλιστές ,ύστερα από τη σύγκληση και συνεδρίαση της 6ης Ολομέλειας του Κ.Κ.Ε., στις αρχές Ιουλίου 1941, που απεύθυνε έκκληση “στον ελληνικό λαό, τα κόμματα και τις οργανώσεις του σε ένα εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης” [1].

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι ιθύνοντες του Κ.Κ.Ε. και συγκεκριμένα ιδίως ο αντιπρόσωπός του εκείνη την εποχή για επαφές με τα άλλα κόμματα και οργανώσεις Λευτέρης Αποστόλου δεν δίστασαν να προσεγγίσουν για την σύμπηξη του Εργατικού Ε.Α.Μ. άτομα αντιδραστικής προέλευσης ή και συνεργάτες των κατακτητών, όπως τον Γιάννη Καλομοίρη, αρχηγό των ρεφορμιστών και χαρακτηριστικό παράδειγμα «εργατοπάτερα», και τον διορισμένο από την κατοχική κυβέρνηση πρόεδρο της Γ.Σ.Ε.Ε. Καλύβα [2]. Ενδεχομένως λόγω αυτής της προσεγγίσεως, η συνδικαλιστική παράταξη των σοσιαλιστών αρχικώς δίστασε να συμπράξει στο εγχείρημα.

Οι βασικοί εκπρόσωποι της κομμουνιστικής συνδικαλιστικής παρατάξεως ήταν ο Κώστας Λαζαρίδης και ο Κώστας Θέος, καπνεργάτες. Ο βασικός εκπρόσωπος της σοσιαλιστικής παρατάξεως ήταν ο Δημήτρης Στρατής, σιδηροδρομικός, ενώ τη ρεφορμιστική πτέρυγα εκπροσωπούσε ο προαναφερθείς Καλομοίρης [3].

Στόχοι και πρόγραμμα του Εργατικού Ε.Α.Μ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βασικοί στόχοι του Εργατικού Ε.Α.Μ., σύμφωνα με τον σοσιαλιστή συνδικαλιστή Δημήτρη Στρατή, ήταν οι ακόλουθοι:

«1. Να οργανώσει την πάλη της εργατικής τάξεως για τις καθημερινές οικονομικές διεκδικήσεις.

2. Να υπερασπισθεί τα κεκτημένα συνδικαλιστικά δικαιώματα της εργατικής τάξης.

3. Να παλέψει ενάντια στη συστηματική ληστεία του τόπου μας, που γίνεται από τις δυνάμεις κατοχής.

4. Να εργασθεί για τη συνεννόηση όλων των αριστερών δυνάμεων της χώρας (κομμουνιστών, σοσιαλιστών, αριστερών δημοκρατικών) σε ένα συνασπισμό της Αριστεράς που ύστερα από το διώξιμο των κατακτητών θα διεκδικήσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και τη διακυβέρνηση της χώρας με βάση ένα κοινό πρόγραμμα.

5. Να παλέψει ενάντια στην αισχροκέρδεια και τη μαύρη αγορά.

6. Να εργασθεί για τη συγκρότηση του ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ από όλα τα κόμματα και τις κάθε είδους οργανώσεις που θέλουν να παλέψουν για το διώξιμο του ξένου κατακτητού και την απελευθέρωση της χώρας μας από τον ξένο ζυγό.

7. Να συντονίσει την απελευθερωτική πάλη της εργατικής τάξεως καθώς και την πάλη για τις καθημερινές διεκδικήσεις, με την πάλη που διεξάγουν ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα οι εργατικές οργανώσεις της ΕΣΣΔ, της Αγγλίας, της Αμερικής και της Κίνας καθώς και οι εργατικές οργανώσεις των υποδουλωμένων στον Άξονα χωρών και ιδιαίτερα των αδελφών βαλκανικών λαών» [4]

Το Πρόγραμμα του Εργατικού Ε.Α.Μ. συμπεριελάμβανε τρία (3) βασικά μέρη: α)το καθαρά συνδικαλιστικό μέρος ,που αφορούσε οικονομικές διεκδικήσεις και συνδικαλιστικά δικαιώματα, β)το αντιστασιακό μέρος , που αφορούσε την πάλη κατά των κατακτητών, γ)το πολιτικό μέρος που ενέκειτο στην προσπάθεια δημιουργίας ενός αριστερού κόμματος που θα κυβερνούσε μετά τον πόλεμο την Ελλάδα προς όφελος των εργαζομένων [5].

Η ίδρυση του Εργατικού Ε.Α.Μ. προηγήθηκε της ιδρύσεως του Ε.Α.Μ. (Σεπτέμβριος 1941), της οποίας υπήρξε προπομπός.

Δομή του Εργατικού Ε.Α.Μ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δομή του του Εργατικού Ε.Α.Μ. ήταν η ακόλουθη: Στην κορυφή υπήρχε η Γραμματεία και η Κεντρική Επιτροπή. Κάτω από την Κεντρική Επιτροπή ίσταντο οι Επιτροπές Πόλεων . Οι Επιτροπές Πόλεων κατεύθυναν τη δράση των Κλαδικών Επιτροπών, των Εργοστασιακών Επιτροπών και των Επιτροπών Ανέργων, οι οποίες είχαν την εποπτεία ομάδων εργαζομένων ή ανέργων μελών του Ε.Ε.Α.Μ.[5].

Από απόψεως συγκροτήσεως των οργάνων του Ε.Ε.Α.Μ., στην κορυφή (Γραμματεία, Κεντρική Επιτροπή) επικρατούσε ισοτιμία μεταξύ των τριών παρατάξεων, αλλά στη βάση είχε εμφανή υπεροπλία η κομμουνιστική παράταξη.[6].

Η δράση του Εργατικού Ε.Α.Μ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της κατοχής το Εργατικό Ε.Α.Μ. είχε τόσο παράνομη δράση όσο και «νομιμοφανή δράση». Αφενός οργάνωσε απεργίες, διαδηλώσεις, διένειμε παράνομο υλικό (μπροσούρες, φυλλάδια κ.λπ.) αφετέρου συμμετείχε σε φανερές εκλογές για την ανάδειξη των διοικήσεων σωματείων που λειτουργούσαν φανερά και ήταν μέλη της ελεγχόμενης από την κατοχική κυβέρνηση ΓΣΕΕ.[7].

Είναι αναμφίβολο ότι κατά τη διάρκεια της κατοχής ,το Εργατικό Ε.Α.Μ. ήταν το μόνο συνδικαλιστικό κίνημα που είχε πραγματική επιρροή στους εργαζομένους, ενώ η ΓΣΕΕ εξυπηρετούσε τους στόχους των δυνάμεων κατοχής : να είναι αποδοτικοί οι εργαζόμενοι, να πηγαίνουν στις δουλειές τους, να μη διαμαρτύρονται και να μην απεργούν και , αν χρειαστεί, να πάνε να δουλέψουν στη Γερμανία. Η δράση του Ε.Ε.Α.Μ. συνέβαλε στο να μη μπορέσουν οι κατοχικές δυνάμεις να πετύχουν τους παραπάνω στόχους τους.[8] .

Μεταξύ των συνδικαλιστών του Ε.Ε.Α.Μ. και των συνδικαλιστών της ΓΣΕΕ υπήρχε καθημερινή επαφή είτε στα πλαίσια πολλαπλών διαμαρτυριών κλπ είτε στα πλαίσια της λειτουργίας των Εργατικών Κέντρων, στις διοικήσεις των οποίων υπήρχαν πολλοί εκλεγμένοι που προέρχονταν από το Εργατικό Ε.Α.Μ..

Προκαλεί εντυπώσεις πώς η δράση των μελών του Εργατικού Ε.Α.Μ. εναντίον των οργάνων του επίσημου «συνδικαλισμού», που ήταν τοποτηρητής των συμφερόντων των κατακτητών, δεν επέσυρε ευρείας κλίμακας διώξεις και συνολική πάταξη του Εργατικού Ε.Α.Μ. από τους κατακτητές . Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με βάση το ότι οι "συνδικαλιστές" της Γ.Σ.Ε.Ε. είχαν αφενός κάποιους ηθικούς ενδοιασμούς και αφετέρου φοβούνταν να αναμείξουν άμεσα στηn καθημερινή δράση τους τον κατακτητή, προκειμένου να αποφύγουν τα αντίποινα της Εθνικής Αντίστασης, που θα προκαλούνταν από τις καταγγελίες τους προς τις κατοχικές αρχές.[9] . Βεβαίως, υπήρξαν πολλά κορυφαία, μεσαία, και χαμηλόβαθμα στελέχη του Ε.Ε.Α.Μ. που βρήκαν τον θάνατο , όπως λ.χ. ο Κώστας Λαζαρίδης, ή υπέστησαν βασανιστήρια και διώξεις από τους κατακτητές.

Η πρώτη μεγάλη απεργία που οργανώθηκε από το Εργατικό Ε.Α.Μ. ήταν αυτή που διάρκεσε από τις 7-14 Σεπτεμβρίου 1942 στην Αθήνα και στον Πειραιά, στην οποία συμμετείχαν δημόσιοι υπάλληλοι (οι οποίοι είχαν ως συνδικαλιστικό φορέα αντίστοιχο με το Εργατικό Ε.Α.Μ. την Κεντρική Πανυπαλληλική Επιτροπή), οι Τραπεζικοί,το προσωπικό της Τηλεφωνικής και των Νοσοκομείων,οι εργαζόμενοι της ζυθοποιίας ΦΙΞ, οι εργάτες της ΟΥΛΕΝ (ύδρευση), τροχιοδρομικοί, υφαντουργοί, οι ανθρακωρύχοι της Καλογρέζας,οι σιδηροδρομικοί,οι λιμενεργάτες, αλλά και βιοτέχνες, καταστηματάρχες και ελεύθεροι επαγγελματίες με δικά τους αιτήματα. Το κύριο σύνθημα ήταν "όχι άλλος χειμώνας σαν του '41-42". Η κορύφωση της απεργίας ήταν μια μεγάλη διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας, που εξελίχθηκε σε πολύωρη σύγκρουση με Ιταλούς στρατιώτες και χωροφύλακες. Την άλλη ημέρα η κατοχική κυβέρνηση άρχισε να υποχωρεί :αυξήθηκαν οι μισθοί, τα λαϊκά συσσίτια και οι διανομές τροφίμων, ενώ αφέθηκαν ελεύθεροι οι συλληφθέντες της διαδηλώσεως [10].

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του Ε.Ε.Α.Μ. στη ματαίωση της επιστρατεύσεως των εργαζομένων, που επεχείρησε η κατοχική κυβέρνηση τους πρώτους μήνες του 1943. Συγκεκριμένα, επειδή η εμφάνιση μεγάλων δυσχερειών για τη ναζιστική Γερμανία στο σοβιετικό μέτωπο καθιστούσε αναγκαία τη χρησιμοποίηση εφεδρικών στρατευμάτων από τις κατεχόμενες χώρες, αλλά και εργατικών χεριών στο έδαφος της Γερμανίας, η κατοχική κυβέρνηση της Ελλάδας εξέδωσε στις 30-1-1943 το διάταγμα "περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδος" . Το Εργατικό Ε.Α.Μ. , αξιοποιώντας την εύλογη και έκδηλη αντίθεση του υπόδουλου ελληνικού λαού να πολεμήσει κατά των φυσικών και πραγματικών συμμάχων του,αλλά και να εργασθεί στη Γερμανία, διοργάνωσε δύο μεγάλες απεργίες στις 24 Φεβρουαρίου 1943 και στις 5 Μαρτίου 1943 που ακολουθήθηκαν από διαδηλώσεις πολλών χιλιάδων λαού και κατέληξαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία και τα κατοχικά στρατεύματα. Οι διαδηλωτές κατέλαβαν δύο φορές το Υπουργείο Εργασίας και έκαψαν τους καταλόγους των επιστρατευσίμων. Τα θύματα ήταν πολλά (18 νεκροί και 135 τραυματίες στη διαδήλωση της 5ης Μαρτίου 1943), αλλά το αποτέλεσμα δικαίωσε τους απεργούς-διαδηλωτές : Το βράδυ της 5ης Μαρτίου 1943, οι Γερμανοί ανακοίνωσαν μέσω του Αρχιεπισκόπου Αθηνών ότι ματαιώνεται η πολιτική επιστράτευση [11][12].

Στις 25 Ιουνίου 1943 υπό την καθοδήγηση του Ε.Ε.Α.Μ. διοργανώνεται 24ωρη απεργία, με αφορμή την εκτέλεση 128 κρατουμένων , την οποία ακολουθεί μαζική διαδήλωση. Με βάση τη μαζικότητα της απεργίας και τη μαχητικότητα της διαδήλωσης ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής συμπέρανε ότι το 90% των Ελλήνων αντετίθετο στον Άξονα και ότι ήταν πολύ πιθανή γενική εξέγερση του πληθυσμού [13] .

Στις 22 Ιουλίου 1943 , με την οργανωτική συμμετοχή του Ε.Ε.Α.Μ., διοργανώνεται πανελλήνια διαμαρτυρία, με επιμέρους εκδηλώσεις ανά περιοχές, κατά του ενδεχομένου επεκτάσεως της βουλγαρικής κατοχής σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Οι νεκροί ήταν πολλές δεκάδες και οι τραυματίες εκατοντάδες, αλλά η επιβληθείσα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη κατοχή δεν επεκτάθηκε στην υπόλοιπη Μακεδονία. Μετά τη ματαίωση της πολιτικής επιστρατεύσεως, αυτή ήταν η δεύτερη μεγάλη νίκη του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος στις πόλεις [14].

Πάντως, η δράση του Ε.Ε.Α.Μ. στην υπό βουλγαρική κατοχή Ανατολική Μακεδονία και Θράκη ήταν αμελητέα. Αυτό οφειλόταν στην σκληρή καταπίεση του ελληνικού πληθυσμού των περιοχών αυτών από τα κατοχικά στρατεύματα της Βουλγαρίας, η οποία, επιδιώκοντας να προσαρτήσει τις περιοχές αυτές, εφάρμοζε μέτρα καθημερινής τρομοκρατίας, που περιλάμβαναν μαζικές εκτελέσεις, δολοφονίες, μεταφορές σε στρατόπεδα εργασίας στη Βουλγαρία, εγκατάσταση Βουλγάρων εποίκων κλπ.[15].

Τον Μάρτιο 1944, αμέσως μετά την ίδρυση της Π.Ε.Ε.Α., το Ε.Ε.Α.Μ. μετέφερε την έδρα του από την Αθήνα στην ελεγχόμενη από το Ε.Α.Μ. ορεινή Ελλάδα [16].

Λίγο πριν από την απελευθέρωση , το Εργατικό Ε.Α.Μ. αυτοονομάστηκε "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (Γ.Σ.Ε.Ε.) [17]. Με την αλλαγή της επωνυμίας του επεδίωκε την καθιέρωσή του ως του μοναδικού και νόμιμου συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας. Παράλληλα, απεύθυνε αίτημα προς τη Διεθνή Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (International Federation of Trade Unions) ώστε να γίνει μέλος της, υπό τη νέα του επωνυμία (δηλαδή ως Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άγγελος Αυγουστίδης: Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του ’40 και τα περιθώρια της πολιτικής, 1999, εκδόσεις Καστανιώτη.
  • Γιώργος Πετρόπουλος : Η εργατική τάξη στην πρωτοπορία του αγώνα, [2]
  • Σπύρος Κουζινόπουλος: Πώς ο ελληνικός λαός ματαίωσε την επιστράτευση της κατοχής, ιστότοπος [3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. A.Αυγουστίδης: Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του ’40 και τα περιθώρια της πολιτικής (1999) σ. 88
  2. Αυγουστίδης ο.π. σ. 88
  3. Αυγουστίδης ο.π. σ. 90-92
  4. Αυγουστίδης ο.π. σ.94
  5. 5,0 5,1 Αυγουστίδης ο.π. σ. 95
  6. Αυγουστίδης ο.π. σ. 116-118
  7. Αυγουστίδης ο.π. σ. 112-113
  8. βλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 121
  9. βλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 124-127
  10. βλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 132-133
  11. βλ. Σ. Κουζινόπουλος: Πώς ο ελληνικός λαός ματαίωσε την επιστράτευση της κατοχής [1]
  12. βλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 135-136
  13. βλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 138-139 και υποσημ. 150 όπου παραπομπές
  14. βλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 140-141
  15. πβλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 154
  16. πβλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 187
  17. βλ. Αυγουστίδης ο.π. σ. 127