Εντολή (Αστικό Δίκαιο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η εντολή στο Αστικό Δίκαιο είναι η σύμβαση με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων (εντολοδόχος) αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο άλλος συμβαλλόμενος (εντολέας). Ρυθμίζεται στον Αστικό Κώδικα στα άρθρα 713-728. Η εντολή είναι απεριόριστης διάρκειας, αν δε συμφωνηθεί αλλιώς, και λήγει με το θάνατο του εντολοδόχου (αν είναι φυσικό πρόσωπο) ή τη λύση του (αν είναι νομικό πρόσωπο). Ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα του κατά την εκτέλεση της εντολής και οφείλει, αν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, να την διεκπεραιώσει αυτοπροσώπως. Οι ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα περί εντολής είναι ενδοτικού δικαίου, δηλαδή τα μέρη μπορούν με συμφωνία τους να αποκλίνουν από αυτές.

Ενώ η σύμβαση εντολής ορίζεται καταρχήν ως άμισθη (άμισθη σύμβαση εντολής) στον Αστικό Κώδικα, μεταξύ των συμβαλλομένων μπορεί να συμφωνηθεί δικαίωμα αμοιβής του εντολοδόχου και αντίστοιχη υποχρέωση του εντολέως (δηλαδή να καταβάλει αμοιβή στον εντολοδόχο). Η σύμβαση εντολής που προβλέπει καταβολή αμοιβής στον εντολοδόχο καλείται έμμισθη σύμβαση εντολής. Ειδικά νομοθετήματα, όπως ο κώδικας δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954 και ήδη ν. 4197/2013), καθιερώνουν υποχρεωτική αμοιβή του εντολοδόχου σε ορισμένου είδους σχέσεις εντολής (εν προκειμένω σχέση εντολής δικηγόρου-πελάτη).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Άρθρα 713-728 Αστικού Κώδικα
  • ν. 4197/2013 (ΦΕΚ A 208/27-9-2013)
  • ν.δ. 3026/1954