Εντεύθεν Ιβηρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Εντεύθεν Ιβηρία μετά τον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο.

Η Εντεύθεν Ιβηρία (λατινικά: Hispania Citerior) ήταν η μία από τις δύο αρχικές διοικητικές διαιρέσεις της Ρωμαϊκής Ιβηρίας όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση στο τέλος του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου. Αρχικά περιελάμβανε την μεσογειακή ακτή της Ιβηρικής χερσονήσου, από τα Πυρηναία μέχρι την Καρθαγένη. Η κατάκτηση εδαφών στα δυτικά γιγάντωσε την επικράτειά της και επέκτεινε τα όριά της στο σύνολο της βόρειας Ιβηρικής ώσπου το 27 π.Χ. μετονομάστηκε σε Ταρρακωνική από τον Αύγουστο. Πρωτεύουσα και διοικητικό της κέντρο ήταν η Τάρρακο.

Εδαφική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα πλαίσια του Β΄ Ρωμαιοκαρχηδονιακού Πολέμου, η Ρωμαϊκή Δημοκρατία χρησιμοποίησε την ιβηρική πόλη της Κέσσης ως βάση για τις κινήσεις της εναντίον του καρχηδονιακού στρατού και των τοπικών ιβηρικών φυλών. Η οριστική επικράτηση του Σκιπίωνα του Αφρικανού το 206 π.Χ. έφερε κάτω από την άμεση εξουσία της Ρώμης το σύνολο των παραλιακών τέως καρχηδονιακών και αυτόνομων ιβηρικών περιοχών που εκτείνονταν από τα Πυρηναία μέχρι τα Γάδειρα, που το 197 π.Χ. εντάχθηκαν σε δύο επαρχίες, την Εντεύθεν και την Εκείθεν Ιβηρία (Hispania Citerior και Ulterior).[1] Το σύνορό τους χονδρικά ταυτιζόταν με αυτό που σήμερα χωρίζει την Ανδαλουσία από την Περιοχή της Μούρθια.

Η σταδιακή υποταγή του εσωτερικού της Ιβηρικής, που συνδυάστηκε με ένα συνεχή αγώνα για την ειρηνοποίηση των υποταγμένων ιβηρικών φυλών επέφερε μέχρι το 154 π.Χ. το μεγαλύτερο κομμάτι της κοιλάδας του ποταμού Έβρου. Το 133 π.Χ. έλαβε χώρα η πολιορκία της Νουμάντια, που άνοιξε το δρόμο στην ενσωμάτωση της σημερινής Καστίλης-Λεόν.[2] Το 27 π.Χ. ο Αύγουστος προσέθεσε στην Εντεύθεν Ιβηρία τις πρόσφατες κατακτημένες περιοχές της Κανταβρίας και τη μετονόμασε σε Ταρρακωνική.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. López και Davalillo 2000: 55.
  2. López και Davalillo 2000: 57.
  3. López και Davalillo 2000: 61.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • López, Julio και Larrea, Davalillo (2000), Atlas histórico de España y Portugal, Sintesis, Μαδρίτη.