Ενέχυρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ενέχυρον (εν+εχυρός= ασφαλής[1] και όχι εν χειρί) λατ. (pignus-oris) είναι παρεπόμενο (ακολουθεί τη νομική τύχη της απαίτησης) εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου (ξένου) κινητού πράγματος για την εξασφάλιση της απαίτησης του δανειστή[2] που μπορεί να είναι μελλοντική ή υπό αίρεση, εφόσον τούτο είναι μεταβιβάσιμο.α[›]

Αρχαϊκό δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κινητό ορίζεται ως αντικείμενο αξίας σε αντίθεση προς την υποθήκη, η οποία ήταν όμοιο αντικείμενο ακίνητο που παραδίδεται στο δανειστή για την εξασφάλισή του. Στην αρχαία Αθήνα λογίζονταν ως «ενέχυρον» όλη η περιουσία των αρχόντων για τριάντα ημέρες από τη λήξη της αρχής μέχρι πέρατος της δόσης των ευθυνών τους (εύθυνα), ενώ στο Ρωμαϊκό Δίκαιο δεν επιτρέπονταν η ενεχυρίαση των ενδυμάτωνβ[›] και των εργαλείων άροσης (οργώματος).

Πλασματικό ενέχυρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλασματικό ενέχυρο, όπως και ο όρος δηλώνει, δεν είναι πραγματικό ενέχυρο, αλλά ενέχυρο που αναγνωρίζεται από το νόμο κατά πλάσμα δηλαδή παρά την έλλειψη των απαραιτήτων για την σύσταση αυτού στοιχείων. Ο νόμος για διάφορους λόγους κοινωνικής, αλλά και οικονομικής σκοπιμότητας για να διευκολύνει ορισμένες παραγωγικές τάξεις στη σύναψη δανείων και να προάγει την εθνική οικονομία γενικότερα, επέτρεψε τη σύσταση ενεχύρου με μόνη τη συμφωνία δηλαδή χωρίς παράδοση της νομής του κινητού πράγματος στον ενεχυρούχο δανειστή.[3]

Ειδικές περιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πλοία, τα αεροσκάφη και τα αυτοκίνητα σε ορισμένες τους σχέσεις θεωρούνται ακίνητα γι΄ αυτό σε περιπτώσεις εμπράγματης ασφάλειας εγγράφεται υποθήκη (εμπορ. Νόμος 3816/1958 άρθ. 227 εδ. 1, Ν. 5017/1931 και Ν. 4841/1930[4]

Τα εκτός συναλλαγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ιερά σκεύη και άμφια όσα από αυτά καθηγιάσθησαν στη θεία λειτουργία με την προσήκουσα ιεροπραξία δεν αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής.[5]

Ενέχυρο επί ανωνύμων τίτλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ενέχυρο επί των παραδοθέντων εις τον ενεχυρούχον δανειστή ανωνύμων τίτλων εκτείνεται και επί των προσαρτημένων τοκομεριδίων και μερισματογράφων Α.Κ. 1244 εδ.1.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α: Ως πράγματα λογίζονται και οι φυσικές δυνάμεις ή ενέργειες ειδικότερα το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον περιοριζόμενες εντός ορισμένου χώρου υπόκεινται σε εξουσίαση.[6]

^ β: Στο σύγχρονο δίκαιο τα ενδύματα δεν θεωρούνται αναλωτά γιατί η χρήση τους συνίσταται στη παρατεταμένη ωφέλεια της οποίας μελλοντική συνέπεια θα είναι η κατανάλωση. Η πρακτική σημασία των αναλωτών συνίσταται στο ότι, αν τυχόν συμφωνηθεί η παράδοση της χρήσης αυτών με απόδοση, μπορεί να γίνει με άλλα της αυτής ποιότητας και ποσότητας ή της αξίας αυτών.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αναστάσιος Γιάνναρης, Επίτομον Ελληνικό Λεξικόν, σ.707, 1888
  2. Κωνσταντίνος Βαβούσκος, Μαθήματα εμπραγμάτου δικαίου,σ. 403 εκδ. Αφοί Π. Σάκκουλα, 1970
  3. .Ν. 2184/1920«περί γεωργικού ενεχυρογράφου» και Ν. 1954/1920«ενέχυρον καπνού»
  4. Κωνσταντίνος Βαβούσκος, ό.π. σ. 24
  5. Κωνσταντίνος Βαβούσκος, ο.π. σ .58
  6. Α.Κ. άρθρ. 947 εδ. 2 «όπου ο Αστ. Κώδ. χρησιμοποιεί τους όρους λογίζονται καθιερώνει νομικό πλάσμα»