Εκφύλιση της ωχράς κηλίδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εκφύλιση της ωχράς κηλίδας
Ταξινόμηση και εξωτερικές πηγές
Ταξινόμηση ICD-10H35.3
Ταξινόμηση ICD-9362.50
DiseasesDB11948
MedlinePlus001000
eMedicinearticle/1223154
MeSHD008268

Η ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας είναι μια πάθηση της ωχράς κηλίδας που προκαλεί προοδευτική απώλεια της κεντρικής όρασης και αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες σοβαρής μείωσης της όρασης. Η εκφύλισης της ωχράς κηλίδας σε προχωρημένη μορφή μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση με τη νομική σημασία του όρου,[Σημ. 1] όμως δεν καταλήγει σε ολοκληρωτική τύφλωση αφού η περιφερική όραση συνήθως παραμένει ανέπαφη. Η ζημιά που προκαλείται από τον εκφυλισμό της ωχράς κηλίδας συνήθως δεν αναστρέφεται, αλλά η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση του μεγέθους της απώλειας της όρασης και στην σταθεροποίηση της κατάστασης.

Παράγοντες επικινδυνότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φυσιολογική όραση
Όραση με Ηλικιακή Εκφύλιση της Ωχράς Κηλίδας

Η πάθηση μπορεί να οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες ωστόσο η ηλικία, η διατροφή, το κάπνισμα και η έκθεση στον ήλιο είναι παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση της. Άτομα με θετικό οικογενειακό ιστορικό συνίσταται να κάνουν συχνότερα έλεγχο γιατί ο κίνδυνος να εμφανίσουν την ασθένεια είναι μεγαλύτερος.[1]

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συμπτώματα που παρουσιάζουν οι ασθενείς που νοσούν είναι θόλωση της όρασης, παραμόρφωση των ευθείων γραμμών (φαίνονται κυματιστές), δυσκολία ανάγνωσης (λείπουν γράμματα ή συλλαβές από τις λέξεις), μείωση της αντίληψης των χρωματικών αντιθέσεων και παρουσία σκοτεινών σημείων στην κεντρική όραση.[2]

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έγκυρη διάγνωση γίνεται μόνο από τον οφθαλμίατρο με έλεγχο του αμφιβληστροειδούς με βυθοσκόπηση και με έλεγχο των αγγείων του βυθού με φλουοροαγγειογραφία και αγγειογραφία με ινδοκυανίνη. Η πλέον συνήθης διαδικασία διάγνωσης είναι ένα είδος αξονικής τομογραφίας, η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) που επιτρέπει την ανάλυση όλων των δομών και των στιβάδων στην περιοχή της ωχράς. [2]

Τύποι εκφύλισης της ωχράς κηλίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενδιάμεση Ηλικιακή Εκφύλιση Ωχράς Κηλίδας Ξηρού τύπου

Υπάρχουν δύο τύποι εκφύλισης της ωχράς κηλίδας. Η ξηρόυ τύπου (μη- εξιδρωματική ή ατροφική) που είναι πιο διαδεδομένη και εξελίσσεται συνήθως αργά και η υγρού τύπου (εξιδρωματική ή νεοαγγειακή) που είναι λιγότερο συχνή αλλά αποτελεί την πιο σοβαρή μορφή της νόσου. Η υγρού τύπου είναι υπεύθυνη για το 90% των περιπτώσεων σοβαρής απώλειας στην όραση και μπορεί να προκαλέσει σημαντική μείωση της οπτικής οξύτητας μέσα σε διάστημα ενός έτους. [2]

Ξηρού τύπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απώλεια της όρασης στην εκφύλιση της ωχράς κηλίδας ξηρού τύπου οφείλεται στην μακροχρόνια εναπόθεση πρωτεϊνών και λιπιδίων στην περιοχή που βρίσκεται κάτω από ένα προστατευτικό στρώμα κυττάρων που ονομάζεται μελάγχρουν επιθήλιο αμφιβληστροειδούς (RPE) και διαχωρίζει τον αμφιβληστροειδή από το χοριοειδή χιτώνα. Από τις εναποθέσεις των ουσιών δημιουργούνται όζοι που μοιάζουν με κίτρινες κουκκίδες και ονομάζονται ντρούζεν (drusen). Οι μικρές ποσότητες ντρούζεν δεν προκαλούν συνήθως απώλεια της όρασης όσο όμως αυξάνουν σε αριθμό και επεκτείνονται, οδηγούν σε καταστροφή των φωτοευαίσθητων κυττάρων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο αμφιβληστροειδής να εμφανίζει ατροφία στην περιοχή της ωχράς, που συχνά αναφέρεται και ως γεωγραφική ατροφία. Οι βλάβες αυτές προκαλούν ένα σκοτεινό σημείο στο κέντρο της όρασης που με την πάροδο του χρόνου μπορεί να γίνει πιο εκτεταμένο. [2]

Υγρού τύπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υγρή εκφύλιση ωχράς κηλίδας εμφανίζεται όταν το μελάγχρουν επιθήλιο του αμφιβληστροειδούς δεν μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη νέων, εύθραυστων, παθολογικών, αιμοφόρων αγγείων κάτω από την ωχρά κηλίδα (χοριοειδική νεοαγγείωση). Μια πρωτεΐνη που ονομάζεται αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας (VEGF) είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη των αγγείων και την διαρροή υγρών και αίματος. Η διαρροή αυτή δημιουργεί οίδημα και αλλοιώσεις που καταστρέφουν τα φωτοευαίσθητα κύτταρα της ωχράς, επιφέροντας σταδιακή απώλεια της κεντρικής όρασης. [2]

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίνακας Amsler

Στην εκφύλιση της ωχράς ξηρού τύπου, δεν υπάρχει θεραπευτική αγωγή, γι' αυτό συνιστάται η λήψη προληπτικών μέτρων και ο συχνός έλεγχος για ανίχνευση τυχόν αλλαγών στην όραση. Υπάρχει κίνδυνος μετατροπή της σε υγρού τύπου σε ένα ποσοστό περίπου 30%. Για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου συνίσταται η λήψη ειδικών συμπληρωμάτων διατροφής και πολυβιταμινούχων σκευασμάτων σε συνεννόηση με τον οφθαλμίατρο, η αποφυγή του καπνίσματος, η χρήση γυαλιών ηλίου με ειδικά φίλτρα για προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία, η υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής, η ρύθμιση της πίεσης και της χοληστερίνης και ο συχνός αυτοέλεγχος με χρήση του λεγόμενου πίνακα του Amsler για τον εντοπισμό των αλλαγών στην όραση. [2]

Για την αντιμετώπιση της εκφύλισης της ωχράς υγρού τύπου, χρησιμοποιείται η δραστική ουσία ρανιμπιζουμάμπη. Η ρανιβιζουμάμπη περιορίζει την ανάπτυξη των αιμοφόρων αγγείων και ελέγχει τη διαρροή και τη διόγκωση. Η ουσία χορηγείται με ενδουαλοειδική ένεση από εξειδικευμένο οφθαλμίατρο σε συνθήκες αποστείρωσης και σε περιβάλλον χειρουργείου. Η διαδικασία δεν διαρκεί πολύ, συνήθως είναι ανώδυνη και δεν χρειάζεται παραμονή στο νοσοκομείο. Το θεραπευτικό σχήμα ξεκινάει με τρεις μηνιαίες εκχύσεις, μία κάθε μήνα για του τρεις πρώτους μήνες και επαναλαμβάνονται ανάλογα με την πορεία της νόσου. Το απαραίτητο χρονικό διάστημα για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων είναι ο ένας μήνας.[3]

Μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε ουσιαστική θεραπεία για την αντιμετώπιση της υγρής μορφής της νόσου. Το 2000 εφαρμόστηκε η φωτοδυναμική θεραπεία αλλά είχε αποτελέσματα σε επιλεγμένες περιπτώσεις γι΄αυτό και σήμερα χρησιμοποιείται σπάνια. [4] Η χρήσης της ρανιμπιζουμάμπης ξεκίνησε το 2007 και θεωρείται η τυπική θεραπεία για την υγρή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας.[3]

Η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας εμφανίζεται συνήθως σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών όμως ορισμένες μορφές της νόσου μπορεί να προσβάλουν και νεαρότερα άτομα. Η λήψη προληπτικών μέτρων είναι σημαντική για την καλύτερη πορεία της νόσου.[2] Στην περίπτωση προχωρημένης εκφυλίσεως μπορούν να χρησιμοποιηθούν βοηθήματα χαμηλής όρασης που μεγεθύνουν την εικόνα των αντικειμένων ή μεγαλώνουν το οπτικό πεδίο.[5]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οπτική οξύτητα μικρότερη από 1/10

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ποιοι κινδυνεύουν από την ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς;». Αthens Eye Hospital. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2014. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 «Εκφύλιση ωχράς κηλίδας» (PDF). Macular Disease Foundation Australia. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 27 Αυγούστου 2014. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2014. 
  3. 3,0 3,1 «Περίληψη EPAR για το κοινό» (PDF). European Medicines Agency. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2014. 
  4. «Σώστε την όρασή σας από την εκφύλιση της ωχράς». ΤΑ ΝΕΑ gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2014. 
  5. «Αντιμετώπιση της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς». Αthens Eye Hospital. 28 Νοεμβρίου 2018.