Εκεχειρία του Μάλμε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Εκεχειρία του Μάλμε, η οποία υπεγράφη στις 26 Αυγούστου 1848, σήμανε το τέλος των μαχών μεταξύ της Δανίας και της Πρωσίας, στα πλαίσια του Πρώτου Πολέμου του Σλέσβιχ, ο οποίος είχε ως σκοπό την επίλυση της μεταξύ των δύο αντίπαλων πλευρών διαφοράς αναφορικά με το ζήτημα των δουκάτων του Χόλσταϊν και του Σλέσβιχ.

Το νέο δανικό σύνταγμα του 1848, το οποίο εξεδόθη από τον Φρειδερίκο Ζ΄ της Δανίας, προέβλεπε την προσάρτηση του Δουκάτου του Σλέσβιχ. Ως απάντηση στην συγκεκριμένη ενέργεια, η Γερμανική Συνομοσπονδία απέστειλε στα δουκάτα στρατεύματα υπό την ηγεσία του στρατηγού Φρίντριχ φον Βράνγκελ.

Διατάξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, Ρωσία, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία, επέβαλαν την υπογραφή της συνθήκης του Μάλμε στις 26 Αυγούστου 1848, στην οποία η Σουηδία είχε ρόλο διαμεσολαβητή. Προέβλεπε ανακωχή διάρκειας επτά μηνών, υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων από τα δουκάτα και την ίδρυση, εντός των δουκάτων, κυβέρνησης αποτελούμενης από κοινού από Δανούς και Πρώσους, η οποία θα ευρισκόταν υπό την επιτήρηση της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας.

Το Κοινοβούλιο της Φρανκφούρτης, καθώς δεχόμενο πιέσεις, αρνήθηκε να επικυρώσει την συνθήκη με 238 ψήφους έναντι 221. Οι κύριοι αντιτιθέμενοι ήταν οι αριστεροί δημοκράτες, οι οποίοι ψήφισαν ενάντια στο σύνολό τους. Μια δεύτερη ψηφοφορία έλαβε, τελικώς, χώρα στις 16 Σεπτεμβρίου 1848, ενώ, χάρη, στην μεταβολή της ψήφου ορισμένων βουλευτών, η συνθήκη τελικά επικυρώθηκε. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο ξέσπασμα λαϊκής εξέγερσης, εμπρός στην Εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Φρανκφούρτη, με υποστηρικτές της γερμανικής ενοποίησης να νιώθουν προδομένοι εμπρός στην συγκεκριμένη διπλωματική υποχώρηση. Η ηρεμία, τελικώς, επέστρεψε χάρη στην επέμβαση πρωσικών και αυστριακών δυνάμεων. Σε άλλες τοποθεσίες, επίσης, η συνθήκη προκάλεσε κινήματα αγανάκτησης, τα οποία εντάχθηκαν στο γενικότερο πλαίσιο της Επανάστασης του Μαρτίου.

Η Δανία ακύρωσε την συνθήκη στις 22 Φεβρουαρίου 1849, γεγονός το οποίο οδήγησε, εκ νέου, τις δύο αντίπαλες πλευρές σε διαπραγματεύσεις, με τον Στρατό της Γερμανικής Συνομοσπονδίας να εκπροσωπείται από τον στρατηγό Καρλ φον Πρίττβιτς. Το ζήτημα, τελικώς, επιλύθηκε προσωρινά μέσω της υπογραφής της Συνθήκης του Λονδίνου, το 1852.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Γερμανικά) Rönnefahrt, Helmuth (1953). Konferenzen und Verträge. Vertrags-Ploetz. Handbuch der geschichtlich bedeutsamen Zusammenkünfte und Vereinbarungen. Teil II. 1493 - 1952. Μπίλεφελντ: A. G. Ploetz Verlag. σελ. 150. 
  • (Γερμανικά) «Die Revolution von 1848/49». Fragen an die deutsche Geschichte - Wege zur Parlamentarischen DemokratieFree registration required. Βόννη: Deutscher Bundestag, Referat Öffentlichkeitsarbeit. 1996. ISBN 3-924521-96-4. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Armistice de Malmö της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).