Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Δομέστικος των Σχολών»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κατά τον 9ο αιώνα, το δομεστικάτο των σχολών ανέβηκε σε σημασία και ο κάτοχός του άρχισε να τοποθετείται επικεφαλής του στρατού όταν ο αυτοκράτορας δεν εκστράτευε ο ίδιος. Παρόλα αυτά, ο ρόλος αυτός δεν αποτελούσε ακόμα γενικό κανόνα: εξαρτάτο από τις ικανότητες του εκάστοτε δομέστικου, και συχνά η αρχιστρατηγία εξασκείτο από ιεραρχικά υποδεέστερους στρατηγούς. Ο δομέστικος των σχολών πάντως σε αυτή την περίοδο έγινε τόσο σημαίνον αξίωμα που οι πηγές αναφέρονται σε αυτό απλά ως «ο δομέστικος», και η θέση συχνά καταλαμβανόταν από συγγενείς του αυτοκράτορα. Από την εποχή δε του [[Μιχαήλ Γ΄]] (842-867), ο δομέστικος ξεπέρασε στην αυλική ιεραρχία όλους τους στρατιωτικούς αξιωματούχους εκτός από τον στρατηγό του θέματος των [[Θέμα Ανατολικών|Ανατολικών]]. Στην πράξη, γρήγορα ξεπέρασε σε σπουδαιότητα και τον τελευταίο, και τον 10ο αιώνα ηγήτορες όπως ο [[Νικηφόρος Β´ Φωκάς|Νικηφόρος Φωκάς]] και ο [[Ιωάννης Τσιμισκής]] υπηρετούσαν ως στρατηγοί των Ανατολικών προτού προαχθούν στο δομεστικάτο των σχολών.<ref>Bury (1911), σ. 50–51</ref><ref>Guilland (1967), σ. 428–429, 434, 445–446</ref>
 
Κατά τη βασιλεία του [[Ρωμανός Β΄|Ρωμανού Β΄]] (959-963), το αξίωμα διαιρέθηκε, και πλέον υπήρχαν ένας «δομέστικος της δύσεωςΔύσεως» με περιοχή ευθύνης τις ευρωπαϊκές κτήσεις και ένας «δομέστικος της ανατολήςΑνατολής» για τις ασιατικές κτήσεις.<ref name="Listes"/><ref name="Bury51">Bury (1911), σ. 51</ref><ref>Για τις διάφορες παραλλαγές των τίτλων που χρησιμοποιούνταν από βυζαντινούς συγγραφείς, βλ. Guilland (1967), σ. 429–430</ref> Η ειδική τελετή ανακηρύξεως ενός δομέστικου περιγράφεται στο [[Περί Βασιλείου Τάξεως]] (ΙΙ.3).<ref name="Bury51"/><ref>cf. Guilland (1967), σ. 431</ref> Το ίδιο έργο αναφέρει και το ρόλο του δομέστικου σε αυλικές τελετές.<ref name="Guilland435">Guilland (1967), σ. 435</ref>
 
Με ορισμένες εξαιρέσεις, κυρίως την ανεπανάληπτη 22ετή θητεία του [[Ιωάννης Κουρκούας|Ιωάννη Κουρκούα]], και με εξαίρεση περιόδων εσωτερικής αστάθειας, οι δομέστικοι υπηρετούσαν κατά μέσο όρο τρία με τέσσερα χρόνια στη θέση αυτή.<ref>Guilland (1967), σ. 431–432</ref> Κατά τον 10ο αιώνα, η οικογένεια των [[Φωκάδες|Φωκάδων]] έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στο εν λόγω αξίωμα, με έξι μέλη της οικογένειας να υπηρετούν ως δομέστικοι.<ref>Guilland (1967), σ. 430</ref> Οι προσπάθειές τους όμως να μονοπωλήσουν το δομεστικάτο οδήγησε αρκετούς αυτοκράτορες, που ανησυχούσαν για την αυξανόμενη ισχύ της στρατιωτικής αριστοκρατίας, να εμπιστευτούν το αξίωμα αυτό σε μη στρατιωτικούς αυλικούς, συμπεριλαμβανομένων - ιδιαίτερα κατά το πρώτο ήμισυ του 11ου αιώνα, προτού η στρατιωτική αριστοκρατία ανακτήσει το κύρος της - και ευνούχων,<ref>Guilland (1967), σ. 430–431</ref><ref>Kazhdan (1991), σ. 648</ref> παρότι κάτι τέτοιο θεωρητικά απαγορευόταν, και είχε μάλιστα οδηγήσει στη δημιουργία ξεχωριστού αξιώματος, του «[[στρατοπεδάρχης|στρατοπεδάρχη]]», για αυτό το σκοπό.<ref>Oikonomides (1972), σ. 334–335</ref><ref>Kazhdan (1991), σ. 1967</ref>
 
[[File:Seal of Alexios Komnenos as Grand Domestic of the West.jpg|thumb|220px|Μολυβδόβουλλο του [[Αλέξιος Α΄ Κομνηνός|Αλεξίου Κομνηνού]] ως «μέγα δομέστικου της δύσεωςΔύσεως»]]
Κατά τους 10ο και 11ο αιώνες, η παραλλαγή «[[μέγας δομέστικος]]» αρχίζει να εμφανίζεται σποραδικά, χρησιμοποιούμενη παράλληλα με άλλες μορφές του τίτλου όπως «μέγας δομέστικος των σχολών» ή «μέγας δομέστικος της ανατολήςΑνατολής/δύσεωςΔύσεως», συχνά αναφερόμενες στο ίδιο άτομο.<ref>πρβλ. Guilland (1967), σ. 405 κ.ε.</ref> Σύμφωνα με τον μελετητή Ροντόλφ Γκιγιάν, οι περισσότερες σχετικές αναφορές είτε αποτελούν αναχρονισμούς μεταγενέστερων συγγραφέων, είτε είναι περιπτώσεις όπου το επίθετο «μέγας» έχει προστεθεί ως τιμητικό, όπως και γινόταν την ίδια περίοδο με μια σειρά άλλων υψηλών αξιωμάτων, λ.χ. τον [[δρουγγάριο της βίγλας]] ή τον [[δομέστικο των εξκουβίτων]]. Ο Γκιγιάν όμως θεωρεί ότι από τη βασιλεία του [[Αλέξιος Α΄ Κομνηνός|Αλεξίου Α΄ Κομνηνού]] (1081-1118) και πέρα, ο «μέγας δομέστικος» αποτέλεσε ιδιαίτερο αξίωμα, ανώτερο των «απλών» δομεστίκων των σχολών, και ουσιαστικά αποτέλεσε τον νέο αρχιστράτηγο του στρατού υπό τον αυτοκράτορα. Εντούτοις, η χρήση των τίτλων αυτών δεν είναι συνεπής, και η παραδοσιακή διαίρεση αρμοδιότητας μεταξύ ανατολήςΑνατολής και δύσηςΔύσης φαίνεται ότι εφαρμόστηκε ενίοτε και στην περίπτωση του μέγα δομέστικου κατά τον 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα την ύπαρξη σύγχυσης σχετικά με την ακριβή φύση του αξιώματος και τη σχέση του με τους «απλούς» δομέστικους. Τον 13ο αιώνα πάντως καθιερώθηκε σαφής διάκριση μεταξύ των δυο τίτλων: ο μέγας δομέστικος ήταν ο αρχιστράτηγος και ένας εκ των πλέον σημαντικών αξιωματούχων του κράτους, ενώ ο δομέστικος των σχολών κατέπεσε σε έναν τιμητικό τίτλο κενό περιεχομένου και αρμοδιοτήτων, που απονεμόταν σε επαρχιακούς διοικητές και μεσαίους αξιωματούχους.<ref>Guilland (1967), σ. 414–415, 454–455</ref><ref>Kazhdan (1991), σ. 648, 1329–1220</ref> Το έργο περί των οφφικίων του [[ψευδο-Κωδινός|ψευδο-Κωδινού]] συνοψίζει την εξέλιξη ως εξής: "ὁ δομέστικος τῶν σχολῶν πάλαι μὲν εἶχεν ὑπηρεσίαν σχεδὸν ἣν ὁ μέγας δομέστικος ἄρτι, νῦν δὲ οὐδεμίαν".<ref>Verpeaux (1966), σ. 179</ref>
 
Στο έργο του ψευδο-Κωδινού, ο δομέστικος των σχολών κατατάσσεται στην 31η θέση της αυλικής ιεραρχίας, μεταξύ του «[[μυστικός (Βυζάντιο)|μυστικού]]» και του «[[μέγας δρουγγάριος του στόλου|μέγα δρουγγάριου του στόλου]]».<ref>Verpeaux (1966), σ. 138</ref> Η χαρακτηριστική του ενδυμασία, σύμφωνα με την ίδια πηγή, περιλάμβανε ένα χρυσοποίκιλτο καπέλο («σκιάδιον»), έναν μεταξωτό ποδήρη χιτώνα («καββάδιον») και ένα ασημένιο «δικανίκιον» με ένα κόμβο στην κορυφή και άλλον ένα στη μέση. Για τελετές και γιορτές, έφερε το «σκαράνικον», σχήματος μήτρας, από κίτρινο μετάξι με μοτίβα από χρυσό σύρμα, και φέροντα ένα πορτραίτο του αυτοκράτορα ένθρονου εμπρός και έφιππου πίσω.<ref name="Guilland435"/><ref>Verpeaux (1966), σ. 160</ref>
9.013

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης