Δόλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Δόλος στο Δίκαιο ονομάζεται η τέλεση άδικης πράξης με πρόθεση ή τουλάχιστον αποδοχή του κακού που μπορεί να προκληθεί.[1] Έχει εφαρμογή και και σε όλες τις "πολιτικές" περιπτώσεις (πχ. εμπορικό δίκαιο, δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, εργατικό δίκαιο, Αστικό Δίκαιο και άλλους κλάδους Δικαίου) και στο Ποινικό Δίκαιο (που δεν αποτελείται μόνο από τον Ποινικό Κώδικα). Είναι στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ή οποιασδήποτε άλλης άδικης πράξης, που λέγεται αδικοπραξία (που δεν είναι έγκλημα) και από την ύπαρξή του εξαρτάται η καταδίκη και η βαρύτητά της. Στην πράξη, αν πρόκειται για ποινικό αδίκημα, από τον δόλο (ή την αμέλεια, σε αντιδιαστολή) εξαρτάται πόσο καιρό θα μπει κάποιος στη φυλακή, κι αν πρόκειται για οποιαδήποτε άλλη αδικοπραξία, πόσα χρήματα θα καταδικαστεί να πληρώσει ως αποζημίωση. Σημ: όποτε υπάρχει ποινικό αδίκημα υπάρχει και αδικοπραξία, επομένως ο δράστης εγκλήματος θα καταδικαστεί στα ποινικά Δικαστήρια σε φυλάκιση ή κάθειρξη (που σημαίνει φυλάκιση πάνω από 5 χρόνια) και θα καταδικαστεί και στα πολιτικά Δικαστήρια σε αποζημίωση. Η πιο γνωστή μορφή αδικοπραξίας προβλέπεται στο άρθρο 914 του Αστικού Κώδικα.[2]

Ολόκληρο το δίκαιο περιρρέεται από την υποκειμενική υπόσταση που αλλιώς λέγεται "υπαιτιότητα". Δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα (κανένα απολύτως) όταν δεν υπάρχει υπαιτιότητα και δεν υπάρχει γενικά αδικοπραξία χωρίς αυτήν, με εξαίρεση πολύ σπάνιες και ελάχιστες διατάξεις όπου η ευθύνη κάποιου προς αποζημίωση είναι η λεγόμενη "αντικειμενική", που είναι αμελητέες. Υπαιτιότητα σημαίνει ότι κάποιος είναι "υπαίτιος", με απλά λόγια "φταίει".

Πριν συνεχίσει η ανάλυση, καλό είναι να αναλύσουμε περισσότερο τι σημαίνει υποκειμενική υπόσταση (δηλαδή υπαιτιότητα), αφού αναφέρεται ήδη στην αρχή. Για να υπάρχει αδίκημα (ποινικό, δηλαδή έγκλημα, ή άλλου είδους αδίκημα που δεν είναι έγκλημα αλλά αδικοπραξία), πρέπει να υπάρχει πάντα 1) η υποκειμενική υπόσταση[3][4] και 2) η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος.[5][6] Χωρίς αυτά τα δύο δεν υπάρχει άδικη πράξη. Αντικειμενική υπόσταση είναι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την άδικη πράξη. Για παράδειγμα, σε περίπτωση εκβίασης,[7] ο νόμος ορίζει ότι αυτή υπάρχει όταν ζητούνται χρήματα (ή οτιδήποτε άλλο που αποτιμάται σε χρήμα, "περιουσιακό όφελος"), επίσης τα χρήματα αυτά να μην τα δικαιούται αυτός που εκβιάζει (παράνομο όφελος), επίσης για να τα πάρει χρησιμοποιεί βία ή απειλή (στην παραπομπή βλ. απόφαση Αρείου Πάγου, η πρώτη παράγραφος τα γράφει όλα).[8] Αν δεν υπάρχει έστω ένα από τα τρία αυτά (πχ. τα χρήματα τα δικαιούται, ή δεν ζητά χρήματα αλλά οτιδήποτε άλλο, ή δεν απειλεί), δεν υπάρχει εκβίαση. Έτσι, ο λεγόμενος "εκβιασμός" (που δεν συμπίπτει με την "εκβίαση" του ποινικού δικαίου) ότι "αν δεν σταματήσει κάποια γυναίκα να ζητά διαζύγιο ο σύζυγος θα τη σκοτώσει", δεν είναι εκβίαση (είναι μόνο απειλή, που για να υπάρχει πρέπει να προκάλεσε φόβο[9]). Η υποκειμενική υπόσταση, υπαιτιότητα, άδικης πράξης αποτελείται από 1) το λεγόμενο "βουλητικό στοιχείο" που σημαίνει τι ήθελε ή δεν ήθελε ο υπαίτιος, αν το ήθελε καν, αν δεν το ήθελε τι έκανε για να το αποτρέψει, κλπ., και 2) το "γνωστικό στοιχείο" που σημαίνει τι γνώριζε, πχ. "ο πυροβολισμός με όπλο μπορεί να σκοτώσει", "η βόμβα σκοτώνει σίγουρα", "τα χρήματα που ζητώ δεν μου οφείλονται".

Υπάρχουν δύο μόνο κατηγορίες υπαιτιότητας, ο δόλος και η αμέλεια. Η διαφορά μεταξύ τους είναι 1) τι γνώριζε κάποιος (το "γνωστικό στοιχείο", από τη λέξη "γνωρίζω") και 2) τι ήθελε κάποιος ("βουλητικό στοιχείο", από τη λέξη "βούληση" ή "θέληση"), "τι θέλει να κάνει".[10]

Ο δόλος (όπως και η αμέλεια) αποτελείται από αυτά τα δύο στοιχεία, ανεξάρτητα από την άδικη πράξη, το γνωστικό και το βουλητικό που πάντα συνδυάζονται.

Υπάρχουν τρία είδη δόλου. Το γνωστικό στοιχείο είναι σχεδόν ίδιο, είτε κάποιος ξέρει ότι θα συμβεί το κακό, είτε κάποιος ξέρει ότι είναι ενδεχόμενο να γίνει το κακό, και το βουλητικό επίσης σχεδόν ίδιο, κάποιος θέλει να κάνει κακό, ή το αποδέχεται αν συμβεί, δηλαδή "αν γίνει το κακό, δεν τον νοιάζει, ας γίνει". Για εύκολη κατανόηση, θα μιλάμε για εγκλήματα, όπως ανθρωποκτονία, μην ξεχνάμε όμως ότι τα παρακάτω εφαρμόζονται σε όλες τις αδικοπραξίες.

  1. Ο άμεσος δόλος πρώτου βαθμού: ο δράστης γνωρίζει ότι θα συμβεί το αποτέλεσμα της πράξης του και θέλει ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα (π.χ. σημαδεύει με το όπλο και σκοτώνει κάποιον). Ξέρει ότι με όπλο είναι βέβαιο ότι θα σκοτώσει ή πάντως πολύ πιθανό (γνωστικό στοιχείο) και θέλει να σκοτώσει (βουλητικό στοιχείο, "το θέλει", μάλιστα "αυτό ακριβώς θέλει", κι όχι μόνο αυτό, "το θέλει πάρα πολύ"). Χαρακτηριστικό του «δόλου πρώτου βαθμού» είναι το έντονο βουλητικό στοιχείο, η επιδίωξη. Συγκεκριμένα, επιδιώκει το αποτέλεσμα ακόμα και αν θεωρεί την επέλευση του ως ενδεχόμενη, δηλ. η επιδίωξη υπερκαλύπτει τη βεβαιότητα.[11][12]
  2. Ο άμεσος δόλος δευτέρου βαθμού (ή αναγκαίος δόλος):[13] ο δράστης γνωρίζει ότι το έγκλημα θα είναι απολύτως βέβαιη συνεπεία μιας άλλης πράξης του την οποία θέλει, και παρ’ όλα αυτά πράττει διότι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του άλλου σκοπού του. Π.χ. θέλει να κάψει το σπίτι του για να πάρει τα χρήματα από την ασφαλιστική εταιρεία διότι το έχει ασφαλίσει για φωτιά και ξέρει μετά βεβαιότητας (και όχι ενδεχομένως) ότι θα σκοτωθούν κι άλλοι. Αυτό είναι το γνωστικό στοιχείο, "το γνωρίζει και είναι βέβαιος". Το βουλητικό στοιχείο είναι το εξής: δεν είναι σκοπός του δράστη να σκοτώσει τους άλλους (δεν είναι αυτό που θέλει) αλλά το αποδέχεται πλήρως, δηλαδή "δεν τον νοιάζει, ας σκοτωθούν". Η διαφορά με το πρώτο είδος είναι ότι εδώ υπάρχει βεβαιότητα (όχι πιθανότητα) και ότι δεν υπάρχει επιδίωξη αλλά αποδοχή, όπως ο ίδιος ο νόμος ορίζει[14] (δεν τον νοιάζει). Για τα δύο πρώτα είδη δόλου ο Άρειος Πάγος κρίνει: "Άμεσος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης, είτε επιδιώκει ευθέως το εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης (άμεσος δόλος πρώτου βαθμού), είτε δεν το επιδιώκει μεν αμέσως, αλλά το προβλέπει ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του και εντούτοις το αποδέχεται (άμεσος δόλος δευτέρου βαθμού)".[15]
  3. Ο ενδεχόμενος δόλος:[16] δεν είναι σκοπός του δράστη ακριβώς αυτό που κάνει, δεν θέλει αυτό, πχ. να σκοτώσει (βουλητικό στοιχείο), αλλά ο δράστης ξέρει (γνωστικό στοιχείο) ότι είναι ενδεχόμενο να σκοτώσει (δεν είναι βέβαιος) και το αποδέχεται, με την έννοια ότι δεν τον νοιάζει. Σύμφωνα με την απόφαση 1496/2018 του Αρείου Πάγου, "Ειδικότερα, επί ενδεχόμενου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεώς του και το αποδέχεται. Απαιτείται, δηλαδή, πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του"[17] (γνωστικό στοιχείο η πρόβλεψη, βουλητικό στοιχείο η αποδοχή). Ειδικότερα επί της αποδοχής, ο Άρειος Πάγος κρίνει: "Για τον προσδιορισμό της εννοίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη, του βουλητικού, δηλαδή, στοιχείου του ενδεχομένου δόλου, η επιστήμη, αλλά και η νομολογία δεν ανατρέχουν στους χώρους του συναισθηματικού, αλλά στο γνωσιολογικό στοιχείο, το οποίο ενεργεί συμπληρωματικά. Προσφέρει, δηλαδή, κατάλληλες ενδείξεις για τη βουλητική στάση του δράστη, προσδίδοντας σ' αυτή το ακριβές περιεχόμενό της. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα".[18] Επίσης, όσον αφορά την αποδοχή, ο Άρειος Πάγος εξηγεί καλύτερα: "μια πράξη που τελείται με ενδεχόμενο δόλο προϋποθέτει ότι ο δράστης διαβλέπει ως δυνατή και όχι εντελώς απομακρυσμένη την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, περαιτέρω δε ότι την επιδοκιμάζει ή ότι συμβιβάζεται χάριν του επιδιωκόμενου σκοπού του".[19] Στο ίδιο ως άνω παράδειγμα, σκοπός του είναι να κάψει το σπίτι του για να πάρει τα χρήματα από την ασφαλιστική εταιρεία. Μέσα στο σπίτι μένει συνεχώς η πολύ μεγάλη σε ηλικία γιαγιά του. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι η γιαγιά του ενδεχομένως καταφέρει να βγει αλλά ίσως δεν καταφέρει να βγει και τότε θα πεθάνει. Εδώ το γνωστικό στοιχείο είναι αυτό ακριβώς, ότι ξέρει ότι είναι ενδεχόμενο, και αυτή ακριβώς είναι η διαφορά με άλλα είδη δόλου. Αποδεχόμενος την ανθρωποκτονία, βάζει τη φωτιά και η γιαγιά πεθαίνει.
  4. Όταν κάποιος "ελπίζει" να μην επέλθει το αποτέλεσμα και πράττει, πάλι υπάρχει ενδεχόμενος δόλος. Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο,[20] «Η "ελπίδα" και κατά μείζονα λόγο η απλή ευχή ή επιθυμία του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο από αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα, εντάσσονται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου και όχι στο πεδίο της συγγενούς προς αυτόν εννοίας της "ενσυνείδητης αμέλειας", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος».

Όταν δεν υπάρχει ενδεχόμενος δόλος, υπάρχει (ενδεχομένως) αμέλεια. Αν ο δράστης γνώριζε ότι με την πράξη του είναι ενδεχόμενο να επέλθει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αλλά ούτε το ήθελε ούτε πίστευε ότι θα επέλθει (δεν ήλπιζε, το πίστευε) υπάρχει αμέλεια, που στην περίπτωση αυτή λέγεται ενσυνείδητη. Αμέλεια σημαίνει ουσιαστικά "απροσεξία", ο δράστης δεν έδειξε τη δέουσα σύνεση που όφειλε να έχει. Ασυνείδητη αμέλεια υπάρχει όταν κάποιος δεν ήξερε ότι μπορεί να επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, όφειλε όμως να γνωρίζει.[21]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Έννοια δόλου, Άρθρο 27 Ποινικού Κώδικα, που εφαρμόζεται σε όλο το δίκαιο. «lawspot (εδώ γράφονται αυτούσιοι οι νόμοι ηλεκτρονικά)». 
  2. Αστικός Κώδικας, άρθρο 914. «lawspot». 
  3. Υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση αδικήματος. «Μαθήματα Ποινικού Δικαίου» (PDF). 
  4. Σελίδα 9, αρχή. «Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή» (PDF). 
  5. Αντικειμενική υπόσταση εγκλήματος. «Βιβλίο Αλ. Κωστάρα, καθηγητή Πανεπιστημίου». 
  6. Μαθήματα Εισαγωγή στο δίκαιο. «panteion.gr» (PDF). 
  7. Ποινικός Κώδικας άρθρο 385 εκβίαση. «lawspot». 
  8. Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εκβίασης, παράδειγμα. «Απόφαση 343/2018 Αρείου Πάγου». 
  9. Άρθρο 333 Ποινικού Κώδικα, απειλή, Η απειλή πρέπει να προκαλεί φόβο "τρόμο ή ανησυχία" - αλλιώς δεν υπάρχει. «lawspot». 
  10. Καθηγητές Χρήστος Χ. Μυλωνόπουλος, Δημήτριος Κιούπης. «Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ» (PDF). 
  11. «ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: ΕΙΔΗ ΔΟΛΟΥ – ΜΑΡΙΑΝΤΖΕΛΑ Δ. ΦΡΑΓΓΗ». Ανακτήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2021. 
  12. Στρατιωτική δικαιοσύνη, Διπλωματική εργασία, δόλος και αμέλεια. «Military justice» (PDF). 
  13. «Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νομική σχολή» (PDF). 
  14. Ποινικός Κώδικας άρθρο 27 η αποδοχή στο δόλο. «lawspot». 
  15. Άμεσος δόλος πρώτου και δευτέρου βαθμού. «Άρειος Πάγος απόφαση 337/2010». 
  16. Ενδεχόμενος δόλος. «Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή» (PDF). 
  17. Εξήγηση ενδεχόμενου δόλου σε απόπειρα ανθρωποκτονίας. «Απόφαση Αρείου Πάγου 1496/2018». 
  18. «Άρειος Πάγος, απόφαση 282/2013». 
  19. «Απόφαση 337/2010 Αρείου Πάγου, αποδοχή στον ενδεχόμενο δόλο». 
  20. «Άρειος Πάγος, απόφαση 282/2013, η ελπίδα στον ενδεχόμενο δόλο». 
  21. «Βικιπαίδεια, λήμμα αμέλεια». 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]