Διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πρώτη σελίδα της Σύμβασης της Γενεύης του 1864.

Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, που αναφέρεται επίσης ως το δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων,[1][2] περιλαμβάνει τους κανόνες του διεθνούς δικαίου του πολέμου, οι οποίοι σε περίπτωση πολέμου ή άλλης διεθνούς ένοπλης σύγκρουσης στοχεύουν στην προστασία των ανθρώπων, των κτιρίων και των υποδομών καθώς και του φυσικού περιβάλλοντος από τις επιπτώσεις των εχθροπραξιών όσο το δυνατόν περισσότερο.[3]

Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο σχετίζεται μόνο με εκείνο το δίκαιο του πολέμου που αναφέρεται ως jus in bello «νόμος στον πόλεμο», και ο οποίος ρυθμίζει τη συμπεριφορά των μερών που εμπλέκονται σε ένοπλη σύγκρουση. Αντίθετα ο όρος jus ad bellum «δικαίωμα στον πόλεμο» αναφέρεται στις συνθήκες υπό τις οποίες τα κράτη μπορούν να καταφύγουν σε πόλεμο ή στη χρήση ένοπλης δύναμης γενικά, και δεν είναι μέρος του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.[4] Επίσης, το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο στην τρέχουσα μορφή του ασχολείται σε πολύ περιορισμένο βαθμό με τις μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις. Τέλος, λίγες μόνο διατάξεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, όπως οι διατάξεις για τη χρήση διακριτικών συμβόλων, ισχύουν σε καιρό ειρήνης.

Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο είναι ένας πολύ ετερογενής και πολύπλοκος τομέας του διεθνούς δικαίου ως προς την προέλευση και την ιστορική του εξέλιξη, τη θεωρία και την οργάνωσή του, καθώς και τη διάδοση και την αποδοχή του. Εκτός από μια σειρά από διατάξεις που θεσπίστηκαν με τη μορφή διεθνών συνθηκών, περιλαμβάνει επίσης σε μεγάλο βαθμό άγραφες αρχές που έχουν αποκτήσει γενική ισχύ ως διεθνές εθιμικό δίκαιο. Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κανόνες για επιτρεπόμενα μέσα και μεθόδους πολέμου, για τη μεταχείριση προστατευόμενων προσώπων, όπως στρατιώτες τραυματίες, αιχμάλωτους πολέμου και αμάχους, για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών και άλλων κατασκευασμένων κτισμάτων, και στοιχειώδεις διατάξεις για την ποινική δίωξη εγκλημάτων πολέμου. Από ιστορικής σκοπιάς και περιεχομένου, οι σημαντικότεροι κανονισμοί του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου είναι οι Συμβάσεις της Γενεύης με τα Πρόσθετα Πρωτόκολλά τους, και οι Συμβάσεις της Χάγης.[5][6]

Βασικά εργαλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διεθνείς συνθήκες και το διεθνές εθιμικό δίκαιο είναι οι δύο κύριες πηγές κανόνων και κανονισμών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.[7] Οι διεθνείς συνθήκες είναι συμφωνίες μεταξύ κρατών και τα κράτη που επικυρώνουν μια συνθήκη δεσμεύονται από τους όρους της. Στην περίπτωση που μια μη κρατική ένοπλη ομάδα δεν μπορεί να υπογράψει μια συνθήκη, οι κανόνες της συνθήκης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, όπως το Κοινό Άρθρο 3 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο ΙΙ ισχύουν και γι' αυτήν την ομάδα.[6]

Πολλοί κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου πλέον αντικατοπτρίζουν το διεθνές εθιμικό δίκαιο. Το δίκαιο αυτό αποτελείται από κανόνες που προέρχονται από τη συνεπή πρακτική των κρατών που βασίζονται στην πεποίθηση ότι ο νόμος απαιτεί από τα κράτη να ενεργούν με αυτόν τον τρόπο. Τέτοιοι κανόνες είναι δεσμευτικοί τόσο για τα κράτη όσο και για τις μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[6]

Η κωδικοποίηση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, κυρίως με την υιοθέτηση της Σύμβασης της Γενεύης του 1864 για τη βελτίωση της κατάστασης των τραυματιών στον στρατό και την υιοθέτηση της Διακήρυξης της Αγίας Πετρούπολης του 1868, η οποία απαγόρευε τη χρήση ορισμένων βλημάτων σε καιρό πολέμου. Έκτοτε, τα κράτη έχουν θέσει μια σειρά από πρακτικούς κανόνες προκειμένου να συμβαδίζουν με τα εξελισσόμενα μέσα και μεθόδους πολέμου και τις σχετικές ανθρωπιστικές συνέπειες.[8]

Διεθνείς συνθήκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξέλιξη των Συμβάσεων της Γενεύης, από το 1864 έως το 1949.

Οι τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 (GC I, II, III και IV), οι οποίες έχουν επικυρωθεί σχεδόν καθολικά, αποτελούν τις βασικές συνθήκες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Οι Συμβάσεις έχουν συμπληρωθεί από τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα Ι και ΙΙ του 1977 (AP I και AP II), σχετικά με την προστασία των θυμάτων διεθνών και μη διεθνών ένοπλων συγκρούσεων αντίστοιχα, και από το πρόσθετο Πρωτόκολλο III του 2005 (AP III), σχετικά με ένα πρόσθετο διακριτικό έμβλημα (το κόκκινο κρύσταλλο).[8]

Άλλες διεθνείς συνθήκες απαγορεύουν τη χρήση ορισμένων μέσων και μεθόδων πολέμου και προστατεύουν ορισμένες κατηγορίες προσώπων και αντικειμένων από τις επιπτώσεις των εχθροπραξιών. Αυτές οι συνθήκες περιλαμβάνουν[8]:

  • το Πρωτόκολλο του 1925 για την απαγόρευση της χρήσης ασφυξιογόνων, δηλητηριωδών ή άλλων αερίων και βακτηριολογικών μεθόδων πολέμου,
  • η Σύμβαση του 1954 και τα δύο Πρωτόκολλά της του 1954 και του 1999 για την προστασία της πολιτιστικής ιδιοκτησίας σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης,
  • η Σύμβαση του 1972 για την απαγόρευση της ανάπτυξης, παραγωγής και αποθήκευσης βακτηριολογικών (βιολογικών) και τοξικών όπλων και για την καταστροφή τους,
  • η Σύμβαση του 1976 για την απαγόρευση της στρατιωτικής ή οποιασδήποτε άλλης εχθρικής χρήσης τεχνικών τροποποίησης του περιβάλλοντος,
  • η Σύμβαση του 1980 και τα πέντε Πρωτόκολλά της του 1980 (I, II και III), 1995 (IV) και 2003 (V) για τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς στη χρήση ορισμένων συμβατικών όπλων που μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι υπερβολικά βλαβερά ή ότι έχουν αδιάκριτα αποτελέσματα (CCW),
  • η Σύμβαση του 1993 για την απαγόρευση της ανάπτυξης, παραγωγής, αποθήκευσης και χρήσης χημικών όπλων και για την καταστροφή τους,
  • η Σύμβαση του 1997 για την απαγόρευση της χρήσης, αποθήκευσης, παραγωγής και μεταφοράς ναρκών κατά προσωπικού και για την καταστροφή τους (APMBC),
  • το Προαιρετικό Πρωτόκολλο του 2000 στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με τη συμμετοχή των παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις,
  • η Διεθνής Σύμβαση του 2006 για την προστασία όλων των προσώπων από εξαναγκασμένη εξαφάνιση,
  • η Σύμβαση του 2008 για τα πυρομαχικά διασποράς (CCM).

Διεθνές εθιμικό δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τις συνθήκες, το εθιμικό δίκαιο παραμένει σημαντική πηγή διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Το εθιμικό δίκαιο μπορεί να καλύψει τα κενά στην περίπτωση που κάποια συνθήκη δεν εφαρμόζεται (π.χ. επειδή δεν έχει επικυρωθεί ή εάν δεν πληρούνται τα κριτήρια εφαρμογής της συνθήκης) ή όταν το δίκαιο των συνθηκών έχει μικρότερη εμβέλεια εφαρμογής, όπως συμβαίνει στις μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις.[8][9]

Η βάση δεδομένων του Cambridge University Press που δημιουργήθηκε το 2005 περιλαμβάνει το εθιμικό αυτό δίκαιο. Συγκεκριμένα περιλαμβάνει μια μελέτη, η οποία αποτελείται από δύο τόμους: τόμος I (κανόνες) και τόμος II (πρακτική). Ο τόμος Ι με τη σειρά του περιέχει 161 κανόνες.[10]

Εφαρμογή και δίωξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (Χάγη, Ολλανδία).

Η εφαρμογή του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη των κρατών. Τα κράτη πρέπει να υιοθετήσουν νομοθεσία και κανονισμούς που στοχεύουν στη διασφάλιση της πλήρους συμμόρφωσης με το δίκαιο αυτό. Για παράδειγμα, πρέπει να θεσπίσουν νόμους για την επιβολή αποτελεσματικών ποινικών κυρώσεων για τις πιο σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης –τις λεγόμενες «σοβαρές παραβιάσεις»– παραβιάσεις που ισοδυναμούν με εγκλήματα πολέμου. Πρέπει επίσης να υιοθετήσουν νόμους που προστατεύουν τον ερυθρό σταυρό, την ερυθρά ημισέληνο, τον κόκκινο κρύσταλλο και άλλα σύμβολα.[8]

Το Καταστατικό του 1998 του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου καθορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διώκει τα πιο σοβαρά εγκλήματα διεθνούς ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκλημάτων πολέμου (άρθρο 8). Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έχει επίσης τη δυνατότητα παραπομπής στο Δικαστήριο υποθέσεων για τη δίωξη εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των ένοπλων συγκρούσεων.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γάγγας, Διονύσης (2009). Εισαγωγή στο διεθνές δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. σελ. 528. ISBN 9789600802115. 
  2. Καρατζιάς, Βασίλειος· Ζαλίδης, Βασίλειος (2022). Εγχειρίδιο Δικαίου Ενόπλων Συγκρούσεων. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλα. σελ. ΧΧΙV + 500. ISBN 978-960-648-481-0. 
  3. Corn, Geoffrey S (2012). The law of armed conflict: an operational approach. New York: Wolters Kluwer Law & Business. ISBN 978-1-4548-0690-5. 779607396. 
  4. International Committee of the Red Cross (2015-09-18). What are jus ad bellum and jus in bello?. https://www.icrc.org/en/document/what-are-jus-ad-bellum-and-jus-bello-0. 
  5. «International Humanitarian Law». ec.europa.eu (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2022. 
  6. 6,0 6,1 6,2 «International Humanitarian Law». International Justice Resource Center (στα Αγγλικά). 14 Ιουνίου 2012. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2022. 
  7. «ICRC databases on international humanitarian law». International Committee of the Red Cross (στα Αγγλικά). 8 Σεπτεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 21 Μαΐου 2022. 
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 «What is international humanitarian law?» (PDF). International Committee of the Red Cross. Ανακτήθηκε στις 21 Μαΐου 2022. 
  9. «Customary law». International Committee of the Red Cross (στα Αγγλικά). 28 Ιουλίου 2014. Ανακτήθηκε στις 21 Μαΐου 2022. 
  10. «Customary IHL». ihl-databases.icrc.org. Ανακτήθηκε στις 21 Μαΐου 2022.