Δηνάριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το δηνάριο, λατιν. denarius, ήταν ένα σταθερό Ρωμαϊκό αργυρό νόμισμα από την εισαγωγή του κατά τον Β΄ Εμφύλιο Πόλεμο περί το 211 π.Χ. ως τη βασιλεία του Γορδιανού Γ΄ (βασ. 238 μ.Χ.-244), οπότε αντικαταστάθηκε βαθμιαία από τον αντωνιανό. Συνέχισε να κόβεται σε πολή μικρές ποσότητες, πιθανά για χρήση σε τελετές, ως και κατά τη διάρκεια της Τετραρχίας (293-313).

Η λέξη δηνάριο προέρχεται από τη λατινική λέξη dēnī, που σημαίνει "περιέχει δέκα", καθώς η αξία του ήταν 10 ασσάρια (assēs). Σε πολλές γλώσσες, λέξεις που προέρχονται από το δηνάριο, σημαίνουν "χρήμα", πρβλ. ιταλ. denaro, πορτογαλ. dinheiro, ισπαν. dinero. To δηνάριο επιζεί στο νόμισμα dinar πολλών ισλαμικών χωρών.

Από αριστερά προς τα δεξιά: 1η γραμμή: Δηνάριο Ρωμαϊκής Δημοκρατίας 157 πΧ, Βεσπασιανού 73 μΧ, Μάρκου Αυρηλίου 161, Σεπτίμιου Σεβήρου 194. 2η Γραμμή: Καρακάλλα 199, Ιουλίας Δόμνας 200, Ελαγάβαλου 219, Μαξιμίνου Θράκα 236.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας πρόδρομος του δηναρίου κόπηκε πρώτα το 269/268 π.Χ., πέντε έτη πριν τον Α΄ Εμφύλιο Πόλεμο, με βάρος κατά μέσο όρο 6,81 γραμ. (1/48 της Ρωμαϊκής λίβρας). Η επαφή με τους Έλληνες της Κάτω Ιταλίας δημιούργησε την ανάγκη για αργυρό νόμισμα, εκτός από το ορειχάλκινο νόμισμα που οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν την εποχή αυτή. Αυτός ο πρόδρομος του δηναρίου ήταν ένα σε Ελληνική τεχνοτροπία αργυρό νόμισμα, όπως αυτό που έκοβε η Νεάπολις και οι άλλες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας. Τα πρώτα αυτά δηνάρια είχαν επιγραφές, που έδειχναν ότι είχαν κοπεί στη Ρώμη, αλλά η τεχνοτροπία τους έμοιαζε με τα Ελληνικά αντίστοιχά τους. Σπάνια κυκλοφορούσαν στη Ρώμη, αν κρίνουμε από τα ευρήματα και τους θησαυρούς νομισμάτων και μάλλον χρησιμοποιήθηκαν, για να αγοράζουν προμήθειες από τους Έλληνες ή για να πληρωθούν ξένοι μισθοφόροι.

Το πρώτο διακριτό Ρωμαϊκό αργυρό νόμισμα εμφανίστηκε περί ο 226 π.Χ. Οι κλασικοί ιστορικοί αποκαλούν μερικές φορές το νόμισμα αυτό ως βαρύ δηνάριο, αλλά οι νομισματολόγοι της εποχής μας το ταξινομούν ονομάζοντάς το με το τέθριππο (quadrigatus), ένας όρος που διασώζεται σε ένα ή δύο αρχαία κείμενα και προέρχεται από την παράσταση ενός τεθρίππου (qudriga) στην οπίσθια όψη. Αυτό το θέμα, καθώς και το άρμα με δύο ίππους (biga), που χρησιμοποιήθηκε στην οπίσθια όψη σε μερικά πρώιμα δηνάρια, ήταν το αρχέτυπο για τα πιο πολλά σχέδια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στα Ρωμαϊκά αργυρά νομίσματα για μία σειρά ετών.

Η Ρώμη αναθεώρησε τα νομίσματά της λίγο πριν το 211 π.Χ. και εισήγαγε το δηνάριο παράλληλα με μία βραχύβια υποδιαίρεση, που ονόμασε βικτοριάτο (victoriatus) από τη Νίκη στην οπίσθια όψη. Τότε το δηνάριο περιείχε κατά μέσο όρο 4,5 γραμμ. άργυρο (1/72 της Ρωμαϊκής λίβρας) και αρχικά είχε την ισοτιμία 10 ασσαρίων, από όπου και το όνομά του, που σημαίνει "δεκάρικο". Αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του Ρωμαϊκού νομίσματος σε όλη τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και την πρώιμη Αυτοκρατορία.

Το δηνάριο άρχισε να υφίσταται μία αργή υποτίμηση προς το τέλος της περιόδου της Δημοκρατίας. Υπό την εξουσία του Αυγούστου (27 π.Χ.-14 μ.Χ.), το βάρος του έπεσε στα 3,9 γραμ. (δηλ. με θεωρητικό βάρος ίσο με το 1/84 της Ρωμαϊκής λίβρας). Έμεινε σχεδόν σε αυτό το βάρος ως την εποχή του Νέρωνα (37 μ.Χ.-68), οπότε μειώθηκε στο 1/96 της λίβρας (3,4 γραμ.). Η μείωση της περιεκτικότητας σε άργυρο συνεχίστηκε και μετά τον Νέρωνα. Μετέπειτα Ρωμαίοι Αυτοκράτορες επίσης ελάττωσαν το βάρος του αργύρου σε αυτό σε 3 γραμ. περί το τέλος του 3ου αι.

Η αξία του κατά την εισαγωγή του ήταν 10 ασσάρια, δίνοντας στο δηνάριο το όνομά του, που μεταφράζεται ως "περιέχει δέκα". Περί το 141 π.Χ. επαναπροσδιορίστηκε η ισοτιμία του σε 16 ασσάρια, για να αντανακλά τη μείωση σε βάρος. Το δηνάριο συνέχισε να είναι το κύριο νόμισμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ώσπου αντικαταστάθηκε από τον ονομαζόμενο αντωνινιανό στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. Το τελευταίο δηνάριο εκδόθηκε από τον Αυρηλιανό το 270-275 και κατά τα πρώτα έτη του Διοκλητιανού (βασ. 284-305). (A Dictionary of Ancient Roman Coins John R. Melville-Jones, 1990).

Υποτίμηση και εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγκριση και περιεκτικότητα σε άργυρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξία περί το 141 μ.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οδοντωτό δηνάριο (denarius serratus) του Quintus Antonius Balbus πραίτωρα στη Σαρδηνία (83-82 π.Χ.). Κεφαλή Διός: SC / Νίκη σε τέθριππο: Ε Q. A[N]TO. BALB. PR[AETOR].

1 χρυσό aureus = 2 χρυσά quinarius
1 χρυσό quinarius = 11,5 αργυρά δηνάρια
1 αργυρό δηνάριο = 2 αργυρά quinarii
1 αργυρό quinarius = 2 μπρούτζινοι σηστέρτιοι
1 μπρούτζινος σηστέρτιος = 2 μπρούτζινοι δουπόνδιοι
1 μπρούτζινος δουπόνδιος = 2 χάλκινα ασσάρια
1 χάλκινο ασσάριο = 2 χάλκινοι σέμισες/ημίσεα
1 χάλκινος σέμις/ήμισυ = 2 χάλκινα qudrans/τέταρτα

Χρήση στη Βίβλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]