Δημοσιογραφική πηγή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Στην δημοσιογραφία, με τον όρο πηγή χαρακτηρίζεται ένα πρόσωπο, μια δημοσίευση - έγγραφο, ή κάποια άλλη καταγραφή ή ντοκουμέντο π.χ. φωτογραφία, ηχογράφηση, βιντεοσκόπηση κ.λπ. που παρέχει κάποια πληροφορία. Εκτός της δημοσιογραφίας, οι πηγές αυτού του τύπου είναι μερικές φορές γνωστές και ως "πηγές ειδήσεων". Παραδείγματα πηγών περιλαμβάνουν ακόμα και επίσημα αδιαβάθμητα αρχεία, δημοσιεύσεις ή broadcasts, επίσημα πρόσωπα της κυβέρνησης ή του επιχειρηματικού, ακαδημαϊκού, καλλιτεχνικού κόσμου, εκπρόσωποι οργανισμών ή μεγάλων εταιριών, αυτόπτες μάρτυρες εγκλημάτων, ατυχημάτων ή άλλων γεγονότων, καθώς και πρόσωπα που εμπλέκονται, ή επηρεάζονται, από ένα δημοσιογραφικό γεγονός - έρευνα, ή κάποιο επίκαιρο θέμα.

Σύμφωνα με τον Shoemaker (1996) και τον McQuail (1994), υπάρχει μια πολλαπλότητα παραγόντων που προϋποθέτουν την αποδοχή των πηγών ως bona fide από τους δημοσιογράφους ερευνητές. Οι Ρεπόρτερ είναι αναμενόμενο να αναπτύξουν και να καλλιεργήσουν πηγές, ειδικά αν σε τακτική βάση καλύπτουν συγκεκριμένα θέματα, γνωστά ως "beat". Οι θεματικοί ρεπόρτερ πρέπει, εντούτοις, να είναι προσεκτικοί σε σχέση με το γεγονός ότι είναι πολύ κοντά στις πηγές τους. Οι Ρεπόρτερ συχνά, αλλά όχι πάντα, δίνουν μεγαλύτερο περιθώριο σε πηγές με μικρή εμπειρία. Για παράδειγμα, μερικές φορές ένα πρόσωπο θα πει αρχικά ότι δεν θέλει να μιλήσει με τον δημοσιογράφο, στην συνέχεια όμως το κάνει. Αν αυτό το πρόσωπο δεν είναι "δημόσιο", οι ρεπόρτερ είναι πιο απίθανο να χρησιμοποιήσουν αυτήν την πληροφορία. Οι δημοσιογράφοι επίσης ενθαρρύνονται να είναι σκεπτικοί χωρίς να γίνονται κυνικοί ("If your mother says she loves you, check it out."). Ως εμπειρικός κανόνας, αλλά ειδικά όταν γίνεται ρεπορτάζ σε θέματα που χαρακτηρίζονται από αντιπαράθεση, οι ρεπόρτερ αναμένεται να χρησιμοποιήσουν πολλαπλές πήγες.

Χρησιμοποιώντας εμπιστευτικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εκτός αρχείου υλικό είναι συχνά πολύτιμο και οι ρεπόρτερ μπορεί να είναι ενθουσιώδεις να το χρησιμοποιήσουν, κι έτσι συχνά οι πηγές που επιθυμούν να βεβαιωθούν για την εμπιστευτικότητα κάποιων πληροφοριών ενημερώνονται κατά κανόνα "για τους όρους χρήσης" πριν να αποκαλύψουν στην πράξη την πληροφορία, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Μερικοί δημοσιογράφοι και οργανισμοί ειδήσεων έχουν πολιτικές ενάντια στην αποδοχή πληροφοριών "εκτός αρχείου" επειδή πιστεύουν ότι παρεμβαίνουν αρνητικά στην ικανότητά τους να αναμεταδίδουν τις ειδήσεις αληθινά, ή επειδή υποψιάζονται ότι μπορεί να έχουν σκοπό να παραπλανήσουν αυτούς ή το κοινό.

Ακόμα κι αν δεν μπορούν να αποκαλύψουν κάποιες πληροφορίες άμεσα, οι δημοσιογράφοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν ανεπίσημη (off the record) πληροφορία προκειμένου να αποκαλύψουν σχετικά γεγονότα, ή να βρουν άλλες πηγές που θέλουν να μιλήσουν ανοιχτά. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στην ερευνητική δημοσιογραφία. Πληροφορίες για εκδηλώσεις έκπληξη ή για έκτακτες ειδήσεις, είτε προέρχονται από επίσημη είτε από ανώνυμη πηγή, είναι γνωστές και ως "tip-off". Πληροφορίες πάλι που οδηγούν στην αποκάλυψη πιο ενδιαφερουσών πληροφοριών καλούνται "lead".

Ανώνυμες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταυτότητα των ανωνύμων πηγών αποκαλύπτεται μερικές φορές στους αρχισυντάκτες ή στους δικηγόρους ενός ειδησεογραφικού οργανισμού, που θεωρούνται ότι δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας. (Οι δικηγόροι γενικώς προστατεύονται από κλήτευση σε αυτές τις περιπτώσεις λόγω της εμπιστευτικής σχέσης μεταξύ δικηγόρου πελάτη.) Το νομικό προσωπικό ενδεχομένως να χρειαστεί να δώσει συμβουλές σχετικά με το εάν είναι σκόπιμο να δημοσιευθούν κάποιες πληροφορίες, ή σχετικά με δικαστικές διαδικασίες με τις οποίες κάποιοι ίσως να επιχειρήσουν να πάρουν εμπιστευτικές πληροφορίες. Οι αρχισυντάκτες είναι στην πλευρά εκείνη για να αποτρέψουν τους ρεπόρτερ από την κατασκευή μη υπαρχόντων, ανώνυμων πηγών, και να παράσχουν μια δεύτερη γνώμη σχετικά με τη χρήση της αποκτηθείσας πληροφορίας, πως ή πως να μην επιβεβαιώνεις τις πηγές, και εάν θα πρέπει να ακολουθηθούν και άλλες επιλογές.

Η χρήση των ανωνύμων πηγών έχει γίνει ένα πεδίο αντιπαράθεσης για πολλά χρόνια. Μερικοί εκδότες ειδήσεων επιμένουν ότι οι ανώνυμες πηγές είναι ο μόνος τρόπος για να πετύχουμε διασταυρωμένη πληροφορία, ενώ άλλοι έχουν αυστηρές απαγορεσεις ενάντια στη χρήση των ανώνυμων πηγών σε όλες τις εποχές.[1] Οργανισμοί ειδήσεων μπορεί να βάλουν δικλείδες ασφαλείας, όπως την προϋπόθεση ότι η πληροφορία από ανώνυμες πηγή να είναι επιβεβαιωμένη από μια δεύτερη πηγή πριν να μπορέσει να τυπωθεί.

Μολαταύτα, σημαντικά ρεπορτάζ βασισμένα σε ανώνυμες πηγές έχουν μερικές φορές αποδειχθεί να είναι αναληθή. Για παράδειγμα, πολλά από τα ρεπορτάζ του O.J. Simpson από ανώνυμες πηγές θεωρήθηκαν αργότερα ανακριβή.[2]

Εκτός καταγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είτε πρόκειται για μια επίσημη, προγραμματισμένη συνέντευξη ή μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο, κάποιες πηγές ζητούν όλο ή μέρος της συνομιλίας να μην καταγράφεται σε μια ηχητική ή βίντεο-συσκευή καταγραφής ("ταινία"), εντούτοις συνεχίζουν να μιλούν με τον ρεπόρτερ. Στον βαθμό που η συνέντευξη αυτή δεν είναι εμπιστευτική ο ρεπόρτερ μπορεί να μεταδώσει την πληροφορία που δίνεται από την πηγή, ακόμα και επαναλαμβάνοντας άμεσα τις φράσεις (ενδεχομένως καταγεγραμμένες βιαστικά σε έναν φορητό υπολογιστή ή ανακαλώντας τες από μνήμης). Αυτό συχνά εμφανίζεται στις δημοσιογραφικές εκπομπές ως "Ο Τζον Μπράουν απέρριψε την πρόταση να δώσει συνέντευξη μπροστά στην κάμερα, αλλά είπε..." ή απλώς "ένας εκπρόσωπος τύπου είπε...".

Μερικά θέματα συνεντεύξεων είναι απλά άβολο να καταγράφονται ηχητικά ή σε εικόνα. Μερικοί φοβούνται ότι δεν θα έχουν ευφράδεια λόγου και θα γελοιοποιηθούν αν δώσουν συνέντευξη σε ένα ζωντανό ειδησεογραφικό μέσο. Άλλοι μπορεί να είναι μη συνεργάσιμοι ή να μην εμπιστεύονται τα κίνητρα ή την επάρκεια του δημοσιογράφου, και να επιθυμούν να τους αποτρέψουν απ'το να έχουν την ευκαιρία να μεταδώσουν ένα μη κολακευτικό απόσπασμα ή μέρος της συνέντευξης που είναι εκτός γενικού πλαισίου. Επαγγελματίες αξιωματούχοι των δημοσίων σχέσεων γνωρίζουν ότι με το να έχουν τον ρεπόρτερ να επαναλάβει τα λόγια τους, παρά να είναι οι ίδιοι στον αέρα, θα αμβλύνει την επίδραση των λόγων τους [εκκρεμεί παραπομπή]. Το κοινό δεν χρειάζεται να τους δει ή να τους ακούσει να φέρονται αμήχανα (στην περίπτωση που έχουν δυσάρεστα νέα), και το να μην είναι στον αέρα τους επιτρέπει επίσης να παραμένουν ανώνυμοι ή να εντοπίζονται μόνο από τον τίτλο.

Απόδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην δημοσιογραφία η απόδοση είναι η ταυτοποίηση της πηγής μιας ερευνημένης πληροφορίας. Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας συνήθως αναφέρεται στο θέμα της απόδοσης (σε ποιόν δηλαδή αποδίδεται μια πληροφορία), το οποίο είναι ευαίσθητο επειδή κατά την διάρκεια της εργασίας τους οι δημοσιογράφοι μπορεί να λάβουν πληροφορίες από πηγές που επιθυμούν να παραμείνουν ανώνυμες. Στην ερευνητική δημοσιογραφία σημαντικές ειδήσεις συχνά εξαρτώνται από τέτοιες πληροφορίες. Για παράδειγμα, το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ που οδήγησε στην πτώση του προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον είχε εν μέρει εκτεθεί σε πληροφορίες που είχαν αποκαλυφθεί από ανώνυμες πηγές ("Deep Throat") στους ερευνητές δημοσιογράφους Μπομπ Γουντγουόρντ και Καρλ Μπερνστάιν.

Ηθική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποκάλυψη της ταυτότητας μιας εμπιστευτικής πηγής αποδοκιμάζεται από τις ομάδες που αντιπροσωπεύουν τους δημοσιογράφους σε πολλές δημοκρατίες.[3][4][5] Σε κάποια δικαιοδοτικά συστήματα οι δημοσιογράφοι μπορεί να υποχρεωθούν από το νόμο να αποκαλύψουν τις πηγές τους,[εκκρεμεί παραπομπή] και κάποιοι ακόμα και να φυλακιστούν τηρώντας τις παραπάνω αρχές.

Υπάρχουν μια σειρά από λόγοι για την προστασία των εμπιστευτικών πηγών:

  • Σε μερικές περιπτώσεις σοβαρή ζημιά ενδέχεται να επέλθει στην πηγή εάν η ταυτότητά της αποκαλυφθεί.
  • Η προθυμία άλλων πιθανών πηγών να μοιραστούν πληροφορία με τους ρεπόρτερ μπορεί να φαλκιδευτεί εάν οι εμπιστευτικές πηγές ταυτοποιούνται.
  • Η δημόσια πρόσληψη της δημοσιογραφικής ακεραιότητας τραυματίζεται όταν οι διαβεβαιώσεις για δημοσιογραφικό απόρρητο αθετούνται.
  • To ούτως αποκαλούμενο "chilling effect," που χρησιμοποιείται για να αποτρέψει πηγές στο μέλλον να βγουν μπροστά με άγνωστες πληροφορίες ένεκα του φόβου της επίπληξης ή της αντεκδίκησης.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • McQuail, D. (1994) Mass Communication Theory. London: Sage.
  • Shoemaker, P. and Reese, S.D. (1996) Mediating the Message. London: Longman.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]