Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας είναι o τίτλος προστασίας που χορηγείται στον εφευρέτη ή δικαιούχο μιας εφεύρεσης για επινοήματα νέα, που εμπεριέχουν εφευρετική δραστηριότητα και είναι επιδεκτικά βιομηχανικής εφαρμογής. Τα επινοήματα αυτά μπορούν να είναι προϊόντα, μέθοδοι παραγωγής προϊόντος ή βιομηχανικές εφαρμογές.

Έννοια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας διέπεται σήμερα από το ν. 1733/87^31 και πρόκειται για διοικητική πράξη που εκδίδεται από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (άρθρο 8 §11 ν. 1733/87) με την οποία πράξη βεβαιώνεται το κανονικό της δήλωσης ευρεσιτεχνίας και παρέχεται στο δικαιούχο απόλυτο και χρονικά περιορισμένο δικαίωμα στην ευρεσιτεχνία. Το δικαίωμα του εφευρέτη έχει περιορισμένη προστασία και είναι επισφαλές. Αυτό γίνεται σαφώς καθορισμένο και ασφαλές όταν ο δικαιούχος του δηλώσει καταλλήλως την εφεύρεση στην αρμόδια κρατική αρχή που προβλέπει ο εκάστοτε νόμος. Από το χρονικό σημείο της δήλωσης, ή το άτομο που την πραγματοποίησε, αποκτά αξίωση κατά της αρμόδιας αρχής προς έκδοση διοικητικής πράξης, που καλείται «δίπλωμα ευρεσιτεχνίας».

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το περιεχόμενο του διπλώματος διακρίνεται σε ουσιαστικό και σε τυπικό. Ουσιαστικό περιεχόμενο είναι η ηθική διάκριση που παρέχει η πολιτεία στον εφευρέτη. Η διάκριση αυτή αποτυπώνεται στη χορήγηση του διπλώματος και αντανακλά την κοινωνική καταξίωση του εφευρέτη. Επίσης ουσιαστικό περιεχόμενο είναι το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας που παρέχεται σε εκείνον που δήλωσε την εφεύρεση. Το δικαίωμα αυτό είναι αποκλειστικό και χρονικά περιορισμένο (άρθρα 10 § 1 και 11 § 1 ν.1733/87). Έχει κατά κύριο λόγο περιουσιακό χαρακτήρα, που συνίσταται στην αποκλειστική εκμετάλλευση της ευρεσιτεχνίας, χωρίς να στερείται και οποιουδήποτε ηθικού χαρακτήρα. Το τυπικό περιεχόμενο του διπλώματος συνίσταται στη βεβαίωση που αυτό παρέχει για το κανονικό της αίτησης ευρεσιτεχνίας. Στο δίπλωμα, ως διοικητική πράξη, αναγράφεται αυτός που δήλωσε την εφεύρεση, ο ακριβής χρόνος της δήλωσης, ο αύξων αριθμός του διπλώματος, ο τίτλος της ευρεσιτεχνίας, η ταξινόμηση και ο χρόνος διάρκειας του διπλώματος και επισυνάπτονται: α) το πρωτότυπο της περιγραφής της εφεύρεσης μαζί με τις αξιώσεις, την περίληψη και τα τυχόν σχέδια β) η έκθεση έρευνας και η τελική έκθεση έρευνας (άρθρο 8 §11). Επίσης, στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αναγράφεται η επίκληση προτεραιότητας από τον καταθέτη σε άλλη χώρα, όπου σημειώνεται και η χώρα κατάθεσης, η χρονολογία και ο αριθμός της αλλοδαπής κατάθεσης, στην οποία βασίζεται η προτεραιότητα (άρθρο 8 §12).

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εθνικά Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εθνικό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας εκδίδεται κατόπιν σχετικής αίτησης σε μία χώρα και παρέχει προστασία μόνο στη χώρα αυτή. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα η αίτηση υποβάλλεται στον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ).

Ευρωπαϊκά Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας εκδίδεται κατόπιν σχετικής αίτησης στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (EPO) και μπορεί να ισχύσει στα 37 ευρωπαϊκά κράτη που έχουν κυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (European Patent Convention - EPC, Μόναχο 1973), καθώς επίσης και σε Βοσνία Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Σερβία, που έχουν συνάψει συμφωνία επέκτασης προστασίας με το EPO, εάν ο καταθέτης τα προσδιορίσει. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της κατοχύρωσης απαιτείται επίσης κατάθεση αντίστοιχης μετάφρασης του κειμένου της ευρεσιτεχνίας σε κάθε επιλεγμένη χώρα.

Διεθνείς Αιτήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίπτωση αυτή, ο καταθέτης οφείλει να υποβάλει τη μετάφραση του Ευρωπαϊκού ΔΕ σε όσα από τα κράτη επιθυμεί, ώστε αυτό να εξομοιωθεί απόλυτα με το Εθνικό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας στα κράτη αυτά. Με την αίτηση αυτή, η εφεύρεση προστατεύεται και μονοπωλείται σε ένα ή περισσότερα κράτη, ευρωπαϊκά ή μη, τα οποία έχουν κυρώσει τη Διεθνή Συνθήκη Συνεργασίας για τα Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας (Patent Cooperation Treaty - PCT, Ουάσιγκτον 1970). Στο πλαίσιο αυτό ο καταθέτης μπορεί να αποκτήσει Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας σε 142 κράτη τα οποία έχουν κυρώσει την παραπάνω συνθήκη. Μία Διεθνής Αίτηση κατατίθεται ενώπιον του Διεθνούς Γραφείου (WIPO) στη Γενεύη.

Μεταβίβαση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας αντί να εκμεταλλευθεί ο ίδιος οικονομικά το δίπλωμα μπορεί να αναζητήσει άλλους τρόπους οικονομικής εκμετάλλευσης. Τέτοιοι τρόποι που προσφέρονται από το δίκαιό μας είναι κυρίως δυο: η μεταβίβαση του διπλώματος (άρθρο 12) και η παραχώρηση αδειών εκμετάλλευσης, εκούσιων ή υποχρεωτικών (άρθρα 12 §§ 3-6 και 13).

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεταβίβαση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι δυνατή τόσο εν ζωή όσο και αίτια θανάτου. Η μεταβίβαση της επιχείρησης γίνεται ελεύθερα, χωρίς δηλαδή τη σύγχρονη μεταβίβαση της επιχείρησης που εκμεταλλεύεται το μεταβιβαζόμενο δικαίωμα. Αυτό συνάγεται από το άρθρο 12 § 1 κατά το οποίο είναι μεταβιβαστό τόσο το δικαίωμα από το δίπλωμα, αλλά και από το άρθρο 10 § 3. Παρόλο που στο νόμο δεν ορίζεται, σε μεταβίβαση υπόκειται και το δικαίωμα στην εφεύρεση. Πάντως αν έχει χορηγηθεί δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, σε τρίτον, που δήλωσε κανονικά και αρμόδια την εφεύρεση, θα εφαρμοστεί το άρθρο 10 § 3 που επιτρέπει τη μεταβίβαση της προχρησιμοποιούμενης εφεύρεσης μόνο μαζί με την επιχείρηση. Δυνατή είναι, επίσης, η μεταβίβαση και μέλλουσας εφεύρεσης, ως ελπιζόμενου άυλου αγαθού. Στην περίπτωση αυτή, αν η σύμβαση έχει εκποιητικό και όχι μόνο υποσχετικό χαρακτήρα, το δικαίωμα στη μέλλουσα εφεύρεση μεταβαίνει στον αποκτώντα από τη σύναψη της σύμβασης. Εξάλλου, όπως υποστηρίζεται, η μεταβίβαση της μελλοντικής εφεύρεσης πρέπει πάντοτε να ερευνάται με γνώμονα τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Για τη μεταβίβαση εν ζωή εφαρμόζονται κατ’ αρχή οι διατάξεις του ν. 1733/87. Συμπληρωματικά, όμως, ισχύουν και οι διατάξεις του δικαίου της εκχώρησης (άρθρο 470 ΑΚ). Η φορολογική μεταχείριση της μεταβίβασης, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 13 ν. 2238/1994.

Συμβατική μεταβίβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εν ζωή μεταβίβαση του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας προϋποθέτει σύμβαση (άρθρο 12 § 1) ανάμεσα στο δικαιούχο και στον αποκτώντα (άρθρα 470 και 455 ΑΚ). Πρόκειται, κατ’ αρχήν, για μη αιτιώδη σύμβαση, όπως μη αιτιώδης είναι η εκχώρηση δικαιώματος, που μπορεί να αναφέρεται στο δικαίωμα ευρεσιτεχνίας στο σύνολό του ή και σε ιδανικό μερίδιο. Εξάλλου, η μεταβίβαση ιδανικού μεριδίου μπορεί να αναφέρεται και στο από κοινού δικαίωμα χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας (άρθρο 12 § 2).

Η μεταβίβαση μπορεί να αφορά τόσο στο περιουσιακό περιεχόμενο του δικαιώματος όσο και το ηθικό περιεχόμενό του. Η μεταβίβαση, όμως, του ηθικού περιεχομένου απαιτεί ειδική συμφωνία των μερών. Ενώ, αν υπάρχει αμφιβολία, η μεταβίβαση καταλαμβάνει μόνο το περιουσιακό περιεχόμενο. Το περιουσιακό δικαίωμα μπορεί μεταβιβάζεται στο σύνολό του. Μπορεί, όμως, να μεταβιβάζονται ορισμένες μόνο από τις περιουσιακού περιεχομένου εξουσίες του δικαιούχου. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα πρόκειται για μεταβίβαση του δικαιώματος, αλλά για παραχώρηση αδειών εκμετάλλευσης. Όσον αφορά στη μεταβίβαση των ηθικών εξουσιών, υποστηρίζεται ορθά ότι για ορισμένες από αυτές, υπαγορεύονται ορισμένοι περιορισμοί από τη φύση τους ως εκδήλωσης του δικαιώματος της προσωπικότητας. Έτσι, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταβίβασης η εφευρετική τιμή, με την έννοια να μεταβιβάζεται στο δικαιούχο η εξουσία να εμφανίζεται ως εφευρέτης. Εξάλλου, ως μεταβίβαση των ηθικών εξουσιών νοείται η συναίνεση του εφευρέτη για πράξεις ή παραλήψεις, που χωρίς τη συναίνεση θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού δικαιώματος. Η παροχή της συναίνεσης αποτελεί τρόπο άσκησης του δικαιώματος και δεσμεύει τον εφευρέτη (άρθρο 16 ν. 2121/1993). Η άσκηση του ηθικού δικαιώματος μπορεί να περιορισθεί συμβατικά, ενώ ο πυρήνας του παραμένει πάντα απαραβίαστος. Η σύμβαση μεταβίβασης πρέπει να περιβάλλεται τον έγγραφο τύπο. Το έγγραφο, που είναι συστατικός τύπος (άρθρο 12 § 1 ν. 1733/1987 σε συνδυασμό με άρθρο 159 ΑΚ), μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Στον ίδιο τύπο υποβάλλεται και η υποσχετική δικαιοπραξία, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα ματαιώνονταν ο σκοπός του νόμου. Χωρίς έγγραφο τύπο η σύμβαση είναι απόλυτα άκυρη (άρθρο 159 § 1 ΑΚ).

Η μεταβίβαση δεν συντελείται από την τήρηση του εγγράφου, αλλά από την καταχώρηση της σύμβασης στο μητρώο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Δηλαδή, συστατικό χαρακτήρα έχει και η καταχώρηση αυτή. Η ακυρότητα, όμως, από την έλλειψη καταχώρησης θα είναι σχετική υπέρ των τρίτων, εκτός αν αυτοί γνώριζαν τη μεταβίβαση. Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης της καταχώρησης ο αποκτών δεν νομιμοποιείται στην άσκηση των αγωγών εναντίον των καλόπιστων τρίτων. Μεταξύ, όμως των συμβαλλομένων και των τρίτων που γνωρίζουν την μεταβίβαση η σύμβαση είναι έγκυρη. Αντίθετα, η δημοσίευση της μεταβίβασης στο Ειδικό Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, που προβλέπει το άρθρο 12 § 1 εδ. 2, δεν έχει παρά δηλωτικό χαρακτήρα. Την καταχώρηση στο μητρώο μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε ο μεταβιβάζων ή ο αποκτών, προσκομίζοντας τη σχετική σύμβαση μεταβίβασης.

Αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση, ο μεταβιβάζων ευθύνεται έναντι του αποκτώντος κατά τις διατάξεις του άρθρου 467 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλογικά (άρθρο 470 ΑΚ). Έτσι, αν η μεταβίβαση γίνεται από επαχθή αίτια, ευθύνεται μόνο για την ύπαρξη εγκύρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Και αν το δίπλωμα κηρυχθεί άκυρο, θα βρει εφαρμογή το άρθρο 382 ΑΚ. Μέσω του άρθρου αυτού θα οδηγηθεί κάποιος στον περιορισμό του επιστρεπτέου τμήματος που καταβλήθηκε στο προσήκον ύψος, αφού ληφθούν υπόψη οι ωφέλειες που αποκόμισε ο αποκτών μέχρι τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας. Τα παραπάνω θα ισχύσουν και στην περίπτωση διεκδίκησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατά το άρθρο 6 § 9.

Όταν η μεταβίβαση γίνεται από χαριστική αιτία, ο μεταβιβάζων δεν ευθύνεται για την ύπαρξη έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας (άρθρα 467 § 2, 470 ΑΚ). Κατά την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 468 ΑΚ, αν ο μεταβιβάζων ανέλαβε την ευθύνη για την εμπορική ή βιομηχανική αξία της εφεύρεσης, σε περίπτωση αμφιβολίας, αυτή αναφέρεται μόνο στην αξία κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Εξάλλου, κατά την αναλογική εφαρμογή του άρθρου 456 ΑΚ, ο μεταβιβάζων υποχρεούται να παράσχει στον αποκτώντα τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκμετάλλευση της εφεύρεσης και να παραδώσει σ’ αυτόν κυρωμένο αντίγραφο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Μεταβίβαση αιτία θανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο το δικαίωμα προσδοκίας όσο και το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας και το δικαίωμα στην εφεύρεση μπορούν επίσης να μεταβιβασθούν αιτία θανάτου (άρθρο 12 § 1). Στην περίπτωση διαδοχής εξ αδιαθέτου το δικαίωμα μεταβαίνει στους κληρονόμους τόσο ως προς το περιουσιακό όσο και ως προς το ηθικό περιεχόμενο. Με διάταξη, όμως, τελευταίας βουλήσεως ο κληρονομούμενος μπορεί να διασπάσει το περιεχόμενο του και να προσπορίσει σε άλλον το περιουσιακό και σε άλλον το ηθικό δικαίωμα. Εξάλλου, από το περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να αποσπάσει ορισμένες εξουσίες, οι οποίες θα αποτελέσουν περιεχόμενο άδειας εκμετάλλευσης υπέρ ορισμένου κληρονόμου. Η μεταβίβαση αιτία θανάτου, όταν πρόκειται για δικαίωμα ευρεσιτεχνίας, συντελείται με την καταχώρηση του σχετικού κληρονομητηρίου στο μητρώο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Στη συνέχεια, το ίδιο κληρονομητήριο δημοσιεύεται στο Ειδικό Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (άρθρο 12 § 1). Η καταχώρηση και η δημοσίευση επιτελεί την ίδια λειτουργία με τη λειτουργία που επιτελεί η καταχώρηση και η δημοσίευση της σύμβασης μεταβίβασης.

Αναγκαστική μεταβίβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναγκαστική εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας όσο και το δικαίωμα στην εφεύρεση ή το δικαίωμα προσδοκίας μπορούν να κατασχεθούν και να εκποιηθούν αναγκαστικά. Η αναγκαστική κατάσχεση και εκποίηση γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ ΚπολΔ. Στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών το δικαστήριο μπορεί να διατάξει και τη μεταβίβαση του δικαιώματος υπέρ εκείνου που γίνεται η εκτέλεση (άρθρο 1024 § 1 ΚπολΔ). Η σχετική απόφαση, όταν πρόκειται για δικαίωμα ευρεσιτεχνίας, καταχωρείται στο μητρώο ευρεσιτεχνιών και δημοσιεύεται στο Ειδικό Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας. Η κατάσχεση του δικαιώματος στην εφεύρεση προχρησιμοποιούντος με την έννοια του άρθρου 10 § 3 ν. 1733/87, είναι δυνατή μόνο μαζί με την επιχείρηση.

Πτώχευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν πτωχεύσει ο δικαιούχος της ευρεσιτεχνίας ή του δικαιώματος προσδοκίας, το περιουσιακό περιεχόμενο του δικαιώματός του ανήκει στην πτωχευτική περιουσία. Αμφισβητείται, αν ανήκει στην πτωχευτική περιουσία και το δικαίωμα στην εφεύρεση που δεν έχει ακόμη κατατεθεί. Μια άποψη, που αποβλέπει στον περιουσιακό χαρακτήρα της εφεύρεσης, υποστηρίζει ότι ανήκει, ενώ άλλη, που αποβλέπει στο χαρακτήρα της ως στοιχείου της προσωπικότητας, αρνείται να τη συμπεριλάβει στην πτωχευτική περιουσία. Τρίτη άποψη αποβλέπει στη βούληση του εφευρέτη για οικονομική εκμετάλλευση της εφεύρεσης. Αν ο εφευρέτης έχει εκδηλώσει τέτοια βούληση και κυρίως, αν άρχισε την οικονομική της εκμετάλλευση, το δικαίωμά του αποσπάται από την προσωπικότητά του και αποτελεί στοιχείο της πτωχευτικής περιουσίας. Αν ο εφευρέτης δεν έχει εκδηλώσει τέτοια βούληση, είναι προφανές ότι ο προσωπικός χαρακτήρας του δικαιώματος δεν το εντάσσει στην πτωχευτική περιουσία.

Ελληνικοί Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οργανισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]