Γόρδιος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γόρδιος ήταν ένας φτωχός Φρύγας, που είχε λίγη καλλιεργήσιμη γη και δύο ζευγάρια βόδια. Με το ένα όργωνε, με το άλλο έσερνε την άμαξά του.

Κάποτε, εκεί που όργωνε, ένας αετός κάθισε στο ζυγό της άμαξας και έμεινε εκεί μέχρι την ώρα που έπρεπε να λυθούν τα βόδια. Τόσο εντυπωσιάστηκε από το θέαμα ώστε πήγε να αναφέρει το θεϊκό σημάδι στους Τελμησσείς μάντεις, διότι οι Τελμησσείς είχαν την σοφία να εξηγούν θεϊκά σημάδια και η μαντική τέχνη μεταδιδόταν σ' αυτούς από γενιά σε γενιά, ακόμη και στις γυναίκες και στα παιδιά.

Καθώς πλησίασε σε κάποιο χωριό τους, συνάντησε μια κοπέλα που έπαιρνε νερό και της διηγήθηκε την ιστορία με τον αετό. Αυτή, που καταγόταν επίσης από μαντική γενιά, του είπε να γυρίσει στον ίδιο τόπο και να θυσιάσει στον Δία. Ο Γόρδιος παντρεύτηκε το κορίτσι και γέννησαν ένα γιο, τον Μίδα. Ο Μίδας ήταν ήδη ένα όμορφο και άξιο παλικάρι.

Όταν ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους Φρύγες, οι εμπόλεμοι πήραν χρησμό ότι μια άμαξα θα τους φέρει το βασιλιά. Ενώ τα συζητούσαν αυτά, έφτασε ο Μίδας με τον πατέρα του και τη μητέρα του και σταμάτησε την άμαξα για να δει την σύναξη. Οι Φρύγες ρώτησαν το μαντείο και πήραν την απάντηση ότι αυτός είναι ο άνθρωπός που τους είπε ο θεός ότι θα φέρει την άμαξα. Έκαναν λοιπόν τον Μίδα βασιλιά τους και αυτός σταμάτησε την εξέγερση και αφιέρωσε την άμαξα του πατέρα του στον Δία το βασιλιά, για να τον ευχαριστήσει που έστειλε τον αετό.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αλεξάνδρου Ανάβασις Β:3