Γυμνοσάλιαγκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Διάφοροι γυμνοσάλιαγκες της Βρετανίας

Ο όρος γυμνοσάλιαγκας αναφέρεται σε φαινομενικά χωρίς κέλυφος χερσαία γαστερόποδα μαλάκια. Οι διάφορες ταξινομικές οικογένειες γυμνοσάλιαγκα αποτελούν τμήματα διαφορετικών εξελικτικών γραμμών, παρά την επιφανειακή ομοιότητα στη μορφή του σώματος. Οι μορφές χωρίς κέλυφος έχουν εμφανιστεί πολλές φορές ανεξάρτητα στο εξελικτικό παρελθόν, και έτσι ο όρος γυμνοσάλιαγκας είναι πολυφυλετικός.

Το σώμα του γυμνοσάλιαγκα αποτελείται κυρίως από νερό και, χωρίς κέλυφος πλήρους μεγέθους, οι μαλακοί ιστοί είναι ευαίσθητοι στην αφυδάτωση. Πρέπει να παράγουν προστατευτική βλέννα για να επιβιώσουν. Πολλά είδη είναι πιο ενεργά μετά τη βροχή εξαιτίας του υγρού εδάφους. Σε ξηρότερες συνθήκες κρύβονται σε υγρά μέρη, όπως κάτω από το φλοιό δέντρων, πεσμένους κορμούς, βράχους και τεχνητά αντικείμενα, όπως γλάστρες, ώστε να διατηρήσουν την υγρασία του σώματός τους.[1]

Οι γυμνοσάλιαγκες είναι ερμαφρόδιτοι, έχοντας τόσο αρσενικά όσο και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα.[2] Μόλις ο γυμνοσάλιαγκας εντοπίσει τον σύντροφο, ο ένας κάνει κύκλους γύρω από το άλλο και ανταλλάσσουν σπέρμα από τα εξέχοντα γεννητικά τους όργανα. Μερικές ημέρες αργότερα, οι γυμνοσάλιαγκες γενούν περίπου 30 αυγά σε μία τρύπα στο έδαφος ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, όπως ένας πεσμένος κορμός. Ο αποφαλλισμός, δηλαδή η αποτομή του πέους συμβαίνει σε κάποια είδη, καθώς το πέος σφηνώνει στο σώμα του άλλου συντρόφου, με αποτέλεσμα ο γυμνοσάλιαγκας να πρέπει να το φάει για να απελευθερωθεί.[2][3][4]

Οι γυμνοσάλιαγκες παίζουν σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα καθώς τρώνε φυτικά και μυκητιασικά υλικά σε αποσύνθεση. Τα περισσότερα είδη τρέφονται με μεγάλη ποικιλία οργανικών υλικών, όπως φύλλα φυτών, λειχήνες, μανιτάρια, ακόμη και κουφάρια.[5][6] Κάποια είδη είναι θηρευτές, τρώγοντας άλλους γυμνοσάλιαγκες, σαλιγκάρια και γεωσκώληκες.[5][7] Οι γυμνοσάλιαγκες με τη σειρά τους γίνονται θύματα πολλών σπονδυλωτών και ασπόνδυλων. Όταν απειλούνται, συστέλλουν το σώμα τους με αποτέλεσμα να γίνει πιο σκληρό και προσκολλώνται γερά στο υπόστρωμα. Η άσχημη γεύση της βλέννας είναι επίσης αποτρεπτική.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Denny, M. W.; Gosline, J. M. (1980). «The physical properties of the pedal mucus of the terrestrial slug, Ariolimax columbianus». Journal of Experimental Biology 88 (1): 375–393. http://jeb.biologists.org/content/88/1/375.full.pdf. 
  2. 2,0 2,1 «Perverted cannibalistic hermaphrodites haunt the Pacific Northwest! " The Oyster's Garter». Theoystersgarter.com. 24 Μαρτίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Απριλίου 2008. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2016. 
  3. Reise, H; Hutchinson, J.M.C. (2002). «Penis-biting slugs: wild claims and confusions». Trends in Ecology and Evolution 17 (4): 163. doi:10.1016/S0169-5347(02)02453-9. http://www.senckenberg.de/files/content/forschung/abteilung/zoologie/malakologie/malak/hutch/hutchpub/tree3.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 August 2016. 
  4. Leonard, J.L.; Pearse, J.S.; Harper, A.B. (2002). «Comparative reproductive biology of Ariolimax californicus and A. dolichophallus (Gastropoda; Stylommiatophora)». Invertebrate Reproduction & Development 41 (1–3): 83–93. doi:10.1080/07924259.2002.9652738. 
  5. 5,0 5,1 «What Do Slugs Eat?». animals.mom.me. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2016. 
  6. Keller, H. W.; Snell, K. L. (2002). «Feeding activities of slugs on Myxomycetes and macrofungi». Mycologia 94 (5): 757–760. doi:10.2307/3761690. PMID 21156549. http://www.mycologia.org/content/94/5/757.full. Ανακτήθηκε στις 15 August 2016. 
  7. «Worm-eating slug found in garden (video. BBC News. 10 July 2008. http://news.bbc.co.uk/2/hi/uk_news/wales/south_east/7498195.stm. Ανακτήθηκε στις 15 August 2016. 
  8. Nixon, P. «Slugs». Home, Yard & Garden Pest Newsletter. College of Agricultural, Consumer and Environmental Sciences, University of Illinois. Ανακτήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2012.