Γκότσης Γκότσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Γκότσης Γκότσης[1], αναφέρεται και σαν Γκότσης χωρίς άλλο όνομα[2], ήταν ονομαστός κλέφτης επί τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε στο Μαζαράκι Αχαΐας[2][1], ορεινό χωριό στο Παναχαϊκό, για τον θάνατο του δεν είναι σίγουρο που πέθανε, στο Μαζαράκι ή στην Τριπολιτσά.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνεργάστηκε επί 20 έτη, από το 1785 έως το 1805[2], με τον περίφημο κλέφτη Μπουρδάνο Ζαχαριά[2]. Το 1806 και κατά των διωγμό των κλεφτών κατέφυγε στην Ζάκυνθο[2] αλλά κι εκεί τον επικήρυξε με έγγραφο στις 30 Μαρτίου 1806[2] ο Βαλή Πασάς της Πελοποννήσου με 150 Φλωρίνια αλλά οι αρχές της Ζακύνθου αρνήθηκαν να τον εκδώσουν[2]. Αργότερα όμως επέστρεψε στο χωριό του αφού ο Μπέης της περιοχής του, (της Ζουμπάτας)[1], του έταξε αμνηστία αλλά εκεί οθωμανικό απόσπασμα τον σκότωσε[2]. Άλλη εκδοχή λέει ότι λόγω του ότι ήταν και σε μεγάλη ηλικία[1] συλλήφθηκε και μεταφέρθηκε στην Τριπολιτσά και κρεμάστηκε[2].

Λαϊκή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω από το όνομα του Γκότση γεννήθηκε ένας θρύλος και η λαϊκή παράδοση κατέγραψε άλλη εκδοχή για τον θάνατο του. Σύμφωνα με αυτή[1], ο Γκότσης όταν ο Μπέης του έταξε αμνηστία γύρισε στο χωριό και πήγε με τα παλικάρια του να τον επισκεφτεί. Παρόλο τις αντιρρήσεις των συντρόφων του πήγαν άοπλοι επειδή είχε πιστέψει τον Μπέη για την αμνηστία. Εκεί καθίσαν κι έφαγαν κι έπειτα ήρθε η ώρα σύμφωνα με το εθιμοτυπικό να ανταλλάξουν δώρα σαν δείγμα φιλίας και αγάπης.

Ο Μπέης έδωσε στον Γκότση ένα πουγκί με γρόσια αλλά όταν ο Γκότσης του έδωσε το δικό του δώρο το αρνήθηκε δηλώνοντας ότι δεν δέχεται την φιλία του. Τα παλικάρια τότε κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και είπαν: Καπετάνιο νδείκμεν ντόνα βράσεν (Καπετάνιο πάμε να φύγουμε γιατί μας φάγανε) και τότε όλοι άρχισαν και πηδούσαν από τα παράθυρα για να διαφύγουν. Οι Οθωμανοί σκοτώνουν όλα τα παλικάρια αλλά τον ίδιο τον Γκότση δεν τον έπιαναν τα βόλια γι' αυτό έβαλαν χρυσό βόλι για να καταφέρουν να τον σκοτώσουν. Τέλος έκοψαν το κεφάλι του και το πήγαν στην γυναίκα του, αυτή μόλις το αντίκρισε ψύχραιμα τους είπε: «Ένα Γκότση σκοτώσατε, χίλιοι θα γεννηθούν».

Άλλη παράδοση λέει ότι το 1772 κατά τα Ορλωφικά τον ειδοποίησε κάποιος Παπαγιάνης που είχε καταφύγει στο Μαζαράκι με την οικογένεια του ότι έρχονται και κάνουν επιδρομές Αρβανίτες. Τότε και οι δύο πήραν τις οικογένειες τους και τις έκρυψαν σε ψηλότερο σημείο έξω από το χωριό[1]. Εκεί μάλιστα η γιος του Παπαγιάννη ζήτησε σε γάμο την κόρη του Γκότση Χρυσάνθη και οι δύο οικογένειες συμπεθέρεψαν[1]. Άλλη παράδοση λέει ότι γνωρίζονταν από πριν αλλά ο Γκότσης δεν ήθελε τον νέο για γαμπρό κι έιχε απειλήσει να τον σκοτώσει αν συνέχιζε να βλέπει την Χρυσάνθη. Αλλά η συνάντηση των δύο οικογενειών για την αποφυγή των Αρβανιτών άλλαξε την γνώμη του Γκότση[1]. Μάλιστα σήμερα κοντά στο χωριό Αράχοβα του Αιγίου υπάρχει η Βρύση του Στάθη και της Χρύσας όπου κατά την παράδοση οι δύο νέοι βλεπόντουσαν[1].

Η οικογένεια του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκότσης είχε άλλα δύο αδέλφια, αγωνιστές του 21, που έδρασαν στην Τριφυλία: ο Γιώργος ήταν από τους πρωτεργάτες του ξεσηκωμού στην Τριφυλία[1] όπου είχε μόνιμα εγκατασταθεί[2]. Ο Γιάννης, και αυτός έδρασε στην Τριφυλία όπου κι έπεσε μαχόμενος στην Μάχη στο Μανιάκι[1]. Γιος του ήταν ο Κώστας αγωνιστής του 1821[2] και γιος αυτού και εγγονός του Γκότση ο Δημητράκης όπου αναφέρεται καπετάνιος της περιοχής στην επανάσταση του 1821 και μετά την απελευθέρωση έγινε δήμαρχος[2][1]. Πατέρας του, ίσως, ήταν ο Νικόλαος Γκοτσόπουλος, γενάρχης της οικογένειας και δισέγγονος του Γκότση ο μετέπειτα υπουργός Κωνσταντίνος Γκότσης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 Ιωάννου Δ. Παπαδημητρίου, Το Μαζαράκι των Πείρων και της Παναχαίας και το Μαζαράκι των Πατρών και της Ωλενίας, από το 1600 π.Χ. μέχρι σήμερον, Πάτρα 2000, Δεύτερη Έκδοση.
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 Κώστας Ν. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Τόμος Α': Α-Λ, Τυπογραφείο Πέτρου Χρ. Κούλη, Πάτρα 1995, Τρίτη Έκδοση, λήμμα Γκότσης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιωάννου Δ. Παπαδημητρίου, Το Μαζαράκι των Πείρων και της Παναχαίας και το Μαζαράκι των Πατρών και της Ωλενίας, από το 1600 π.Χ. μέχρι σήμερον, Πάτρα 2000, Δεύτερη Έκδοση.
  • Κώστας Ν. Τριανταφύλλου, Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών, Τόμος Α': Α-Λ, Τυπογραφείο Πέτρου Χρ. Κούλη, Πάτρα 1995, Τρίτη Έκδοση.