Γκόμεζ Ντε Φαρία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Γκομέζ Ντε Φαρία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γκόμεζ Ντε Φαρία
Ιδιότητα ποδοσφαιριστής

Ο Γκόμεζ Ντε Φαρία είναι Πορτογάλος πρώην ποδοσφαιριστής και προπονητής.

Γεννήθηκε στην Πορτογαλία, όμως η οικογένειά του μετανάστευσε στη Νότια Αμερική. Αγωνίστηκε με την ομάδα της Τσακαρίτα της Αργεντινής. Στην Αργεντινή παντρεύτηκε την Ελληνίδα Μαριάνθη. Πήγε στο Περού και πήρε δίπλωμα προπονητή παρακολουθώντας σεμινάρια, μαζί με το Μάριο Ζαγκάλο της Εθνικής Βραζιλίας και τον Αργεντινό Βελντελγίβιτεφ και δούλεψε σαν προπονητής έξι μήνες στη Νότια Αμερική.

Το Μάρτιο του 1971, σε ηλικία 34 χρονών, ήρθε στη Ελλάδα με τη γυναίκα του μετά από πρόσκληση των συγγενών της και έτσι του έγινε πρόταση να αναλάβει τον ΠΑΣ Γιάννινα. Ενώ στη αρχή ήταν διστακτικός, εντυπωσιάστηκε από τους φιλάθλους του ΠΑΣ Γιάννινα που ακολουθούσαν την ομάδα παντού, και έτσι αποφάσισε να κάνει τον ΠΑΣ δυνατό.

Όταν προσπάθησε να κάνει μεταγραφές Ελλήνων ποδοσφαιριστών, διαπίστωσε ότι με τα χρήματα που του ζήτησαν για έναν Ελληνα μπορούσε να αποκτήσει μια ενδεκάδα Αργεντινούς μεγάλων δυνατοτήτων. Έτσι, αντί να δώσει ένα εκατομμύριο για το Νταντέλη της Βέροιας, έφερε στην Ελλάδα με 700.000 τους ελληνοποιημένους Εδουάρδο Κοντογιώργακη (Ριγκάνι), Αλφρέδο Γκλασμάνη (Γκλάσμαν), Χοσέ Παστερνάκη (Πάστερνακ), Εδουάρδο Λίσα, Χουάν Μόντες και Όσκαρ Άλβαρες. Η ομάδα κάνει τους Ηπειρώτες να τρίβουν τα μάτια τους και ο Αλέκος Κιτσάκης γράφει το δημοτικό τραγούδι - ύμνο «Αγιαξ της Ηπείρου».

Η ομάδα του Γκόμεζ Ντε Φαρία το 1971-72 ήταν: Λίσα, Τσουρλίδας, Σιόντης, Βέργος, Γραμμενιάτης, Μάντος, Μόντές, Γκλασμάνης, Παστερνάκης, Άλβαρες, Κοντογεωργάκης.

Ενδιαφέρουσα ήταν και η θεωρία του Ντε Φαρία για το στήσιμο της ομάδας στον αγωνιστικό χώρο, καθώς πίστευε στο πάθος και το φιλότιμο τωω Ελλήνων της ομάδας και προτιμούσε Έλληνες ποδοσφαιριστές για την άμυνα, ενώ για την επίθεση και την ανάπτυξη του παιχνιδιού εμπιστευόταν τη φαντασία και την τεχνική των Αργεντινών παικτών του.

Όμως δεν κατόρθωσε ποτέ να προσαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα αφού ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της πορείας της ομάδας χωρίς παραγοντικές παρεμβάσεις και έτσι το δεύτερο χρόνο αποχώρησε αφήνοντας μια ομάδα που διακρίθηκε και τις επόμενες χρονιές με τη βοήθειά του, καθώς ο ίδιος παρότρυνε τους ποδοσφαιριστές να μην αφήσουν να καταστραφεί το έργο του. Αργότερα ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της νεοσύστατης γυναικείας ομάδας ποδοσφαίρου του Παναθηναϊκού έχοντας σημαντική συνεισφορά στην ανάδειξη αθλητριών που παρουσίασαν αξιόλογες επιδόσεις.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]