Γιούρι Ζντοβτς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γιούρι Ζντοβτς
Jure Zdovc 1990.jpg
Το 1990 πρωταθλητής κόσμου με τη Γιουγκοσλαβία
Προσωπικά στοιχεία
ΕθνικότηταΣλοβενική
Γέννηση13 Δεκεμβρίου 1966 (1966-12-13) (54 ετών)
Σλοβένσκε Κόνιτσε, Γιουγκοσλαβία
Ύψος1,95 μ.
Νεανικοί σύλλογοι
Στοιχεία καριέρας
Αθλ. καριέρα1984 - 2003
Καριέρα σε συλλόγους
1984 - 1991Flag of SFR Yugoslavia.svg 0 ΚΚ Ολίμπια
1991 - 1992Flag of Italy.svg 0 Βίρτους Μπολόνια
1992 - 1993Flag of France.svg 0 Λιμόζ
1993 - 1996Flag of Greece.svg 0 Ηρακλής Θεσσαλονίκης
1996 - 1997Flag of France.svg 0 Ρασίνγκ Παρί
1997 - Flag of Turkey.svg 0 Τόφας ΣΚ
1998 - 2000Flag of Slovenia.svg 0 ΚΚ Ολίμπια
2000 - 2001Flag of Greece.svg 0 Πανιώνιος
2001 - 2002Flag of Slovenia.svg 0 ΚΚ Ολίμπια
2002 - 2003Flag of Slovenia.svg 0 Σλόβαν
- 2003Flag of Croatia.svg 0 ΚΚ Σπλιτ
Εθνικές ομάδες
1993 - 1999Flag of Slovenia.svg 0 Εθνική Σλοβενίας

Ο Γιούρι Ζντοβτς (σλοβενικά: Jurij «Jure» Zdovc, γεννήθηκε 13 Δεκεμβρίου 1966) είναι Σλοβένος πρώην επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής και νυν προπονητής. Ένας από τους καλύτερους πλέι μέικερ της γενιάς του, αγωνίστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές ομάδες με ιδιαίτερη επιτυχία. Το 2020 έγινε μέλος του Hall of Fame της FIBA.[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ταλέντο του Ζντοβτς από τη Σλοβενία, τράβηξε την προσοχή των προπονητών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας από νωρίς. Μέχρι το 1983, σε ηλικία 16 ετών, έπαιξε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Νέων στη Γερμανία όπου κέρδισε το πρώτο του χρυσό μετάλλιο. Ανάμεσα στους συμπαίκτες του ήταν οι μελλοντικοί σπουδαίοι Ζάρκο Πάσπαλι, Μπράνισλαβ Πρέλεβιτς. Την ίδια χρονιά, έπαιξε στο Παγκόσμιο Κύπελλο νέων στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα της Ισπανίας, ως ο νεότερος παίκτης της γιουγκοσλαβικής ομάδας. Μέχρι τη σεζόν 1985-86, ο Ζντοβτς ήταν ήδη σημαντικός παίκτης για την Ολίμπια Λιουμπλιάνα. Δύο χρόνια αργότερα, ο προπονητής Ντούσαν Ίβκοβιτς τον πήγε στην πρώτη του μεγάλη διοργάνωση - τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988 στη Σεούλ και επέστρεψε με ασημένιο μετάλλιο. Έλαμψε στο Πρωτάθλημα Ευρώπης του 1989 μαζί με όλα τα μέλη της "Γιουγκοσλαβικής Ομάδας των Ονείρων", όπως και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της επόμενης χρονιάς.[2]

Η πολιτική προκάλεσε ένα από τα πιο περίεργα σενάρια στην ιστορία του μπάσκετ. Η Γιουγκοσλαβία έφτασε στη Ρώμη για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1991 ως φαβορί. Ο Ντράζεν Πέτροβιτς έλειπε, αλλά ο Αλεξάντερ Τζόρτζεβιτς ήταν εκεί. Στα τρία παιχνίδια της φάσης των ομίλων, η Γιουγκοσλαβία κατέγραψε εύκολες νίκες. Ο Ζντοβτς είχε 7 πόντους απέναντι στη Βουλγαρία, 3 στην Πολωνία και 4 στην Ισπανία. Στις 26 Ιουλίου 1991, ημέρα πριν από τα ημιτελικά, ο Ζντοβτς χτύπησε την πόρτα του ΊΙβκοβιτς με δάκρυα στα μάτια και του είπε στον ότι η κυβέρνηση της Σλοβενίας, η οποία κήρυξε ανεξαρτησία από τη Γιουγκοσλαβία στις 25 Ιουλίου, του έδωσε εντολή να αποχωρήσει από την ομάδα. Η Γιουγκοσλαβία νίκησε τη Γαλλία στον ημιτελικό και την Ιταλία στο παιχνίδι του τίτλου χωρίς ιδιαίτερο κόπο, αλλά χωρίς τον Ζντοβτς. Όταν απονεμήθηκαν τα μετάλλια στο βάθρο, υπήρχε ένα επιπλέον.[2][3]

Ο Ζντοβτς ήταν έξυπνος παίκτης. Είχε γρήγορο σουτ, ήταν ένας ασφαλής χειριστής μπάλας, πάνω απ' όλα, ήταν ένας εξαιρετικός αμυντικός παίκτης. Δεν ήταν πολύ ελκυστικός για τους οπαδούς, αλλά ήταν τέλειος για κάθε προπονητή. Δεν ήταν καθαρός σκόρερ αλλά θα μπορούσε να το κάνει αν η ομάδα του το χρειαζόταν. Όταν ο Μπόζινταρ Μάλκοβιτς ξεκίνησε την πρώτη του πλήρη σεζόν με τη Λιμόζ το καλοκαίρι του 1992, ο πρώτος παίκτης που ζήτησε ήταν ο Σλοβένος, ο οποίος είχε παίξει στην Ιταλία την προηγούμενη σεζόν. Η πρωταθλήτρια Λιμόζ τον απέκτησε δεν ήταν καν το φαβορί για να φτάσει στα πλέι οφ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Παρ' όλα αυτά, κατάφερε να φτάσει μέχρι το φάιναλ φορ στην Αθήνα - και να κερδίσει τον τίτλο. Μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη ανατροπή στην ιστορία της Ευρωλίγκας. Το 1997 κέρδισε το πρωτάθλημα Γαλλίας με τη Ρασίνγκ, όπως είχε και το 1993. Αγωνίστηκε δύο φορές στην Ελλάδα (με τον Ηρακλή για τρία χρόνια και τον Πανιώνιο), χωρίς να κατακτήσει τίτλους. Στον Ηρακλή είχε 16,9 πόντους μ.ο με 3,4 ασίστ και 37 % στα τρίποντα.[4][5]

Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση ακολούθησε προπονητική καριέρα. Έμαθε λίγα από τα πάντα από τους προπονητές και τους πρώην συμπαίκτες του και τα προσάρμοσε στη δική του μπασκετική φιλοσοφία. Είναι ένας από τους καλύτερους προπονητές μιας γενιάς που παίρνει σιγά σιγά τη σκυτάλη από την παλιά στο ευρωπαϊκό μπάσκετ.[2] Ως προπονητής έχει δουλέψει στις εξής ομάδες: 2003–2004 ΚΚ Σπλιτ, 2004 Σλόβαν, 2005–06 Ηρακλής Θεσσαλονίκης, 2007–08 Μπόσνα Σεράγεβο, 2008–2011 ΚΚ Ολίμπια, 2008–09 Σλοβενία, 2011–13 Σπάρτακ Αγίας Πετρούπολης, 2014–16 Εθνική Σλοβενίας, 2013–15 Royal Halı Gaziantep, 2015–17 ΑΕΚ, 2017–18 Cedevita, 2019–20 ΚΚ Ολίμπια, 2020–21 Μετροπόλιτανς 92, και από το 2021 στη Ζάλγκιρις Κάουνας.[1]

Τίτλοι και διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως παίκτης

  • Πρωταθλητής Ευρώπης (Λιμόζ, 1993)
  • 2 × Ευρωπαϊκή επιλογή FIBA (1990, 1991)
  • Πρωτάθλημα Ελλάδας All-Star (1997)
  • 2 × Πρωταθλητής Γαλλίας (1993, 1997)
  • Πρωταθλητής Αδριατικής λίγκας (2002)
  • Πρωταθλητής Κροατίας (2003)
  • 2 × Πρωταθλητής Σλοβενίας (1999, 2002)
  • 3 × Κυπελλούχος Σλοβενίας (1999, 2000, 2002)
  • 2 × All-Star League της Σλοβενίας (1999, 2000)
  • MVP του φάιναλ φορ της Αδριατικής λίγκας (2002)
  • 2 × Πρωτάθλημα Ευρώπης Εθνικών ομάδων (1989, 1991)
  • Παγκόσμιο πρωτάθλημα Εθνικών ομάδων (1990)
  • FIBA Hall of Fame (2020)

Ως προπονητής

  • Νικητής του Σούπερ Κυπέλλου της Αδριατικής λίγκας (2017)
  • Πρωταθλητής Κροατίας (2018)
  • 2 × Κυπελλούχος Κροατίας (2004, 2018)
  • Πρωταθλητής Σλοβενίας (2009)
  • 3 × Κυπελλούχος Σλοβενίας (2009–11)
  • Νικητής Σούπερ Κυπέλλου Σλοβενίας (2010)
  • Πρωταθλητής Βοσνίας (2008)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Jure ZDOVC (Slovenia)». Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2021. 
  2. 2,0 2,1 2,2 «101 Greats: Jure Zdovc». Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2021. 
  3. «Ευρωλίγκα: Το "ξανθό σκυλί"… Γιούρι Ζντοβτς!». Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2021. 
  4. «ΖΝΤΟΒΤΣ ΓΙΟΥΡΙ». Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2021. 
  5. «Ο Ηρακλής που δεν έχανε αλλά δεν πήρε ότι άξιζε». Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2021. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]