Γεώργιος Βόγιας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Γεώργιος Βόγιας του Νικολάου - Καπετάν Καρτσιώτης, γεννήθηκε στην Καρύτσα Κισσάβου, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του Νικόλαος ήταν πρώτος ξάδελφος με τον Γιάννη Χαραλάμπου Βόγια. Ήταν πλοίαρχος αλλά μετά εγκατέλειψε τη θάλασσα και δούλευε ως φαροφύλακας στη Χαλκιδική για πολλά χρόνια έως την συνταξιοδότησή του.

Είχε τρία παιδιά. Το πρώτο, μία κόρη, παντρεύτηκε με έναν Θεσσαλό καραβοκύρη. Το δεύτερο, ο Γιώργος, είναι το πρόσωπο που θα μας απασχολήσει εδώ. Το τρίτο ήταν ο Χαράλαμπος, που σπούδασε και δούλευε δάσκαλος στη Λάρισα. Στην Κατοχή, ήταν εξόριστος από τους Γερμανούς στην Ιταλία και Ελβετία. Στον Εμφύλιο τον απέλυσαν από δάσκαλο και τον εξόρισαν για τα φρονήματα του στην Μακρόνησο.

Ο Γιώργος Νικολάου Βόγιας, από μαθητής του Γυμνασίου, δέχτηκε την επίδραση των επαναστατικών κομμουνιστικών ιδεών. Ως φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης οργανώνεται στην Κομμουνιστική Νεολαία και στη συνέχεια στο ΚΚΕ, παίρνει ενεργό μέρος στους φοιτητικούς αγώνες με αποτέλεσμα να αποβληθεί από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Όταν υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία ήταν μαζί με τον Γιώργο Μπλάνα, δάσκαλο από το χωριό Ανατολή της Αγιάς, απόφοιτο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αθηνών που έκανε δάσκαλος στα χωριά Μελία, Γόννοι και Ανατολή. Ο Μπλάνας ήταν σιτιστής κι ο Γιώργος Ν. Βόγιας δακτυλογράφος στον Πειθαρχικό Λόχο.

Εκεί μαζί με τον Μπλάνα (Κίσσαβο) δημιούργησαν κομμουνιστική οργάνωση. Ο λόχος που υπηρετούσαν βγήκε πρώτος στην εκπαίδευση παρόλο που ήταν πειθαρχικός.

Τη δράση του συνέχισε καθ'όλη την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Κυνηγήθηκε από την ασφάλεια του Μανιαδάκη και φυλακίστηκε. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό και πολέμησε τους Ιταλούς στην Αλβανία, στην πρώτη γραμμή, και διακρίθηκε σε πολλές μάχες.

Στην γερμανοϊταλική κατοχή, μετά το 1941, ο Γιώργος Βόγιας μαζί με άλλους συγχωριανούς κομμουνιστές, ήδη από την αρχή της Κατοχής, καταπιάνονται με τη συγκρότηση αντιστασιακής οργάνωσης του χωριού τους Καρύτσα. Υπήρξαν πρωτοπόροι,δημιουργώντας τον 28 του Ιούνη του 1942 την πρώτη ανταρτική ομάδα στην ΄Οσσα.

Η  πρώτη τους αντίδραση στους Ιταλούς που στάθμευαν στο χωριό Στόμιο ήταν να αρνηθούν να δώσουν τα ζώα τους στις υπηρεσίες τους. Αυτό έγινε την Κυριακή 28 Ιουνίου 1942, όταν οι Ιταλοί πήγαν να επιτάξουν ζώα από το χωριό Καρύτσα. Από νωρίς το πρωί βγήκαν στην πλατεία οι Ρίζος Βαρδάτσικος, Βασίλης Περλέρος, Χαδούλης Χαδούλης, Στέργιος Παλιούρας και Γιάννης Αρβανιτάκης να μαζέψουν χρήματα για τα έξοδα της επιτροπής που θα κατέβαινε στη Λάρισα ν' αγοράσει τρόφιμα. Στο καφενείο του Στέργιου Φωτίου πέντε Ιταλοί, που είχαν έρθει από το Κόκκινο Νερό, τον χτυπούσαν γιατί δεν έδωσε τα ζώα για υπηρεσία. Όλοι της οργάνωσης έφυγαν. Περνώντας ο Ρίζος Βαρδάτσικος έξω από το σπίτι του Χαδούλη άκουσε φασαρία. Μπήκε και είδε τον Χαδούλη με τον Ιταλό να μαλώνουν πεσμένοι και οι δυό τους στο δάπεδο. Έβγαλε τον Χαδούλη από τα χέρια του Ιταλού και επειδή ήταν ματωμένος του είπε: «φύγε εσύ και άφησέ τον σε μένα». Ο Ρίζος Βαρδάτσικος χτύπησε τον Ιταλό με τα χέρια και για μια στιγμή ο Ιταλός τα 'χασε και τον άφησε να φύγει. Το όπλο του Ιταλού το κρατούσε ο Γιάννης Χαδούλης, πατέρας του Χαδούλη κι όταν ο Ιταλός συνήλθε, πήρε το όπλο από το Χαδούλη κι επιχείρησε να το οπλίσει με σφαίρες, στρέφοντάς το προς το Ρίζο Βαρδάτσικο που πρόλαβε και τό έπιασε από την κάνη κι η σφαίρα έφυγε προς τα πάνω. Ύστερα από πάλη με τον Ιταλό, του πήρε το όπλο, τον χτύπησε με τον υποκόπανο, πήρε το όπλο του κι έφυγε. Εκεί, προς το γεφύρι, συνάντησε την Ευθυμία Καμάκα και φώναξε: «Έχουμε το πρώτο όπλο για τον αγώνα»!

Μετά από αυτό οι Ιταλοί από το Στόμιο κινητοποιήθηκαν προς την Καρύτσα και συγκέντρωσαν όλους τους χωριανούς στην εκκλησία. Το χωριό απομονώθηκε κι άρχισαν τα βασανιστήρια και οι ανακρίσεις.

Την επαύριο καμιά εικοσαριά Καρυτσιώτες, απ' όλες τις ηλικίες, μαζεύτηκαν έξω από το χωριό στην τοποθεσία Ράχη Στόικου μαζί με τον Γιώργο Ν. Βόγια. Αποφασίστηκε ο σχηματισμός ένοπλης ομάδας από οχτώ άτομα και οι άλλοι όλοι γύρισαν στο χωριό.

Οι οκτώ που συγκρότησαν την ομάδα ήταν: 1. Γιώργος Ν. Βόγιας. Ορίστηκε αρχηγός της ομάδας με το ψευδώνυμο Καρτσιώτης. 2. Ρίζος Βαρδάτσικος. Υπαρχηγός, με το ψευδώνυμο Μπουραζάνης. 3. Βασίλης Περλέρος - Καρατζάς. 4. Νίκος Περλέρος - Ψηλέας, αδέλφια. 5. Δαλέρας Κωνσταντίνος - Γαβριάς. 6. Χαδούλης Ιω. Χαδούλης - Πουρνάρας. 7. Κώστας Αναστασίου - Καψάλης και 8. Νίκος Αρβανιτάκης - Τσουκνίδας. Ο Γιάννης Αρβανιτάκης και ο Γιάννης Καμάκας γύρισαν στο χωριό να δουλέψουν για την οργάνωση. Παρέμειναν όμως στην ομάδα η αδελφή του Χαδούλη Δήμητρα και των αδελφών Περλέρων η Ανοιξίτσα. Αργότερα γύρισαν κι αυτές στο χωριό να δουλέψουν στην Οργάνωση.

Οι Ιταλοί έκαψαν στο χωριό 4 σπίτια. Απομονώθηκαν οι κάτοικοι του χωριού από τους Ιταλούςκαι από ένα τμήμα της Ελληνικής Χωροφυλακής, με επικεφαλής τον μοίραρχο Πατούλια, που αργότερα βγήκε κι αυτός στον ΕΛΑΣ με πλούσια δράση, και χτένιζαν την περιοχή για τη σύλληψή τους. Σ' αυτές τις ενέργειες πρωτοστατούσε ο γραμματέας της κοινότητας Ανδρέας Γκέρος ρίχνοντας ευθύνες σ' αυτούς που αντιστάθηκαν.

Τα μέλη της πρώτης ανταρτοομάδας της Ανατολικής Θεσσαλίας του 1942, περιπλανήθηκαν για λίγες μέρες στην περιοχή των χωριών Καρύτσα - Ομόλιο - Αμπελάκια - Σπηλιά νηστικοί και απομονωμένοι τον περισσότερο καιρό. Φρόντισαν κι επέστρεψαν το ιταλικό όπλο στους Ιταλούς μέσω ενός χοιροβοσκού του Κώστα Ψαρά. Μετά πήραν επαφή με την Κομματική Οργάνωση των Αμπελακίων, που για κάμποσο καιρό τους τροφοδοτούσε και τους ενημέρωνε για ότι τους ήταν απαραίτητο.

Το άκουσμα της συγκρότησης της ανταρτοομάδας της Καρύτσας αναπτέρωσε τις σκλαβωμένες καρδιές των κατοίκων της περιοχής και όχι μόνο. Είχε ως αποτέλεσμα να επισπευτεί και η άλλη ανταρτοομάδα που ετοιμαζόταν εκείνο τον καιρό στην Ανατολή της Αγιάς και στην ίδια την Αγιά. Το απόγευμα στις 13-8-1942, στη δασική τοποθεσία Μάλτσα του χωριού Ανατολή πανηγυρικά ύψωσαν την Ελληνική Σημαία. Εκεί μίλησε ο δάσκαλος Γεώργιος Μπλάνας από το χωριό Ανατολή κι ορίστηκε κι αυτός από την δεκαπενταμελή ομάδα αρχηγός της, με το ψευδώνυμο Κίσσαβος.

Η Καρτσιώτικη ομάδα, με τη βοήθεια της Οργάνωσης των Αμπελακίων, πέρασε στον Όλυμπο έχοντας ως σύνδεσμο τον Δρόσο Τσαντή, που τους σύνδεσε με τον γραμματέα της Αχτιδικής Οργάνωσης των Γόννων Κυριάκο Γεροζήση κι αυτός, με τη σειρά του,με την ανταρτική ομάδα του Ολύμπου με τους Τσαριτσανιώτες Κων/νο Κηπουρό, Νίκο Ξυνό κ.ά.

Αργότερα, τον ίδιο χρόνο, όλες μαζί οι ανταρτικές ομάδες της Καρύτσας, Ανατολής και του Ολύμπου επέστρεψαν για λίγο καιρό στον Κίσσαβο, ασχολούμενοι με προβλήματα εκπαίδευσης και αναδιοργάνωσης, και με τις νέο-κατατάξεις. Μία ομάδα αποσπάστηκεπρος το Μαυροβούνι - Πήλιο για την ανάπτυξη των ανταρτών σε όλη την Ανατολική Θεσσαλία.

Στη συνέχεια, ο Γιώργος Βόγιας αποσπάστηκε στα τμήματα της Βορειοδυτικής Θεσσαλίας (Χάσια), καπετάνιος του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Πολέμησε τους κατακτητές και στις επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ κατά των Ζερβικών στην Ήπειρο. Με διάταγμα της ΠΕΕΑ ονομάστηκε ταγματάρχης - Καπετάνιος του ΕΛΑΣ.

Μετά την παράδοση του οπλισμού του ΕΛΑΣ ευρισκόμενος στη Λάρισα συλλαμβάνεται από τις κυβερνητικές αρχές, της νέας κατάστασης, και φυλακίζεται για ένα διάστημα με άλλους δύο καπεταναίους, τον Μίμη Μπουκουβάλα της Ταξιαρχίας Ιππικού και άλλον έναν που τον σκότωσαν. Όταν αποφυλακίσθηκε τον Φεβρουάριο το 1946 έφυγε από τη Λάρισα και πήγε στην περιοχή της Καρδίτσας όπου οργάνωσε την αυτοάμυνα.

Τον Ιούλιο του 1946, με την έναρξη του δεύτερου αντάρτικου βγαίνει ξανά στο βουνό και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου αναδεικνύεται αρχηγός του Αρχηγείου των Χασίων και στη συνέχεια αρχηγός του Αρχηγείου του Κόζιακα, του Δ.Σ.Ε.

Στον Κόζιακα ο Γιώργος Βόγιας - Καρτσιώτης πολεμούσε τον αντίπαλο με ηρωισμό και αυταπάρνηση. Οι συνθήκες σ' αυτό το βουνό ήταν πάρα πολύ δυσμενείς και παρ'όλα αυτά δημιούργησε πολλά προβλήματα στον κυβερνητικό στρατό.

Την άνοιξη του 1947 συγκεντρώθηκαν ισχυρές κυβερνητικές δυνάμεις σε ασφυκτικό κλοιό. Κατόρθωσε όμως να ξεφύγει και να ελιχθεί προς τα Χάσια. Εκεί συνάντησε τον Μάρκο Βαφειάδη με τον Γιώργο Κικίτσα οι οποίοι τον έδωσαν εντολή να ξαναμπεί με την ταξιαρχία του στο χώρο του Κόζιακα. Ο Καρτσιώτης αντέδρασε, όμως πειθάρχησε στη διαταγή. Γνώριζε εκ των προτέρων πως τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. Μολονότι στους συνεργάτες του είχε εκδηλώσει την απαισιοδοξία του ξαναμπήκε στον Κόζιακα. Κατά τη μαρτυρία του Γιωργή Μπλάνα (Κίσσαβος), ο Καρτσιώτης δέχθηκε αφόρητες πιέσεις, από τον Μ.Βαφειάδη και τον Γ.Κικίτσα, να επανέλθει στην περιοχή του Κόζιακα και τελικώς το έκανε, με λίγες δυνάμεις και χωρίς επαρκή πολεμικά εφόδια.[1]

Στον Κόζιακα μαζί με τους αντάρτες που τον ακολουθούσαν ελήχθηκαν κάμποσες μέρες πεινασμένοι και διψασμένοι. Χωρίς εφόδια, τρόφιμα, πυρομαχικά κι εφεδρείες πάλεψε σαν λιοντάρι ώσπου τον Μάιο του 1947 έπεσε μαχόμενος ηρωικά στη θέση Δέση. Ο Μπλάνας αναφέρει ότι μετά τον τραυματισμό του ο Καρτσιώτης αυτοκτόνησε με χειροβομβίδα για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια του εχθρού.

Λίγοι τον ξέφυγαν από τον κλοιό και διασώθηκαν. Ένας λόχος από αυτούς με επικεφαλής τον Δασκαλογιώργο από τους Γόννους, έφτασε ως τον Κίσσαβο και φιλοξενήθηκαν στην περιοχή Λιχνόκολη, πάνω από το χωριό Καρύτσα.

Μαζί με των Καρτσιώτη, στον Κόζιακα, σκοτώθηκε και ο επιτελής του Κωνσταντίνος Γκούγιας (Φοίβος),γραμματέας (1945 - 1946) της Αχτιδικής Επιτροπής της επαρχίας Αγιάς του ΚΚΕ από το χωριό Βρύναινα του Αλμυρού, με την σύζυγό του, Αγιώτισα Βαγγελιώ Παλάτου. Περιπλανήθηκαν στο βουνό Κόζιακας προσπαθώντας να περάσουν τον κλοιό του κυβερνητικού στρατού προς Βορά, αλλά είχαν άσχημο τέλος.

Ο θάνατος του Καπετάν Καρτσιώτη, λύπησε βαθιά το επαναστατικό κίνημα που τον στερήθηκε σε μία κρίσιμη στιγμή του αγώνα. Στερήθηκε ένα από τα επίλεκτα στελέχη του.

Ο Λάζαρος Αρσενίου στο βιβλίο του " Η Θεσσαλία στην Αντίσταση", σ. 114,  με τα ακόλουθα λόγια περιγράφει των χαρακτήρα του Καρτσιότη: " Γ. Βόγιας, με το ψευδώνυμο Καρτσιώτης, αρχηγός (της Καρυτσιώτικης αντάρτικης ομάδας της 28 Ιουνίου, 1942), τριτοετής φοιτητής Νομικής, που διέκοψε της σπουδές του με την σύλληψη του από την δικτατορία (Μεταξά), 30 χρονών, με αξιόλογη μαρξιστική κατάρτιση. Ψηλός, καστανός, με ωραίο πρόσωπο και αθλητική κορμοστασιά. Χαρακτήρας ευθύς, ευγενικός, με πλούσια αισθήματα και ανωτερότητα στην συμπεριφορά του. Αποτελούσε ξεχωριστή φυσιογνωμία στον ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας και συγκέντρωνε την εκτίμηση και την συμπάθεια όλον."

Μέχρι το τέλος της ήττας του Δ.Σ.Ε., οι Θεσσαλοί αντάρτες, όπου κι αν βρίσκονταν, πάντα τραγουδούσαν το τραγούδι - θρύλο του Γιώργου Βόγια - Καπετάν Καρτσιώτη, του οποίου τα λόγια παραθέτουμε παρακάτω μαζί με δύο άλλα τραγούδια οπού αναφαίρετε ο Καπετάν Καρτσιώτης:

Του Καρτσιώτη

(Αυτό το τραγούδι το άκουσε η Χρυσούλα Βόγια - Βλούχου το Δημοκρατικό Στρατό από τον Γιώργο Τριανταφύλλου Ρουμελιώτη το 1947, ψευδώνυμο Γιάννης Μπότας.)

Σηκώνομαι πολύ πρωί, τρεις ώρες πριν να φέξει

παίρνω νερό και νίβομαι και ζώνω τ' άρματά μου

και παίρνω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια.

Βρίσκω λημέρ' ανταρτικό που έχει τραυματία.

Τον αρχηγό μας, βρε παιδιά, τον Γιώργο τον Καρτσιώτη

'και του'λεγα να σηκωθεί, να πάει να πολεμήσει

να μην μας πιάσουν ζωντανούς και που να μας κρεμάσουν.

Για δώστε με τ' αυτόματο να το γλυκολαλήσω

να κάνω τα βουνά να κλαιν, τα έλατα να τρίζουν

κι οι κάμποι να μαραίνονται απ' το δικό μου βόλι.

Γεια και χαρά σας, βρε παιδιά, τον φασισμό χτυπάτε.

Χτυπάτε τον μες στην καρδιά, ώσπου να ξεψυχήσει.

Αν πάτε στη μανούλα μου, στη δόλια αδελφή μου

μην πείτε πως σκοτώθηκα, μην πείτε πως πεθαίνω.

Να πείτε πως παντρεύτηκα, πήρα καλή γυναίκα.

Την Πίνδο έχω πεθερά, τ' Άγραφα γυναίκα

και του Ολύμπου τις κορφές, αδέλφια κι ξαδέλφια.

Του Καρτσιώτη - του 5ου Συντάγματος

(αυτό το τραγούδι για το 5ο Σύνταγμα του Καρτσιώτη, δυστυχώς, είναι μόνο ένα απόσπασμα όλου του τραγουδιού)

Βαρέθηκα, μπεζέρισα

να βλέπω να σκοτώνουν.

Θα πάω στο 5ο Σύνταγμα,

στο Γιώργο τον Καρτσιώτη,

πούναι καμάρι του λαού,

λεβέντης του αγώνα.                                                                                                                      

.   .   .   .   .   .   .   .  .   .   .   .   .


Βγήκαν αντάρτες

Βγήκαν αντάρτες στα βουνά - ψιλά στα κορφοβούνια,

κι αντιλάλησαν οι πλαγιές - τ’ αντάρτικα τραγούδια.

Καρτσιώτης πάει στον Κόζιακα - Γιαννούλης στο Ζουπάνι,

Παλιούρας πήρε τις κορφές -  διάβηκε στα Τζουμέρκα,

κι ο Κόκορης ροβόλησε - στο δοξασμένο Σούλι.

Βαστάτε να βαστάξουμε - λίγο καιρό ακόμα,

θ΄ανατείλει η λευτεριά - στο ματωμένο χώμα. 

Ο Γιώργος Ζαρογιάννης - "Καβαλάρης" αναφέρει μια συνομιλία του με τον Άρη Βελουχιώτη στην οποιά ο Άρης λέει: "Λαϊκή Δημοκρατία στην Ελλάδα δεν θα δούμε γιατί στη χώρα μας θα επικρατήσει η αγγλική πολιτική. Οι Άγγλοι μετά την απελευθέρωση σε διάστημα 3 μηνών θα φέρουν τον βασιλιά και το κίνημα της εθνικής αντίστασης θα τελεί υπό διωγμό. εγώ, εσύ, ο Καρτσιώτης και άλλοι αρχηγοί του κινήματος είμαστε καταδικασμένοι να σκοτωθούμε σαν ληστές με την κάπα στον ώμο". Δυστυχώς η προφητεία του Άρη έχει επαληθευτεί με τον Καρτσιώτη να θυσιάζεται "με την κάπα στον ώμο" στον περικυκλωμένο Κόζιακα.

Ονομάστηκε ταγματάρχης από την ΠΕΕΑ. Προήχθη σε υποστράτηγο ως τιμημένος νεκρός, με το Διάταγμα της 28.12.1947, του Δ.Σ.Ε..

Ο Γιώργος Βόγιας - Καπετάν Καρτσιώτης θα μείνει για πάντα στο πάνθεο των ηρώων του ελληνικού λαού, του ηρωικού ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, των αγώνων της εργατικής τάξης και του επαναστατικού προοδευτικού κινήματος, όπως και ο Σταύρος Κουτόβας και άλλοι Καρυτσιώτες θα μείνει για πάντα στις καρδιές των χωριανών του,πατριωτών και συντρόφων, και στις επόμενες γενιές.

(συντάκτηκε από τον Χ. Δ. Βόγια)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στέφανου Ριζάκη, «Ταξίδι Χωρίς Επιστροφή - Η Ζωή και η Δράση του Γιάννη Βόγια», Εκδόσεις Φύλλα Λάρισα 2004, 147-153 & 155.
  • Χαραλάμπου Βόγια, «Η Καρύτσα του Κισσάβου», Εκδόσεις Φύλλα (Τρίπολη 2005), 220 & 223-225.
  • Χαραλάμπου Βόγια, «Γιώργος Βόγιας ο "Καρτσιώτης", εφ. "Ελευθερία" της Λάρισας, Ιούνιος 2003.
  • Γιώργη Μπλάνα - Κίσσαβος,  Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949 όπως τα έζησα, Αθήνα 1976, 82, 91-92 & 106-109. 
  • Τάκη Αδάμου, Το Λαϊκό Τραγούδι της Αντίστασης, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, Βουκουρέστι 1964, 142 & 196.
  • Τα Ανταρτικα Τραγούδια (της Κατοχής, της Απελευθέρωσης, του  Εμφύλιου), Εκδοσείς«Τετραδιό», Αθήνα 1975, 58.
  • Γαζής, Κώστας, Αντάρτικα Τραγούδια (Συλλογή), Εκδόσεις Δαμιανός, Αθήνα 1980, 80.
  • «Καπετάν Καρτσιώτης (Γιώργος Βόγιας)»,  Εφημερίδα “Ανασύνταξη”,Φύλλο 111, 1 - 15 Ιούνη 2001. Αθήνα.
  • Λαζάρου Αρσ. Αρσενίου, « Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, Τόμος Α', Ιταλική Κατοχή», Τρίτη έκδοση, Βελτιομένη, Λάρισα, 113 -114.
  1. Μπλάνας - Κίσσαβος, Γιώργης (1976). Εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 - όπως τα έζησα. Αθήνα. σελίδες 106–107.