Αντίστροφη μεταγραφάση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κρυσταλλογραφική απεικόνιση της αντίστροφης μεταγραφάσης του ιού HIV.

Η αντίστροφη μεταγραφάση (αναφερόμενη και σαν ανάστροφη τρανσκριπτάση) είναι ένζυμο (πρωτεϊνικής φύσεως), το οποίο απομονώθηκε από RNA-ιούς και συγκεκριμένα σε ρετροϊούς, που μπορεί να συνθέσει DNA χρησιμοποιώντας ως καλούπι το RNA του ιού κατά τη διαδικασία της αντίστροφης μεταγραφής. Η ανακάλυψη αυτού του ενζύμου οδήγησε στη συμπλήρωση του κεντρικού δόγματος της Βιολογίας στη μορφή που έχει σήμερα. Επίσης, έδωσε νέες δυνατότητες στη Μοριακή βιολογία και στη Γενετική μηχανική, αλλά και τη δυνατότητα κατασκευής ειδικών αντιρετροϊκών φαρμάκων. Η αντίστροφη μεταγραφάση ανακαλύφθηκε το 1970 από τον Χάουαρντ Τέμιν και, ταυτόχρονα και ανεξάρτητα, από τον Ντέιβιντ Μπάλτιμορ. Για την ανακάλυψή τους μοιράστηκαν το Νόμπελ Ιατρικής του 1975.

Χρήσεις και εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αντίστροφη μεταγραφάση χρησιμοποιείται στην κατασκευή των cDNA βιβλιοθηκών, προκειμένου να παραχθεί από το ολικό ώριμο mRNA, DNA χωρίς τις αλλουληχίες των εσωνίων.

Μια άλλη εφαρμογή του ενζύμου της αντίστροφης μεταγραφάσης είναι στην τεχνική της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης μετά από αντίστροφη μεταγραφή (RT-PCR = Reverse Transcription - Polymerase Chain Reaction). Αυτή η τεχνική επεκτείνει την εφαρμογή της κλασικής τεχνικής της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR), η οποία εφαρμόζεται μόνο σε κλώνους DNA, στην ανίχνευση RNA αφού με τη βοήθεια της αντίστροφης μεταγραφάσης (RT), το RNA μπορεί να μεταγραφεί σε DNA.