Αναίρεση (δίκαιο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η αναίρεση είναι ένδικο μέσο παρόμοιο με την έφεση, δηλαδή πρόκειται για επανεξέταση προηγούμενης δικαστικής απόφασης από δικαστήριο νέας σύνθεσης ή από ανώτερο δικαστήριο. Σε πολλές χώρες δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ έφεσης και αναίρεσης (πχ στις ΗΠΑ το court of appeal μπορεί να ονομάζεται court of errors ή court of errors and appeals ανάλογα με την πολιτεία). Η ακριβής έννοια και τρόπος εφαρμογής της αναίρεσης διαφέρει σε κάθε χώρα. Με την αίτηση αναίρεσης ο διάδικος ζητεί την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης επικαλούμενος παράβαση νόμου.

Αναίρεση στο ελληνικό δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναίρεση στην Ελλάδα ορίζεται ως «έκτακτο» ένδικο μέσο, σε αντίθεση με την έφεση που αποκαλείται τακτικό ένδικο μέσο. Αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους που απαριθμούνται ρητά και περιοριστικά στον εκάστοτε νόμο ανάλογα με τον κλάδο δικαίου.

Πολιτική, ποινική και διοικητική αναίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναίρεση και στις τρεις δικαιοδοσίες (πολιτική, ποινική, διοικητική) έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Επιτρέπεται μόνο κατά τελεσιδίκων αποφάσεων, αποφάσεων δηλαδή κατά των οποίων δεν χωρεί πλέον έφεση (στις πολιτικές αποφάσεις και ανακοπή ερημοδικίας). Μια απόφαση είναι τελεσίδικη είτε επειδή ο νόμος δεν προβλέπει δυνατότητα έφεσης (π.χ. μικροδιαφορές) είτε όταν έχει εκδοθεί κατ’ έφεσιν, οπότε δεν χωρεί δεύτερη έφεση (κανόνας της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων μέσων).

Με την αναίρεση επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης για νομικές πλημμέλειες. Έτσι στην αναιρετική δίκη δεν ελέγχονται τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, παρά θεωρούνται δεδομένα έτσι όπως τα δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας. Στην αναιρετική δίκη δεν υπάρχει αποδεικτική διαδικασία (μάρτυρες κλπ.) ούτε εξετάζονται πραγματικοί ισχυρισμοί (αν όντως συνέβη κάτι, αν τα μέρη λένε την αλήθεια κλπ.). Ο έλεγχος περιορίζεται μόνο στο αν το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως ισχύοντα (και τα οποία δεν αμφισβητούνται πλέον) εφάρμοσε σωστά τον νόμο. Ελέγχεται δηλαδή αν τα πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν στον σωστό κανόνα δικαίου. Στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η εφαρμογή των νόμων τόσο του ουσιαστικού όσο και του δικονομικού δικαίου (των κανόνων της διαδικασίας).

Γι’ αυτό και το δικαστήριο που εκδικάζει την αναίρεση ονομάζεται ακυρωτικό (επειδή δεν μπορεί να δικάσει παρά μόνο να ακυρώσει απόφαση άλλου δικαστηρίου) σε αντιδιαστολή με τα δικαστήρια που δικάζουν την υπόθεση σε όλη της την έκταση, τα οποία ονομάζονται δικαστήρια ουσίας. Αν το ακυρωτικό κάνει την αναίρεση δεκτή, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και αναπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να την ξαναδικάσει με νέα σύνθεση (άλλους δικαστές). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που η διόρθωση του νομικού σφάλματος δεν απαιτεί νέα δίκη μπορεί να κρατήσει και το ακυρωτικό την υπόθεση και να εκδώσει το ίδιο απόφαση.

Ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση ονομάζεται αναιρεσείων. Ο αναιρεσείων είναι λογικά ο ηττηθείς διάδικος στο προηγούμενο δικαστήριο. Ο διάδικος υπέρ του οποίου ήταν η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά του οποίου στρέφεται τώρα η αναίρεση ονομάζεται αναιρεσίβλητος.

Σκοπός της αναίρεσης, εκτός από τη διόρθωση δικαστικών σφαλμάτων, είναι η ενοποίηση της νομολογίας, η εξασφάλιση με άλλα λόγια της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου από όλα τα δικαστήρια. Γι' αυτό και όλες οι αναιρέσεις σε κάθε κλάδο της δικαιοσύνης (πολιτικό, ποινικό, διοικητικό) δικάζονται από ένα δικαστήριο, το ανώτατο δικαστήριο του οικείου κλάδου.

Ειδική περίπτωση αναίρεσης είναι η αναίρεση υπέρ του νόμου.

Αρμόδιο δικαστήριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αναιρέσεις κατά αποφάσεων πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων δικάζονται από τον Άρειο Πάγο, ενώ οι αναιρέσεις κατά αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]