Ακτουάριος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Ακτουάριος (ελληνικά : ἀκτουάριος, λατινικά : actarius) ήταν τίτλος που απονεμόταν σε αξιωματούχους στην Ρωμαϊκή κι έπειτα στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, είτε σαν τιμητικός είτε με αρμοδιότητες. Ο τίτλος σήμερα απονέμεται τιμητικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ο ακτουάριος ήταν δημόσιος υπάλληλος, επιφορτισμένος με την κατανομή των μισθών και των διατάξεων που αφορούσαν τον ρωμαϊκό στρατό[1]. Το αξίωμα εμφανίστηκε στα τέλη της αυτοκρατορίας και μαρτυρείται τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αιώνα στην πρώιμη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά εμφανίζεται μόνο σε νομικά κείμενα[1].

Στην Βυζαντινή αυτοκρατορία ο τίτλος εμφανίζεται πάλι στο Τακτικόν Ουσπένσκι, περίπου το 842 και αργότερα στο Κλητορολόγιον το 899, αλλά ο ρόλος του κατόχου του αξιώματος είναι ασαφής[1]. Τον 10ο αιώνα στους τίτλους και αξιώματα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου, ο Ακτουάριος αναφέρεται ως τιμιτικός τίτλος, βραβείο, στους νικητές ηνίοχους του Ιπποδρόμου, αλλά τον 12ο αιώνα (ή ίσως και τον 11ο αιώνα) ο απονεμόταν σε διακεκριμένους γιατρούς, ενδεχομένως, εκείνων που συνδέονται με την αυτοκρατορική αυλή, γνωστότερος από αυτούς ήταν ο Ιωάννης Ακτουάριος[1].

Μετά την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το αξίωμα χρησιμοποιείται ως τιμητικός τίτλος, οφίκιο, από το Οικουμενικό πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης[2] αλλά και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας[3].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]