Ακτινοβολία υποβάθρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ακτινοβολία υποβάθρου[1] αποτελείται από σχεδόν αποκλειστικά ακτινοβολία του περιβάλλοντος (σπίτια, άνθρωποι, αντικείμενα, ατμόσφαιρα, έδαφος κτλ.) και αναλογικά πολύ λιγότερο από την κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου (που αποκόπτεται αρκετά στην περιοχή των υψηλών ηλεκτρομαγνητικών συχνοτήτων απ' την γήινη ατμόσφαιρα, ενώ η χαμηλής συχνότητας κοσμική ακτινοβολία είναι παράλληλα και χαμηλής ενέργειας αναλογικά με το υπόλοιπο φάσμα). Συχνά ο όρος εσφαλμένα χρησιμοποιείται αντί αυτού της κοσμικής ακτινοβολίας υποβάθρου, πράγμα που δύναται να δημιουργήσει σύγχυση, εφ' όσον ο όρος σημαίνει κάτι συγκεκριμένο και διαφορετικό.


Η ακτινοβολία υποβάθρου είναι η πανταχού παρούσα ακτινοβολία ιονισμού (ακτινοβολία έχουσα την ικανότητα απομάκρυνσης ηλεκτρονίων απ' τις στοιβάδες τους) στην οποία είναι εκτεθειμένοι οι άνθρωποι πάνω σε συγκεκριμένο πλανήτη, και συμπεριλαμβάνει (η ακτινοβολία υποβάθρου) φυσικές και τεχνητές πηγές.


Κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου


H μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου (όχι συνολικά ή κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου) όπως την απεικόνισε το πρόγραμμα WMAP (2001-2010)

Κοσμική Ακτινοβολία Υποβάθρου[2] ονομάζεται η κοσμική ακτινοβολία όλου του φάσματος, από την Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου, τις Κοσμικές Ακτίνες Χ, τα Παντοκατευθυντικά Νετρίνα Υποβάθρου[3], την ακτινοβολία ζώντων και νεκρών αστέρων που διαχέεται στο Σύμπαν κτλ. Η Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου αποτελεί τμήμα (μόνο τα παλαιοφωτόνια ή πρωτοφωτόνια ή μικροκυματική ακτινοβολία χαμηλών συχνοτήτων) και όχι το σύνολο της Ακτινοβολίας Υποβάθρου (η ακτινοβολία υποβάθρου αφορά όλο το φάσμα, και φωτόνια μεταγενέστερα του Κοσμικού Ανασυνδυασμού ηλεκτρονίων-πρωτονίων, επίσης τα νετρίνα είναι παλαιότερα από τα παλαιοφωτόνια της Μικροκυματικής Ακτινοβολίας Υποβάθρου, διότι (τα νετρίνα) μπορούν να διαπερνούν ανεμπόδιστα την ύλη)[4] αλλά το ευρύ κοινό συχνά συγχέει τις δυο έννοιες. Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου ονομάζεται το ίχνος, ή υπόλειμμα της ακτινοβολίας που εξέπεμπε το σύμπαν όταν βρισκόταν σε κατάσταση εξαιρετικά μεγάλων θερμοκρασιών και πιέσεων. Αντιστοιχεί σε ακτινοβολία μέλανος σώματος, θερμοκρασίας 2,73 Κ (Kelvin) και έρχεται από όλες τις κατευθύνσεις. Παρουσιάζει μεγάλη ισοτροπία και ομοιογένεια. Η ύπαρξη μιας τέτοιας ακτινοβολίας είχε προβλεφθεί ήδη από το 1940 θεωρητικά από τον Τζορτζ Γκάμοφ και άλλους. Οι Άρνο Πενζίας (Penzias) και Ρόμπερτ Γουίλσον (Wilson) όμως ήταν αυτοί οι οποίοι επιβεβαίωσαν τις προβλέψεις. Το 1965 με τη βοήθεια μιας κερατοειδούς σχήματος κεραίας, την οποία οι ίδιοι κατασκεύασαν, ανακάλυψαν μια ακτινοβολία για την οποία αγνοούσαν την πηγή της, καθώς την λάμβαναν από κάθε κατεύθυνση. Υπολόγισαν πως η ακτινοβολία αυτή αντιστοιχούσε σε ακτινοβολία μελανού σώματος 3,5 K. Την ονόμασαν Κοσμική Ακτινοβολία Μικροκυμάτων Υποβάθρου γνωστή και ως Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου[5]. Αργότερα, ο δορυφόρος COBE (Cosmic Backround Explorer) έκανε πιο λεπτομερείς μετρήσεις και υπολόγισε την θερμοκρασία στα 2,7 K, όπως σήμερα είναι γνωστό.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα