Αγαθούλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Αγαθούλης ή Αισιοδοξία (γαλλικά Candide ou l'optimisme) είναι σατιρικό μυθιστόρημα του Γάλλου φιλόσοφου Βολταίρος. Δημοσιεύθηκε ανώνυμο στο 1759. Το 1776 μια γερμανική μετάφραση εμφανίστηκε με τον τίτλο “Αγαθούλης, ή Tο καλύτερο όλων των κόσμων”. Aυτή η σάτιρα έχει ως στόχο, μεταξύ άλλων, την αισιόδοξη πεποίθηση του Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, ο οποίος ήταν πεπεισμένος για αυτό ως το καλύτερο όλων των δυνατών κόσμων. Αλλά με χιούμορ, σαρκασμό κι ειρωνεία ο Βολταίρος κοροϊδεύει στο δικό του «Conte philosophique» την αλαζονική αριστοκρατία, την Ιερά Εξέταση της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, τον πόλεμο, τη σκλαβιά και το ουτοπικό όνειρο του απλού ανθρώπου για μια ανέμελη ζωή.

Αγγλική έκδοση του 1762

Ιδέες της δουλειάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από μια σαρκαστική άποψη, το έργο ακολουθεί τις περιπέτειες του πρωταγωνιστή Αγαθούλης στην πρώτη συνάντησή του με τον αντιπρόσωπο της αισιοδοξίας τον Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς ότι «όλα συμβαίνουν για το καλό σε αυτό, στο καλύτερο των πιθανών κόσμων» και σε μια σειρά από μετέπειτα περιπέτειες που διαψεύδουν δραματικά τη περίφημ διατριβή παρά την επιμονή με την οποία το χαρακτήρα προσκολλάται.

Βολταίρος και Αγαθούλης (Candide)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο François Marie Arouet, επίσης γνωστός ως Βολταίρος, γράφει σε αυτό το έργο την πορεία της ζωής του. Για προφανείς λόγους, δεν είναι αυτοβιογραφία. Ωστόσο, αν αναλύσουμε την ψυχολογική εξέλιξη του ήρωα Αγαθούλη και το συγκρίνουμε με την εξέλιξη του συγγραφέα του, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο τελευταίος αντικατοπτρίζει στο βιβλίο την καριέρα του ως φιλόσοφος, δεδομένου ότι το <<Mondain>>, που ήταν το πρώτο του έργο που δείχνει αισιοδοξία, μέχρι στο <<Αγαθούλης>>, το τελευταίο του έργο, όπου αποδεικνύει τη μέτρια απαισιοδοξία του. Αυτή η απαισιοδοξία βασίζεται στη διατριβή του Βολταίρου "Il faut cultiver notre jardin" (Πρέπει να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας.) Με αυτό Βολταίρος σημαίνει ότι ο κόσμος όπως ποτέ δεν θα αλλάξει και ότι είναι αδύνατο να το αλλάξει, αλλά αν μας ενδιαφέρει αυτό που μας περιβάλλει πιο στενά και το καλλιεργούμε, μπορούμε τουλάχιστον να κάνουμε τη ζωή μας πιο υποφερτή.

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγαθούλης, ο πρωταγωνιστής
  • Κυνεγόνδη, η αγαπημένη του Αγαθούλη
  • Ο καθηγητής Πάγγλωσσης, ο δάσκαλος του Αγαθούλη
  • Η Γριά, υπηρέτης της Κυνεγόνδη και απεσταλμένη για να διασώσει τον Αγαθούλη
  • Κακάμπο, υπάλληλος του Αγαθούλη
  • Μαρτίνος, ο σύντροφος του Αγαθούλη
  • Πακέττας, κοπέλα στο κάστρο της οικογένειας της Κυνεγόνδη
  • Ο αδελφός της Κυνεγόνδη (και μελλοντικός βαρώνος του Thunder-ten-tronckh)
  • Ο βαρώνος, ιδιοκτήτης του κάστρου
  • Η βαρώνη
  • Άρχοντα Ποκοκουράντη, Βενετός ευγενής

Διήγημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ιστορία ο απλός ήρωας Αγαθούλης, ανιψιός του γερμανικό βαρώνου του “Τουντερ-τεν-τρονκ” της Βεστφαλίας εξορίζεται από την γενέτειρα του αφού έχει αλιευθεί αγκαλιάζοντας με την πανέμορφη βαρονέσα Κυνεγόνδη. Αυτή η αγκαλιάσμα τον αναγκάζει να εγκαταλείπει από αυτό επίγειο παράδεισο, όπου σαν τον δάσκαλό του, ο φιλόσοφος Πάγγλωσσης προσπαθεί να ζει την θεωρία του Λάιμπνιτς των "καλύτερων όλων των δυνατών κόσμων.

Αλλά σ'όλο το υπόλοιπο του ταξιδιού αυτή η φιλοσοφία της αισιοδοξίας γίνεται όλο και πιο γελοία, γιατί, ό τι συμβαίνει σ 'αυτόν στο ταξίδι σε όλη την Ευρώπη και στο εξωτερικό, χαρακτηρίζεται από μιά ακολουθία φοβερή ατυχήματα, καταστροφές και απίθανο διασώσεις που τον οδηγούν στα πιό απομακρυσμένα μέρη του κόσμου. Έτσι ο ήρωας συλλαμβάνεται από Βούλγαρους στρατιώτες που διεξάγουν έναν πολύ σκληρό πόλεμο. Αυτός φάτνει στη Λισαβόνα, όπως συμβαίνει το διαβόητο σεισμό, εκεί για να ανακαλύπτει την αγαπημένη του “Κυνεγονδη”, που εχει υποδουλωθεί, κι έχει υποφέρει τρομερά τραυματίες, και σχεδόν και συνεχώς βιασμενη. Ξαφνικά πρέπει να φύγει, ωστόσο, για να σώσει τη ζωή του, και φεύγει Κάντιθ, για την Παραγουάη όπου συναντά έναν σύντροφο, Κακάμπο. Εκεί συναντά και έναν Ιησουίτη Βαρώνο από τη Γερμανία, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο νεαρος Βαρώνας, αδελφός της Κυνεγονδη. Όταν ο αγέρωχος βαρώνος μαθαίνει ότι ο ταπεινός Αγαθούλης θέλει να παντρευτεί την ευγενή αδελφή του, είναι τόσο θυμωμένος που θέλει να σκοτώσει τον Αγαθούλη, αλλά σκοτώνεται από τον αντ 'αυτού.

Και πάλι μια φορά, ο Αγαθούλης πρέπει να φύγει. Σε ένα βυθισμένο υπόγειο ποτάμι, μαζί με τον πιστό συνεργάτη του Κακάμπο, έρχεται απροσδόκητα στο El Dorado, ένα ερμητικά κλειστό υπολειπόμενο μέρος της υτοκρατορίας των Incaς που περιβάλλεται από απότομα βουνά, όπου ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι ευθυγραμμίζουν τους δρόμους και όπου ανοχή, ευημερία και η γήινη ειρήνη ανθίζουν. Για ένα μήνα, οι δύο τυχοδιώκτες απολαμβάνουν φιλοξενία και δεν σταματούν να θαυμάζουν ολα που συναντούν, όμως στη συνέχεια, αφήνει Αγαθουλης αυτόν τον παράδεισο και βαριά φορτωμένη ομοως με πλούτη να αναζητήσουν την “Κυνεγόνδη” ως η μόνη αληθινή ευτυχία. Στο δρόμο συναντά έναν σκλάβο αφρικανικής καταγωγής ξαπλωμένος στο έδαφος, που είναι θύμα της αδίστακτη Ευρωπαϊκη απληστία. Αυτός φτωχός άνθρωπος μπορεί μόνο να θρηνεί τη μοίρα του, πουλήθηκε ως παιδί από τους γονείς του, και που δεν έχει τίποτα καλύτερο να περιμένουν από την ύπαρξή του ως δύσκολη δουλεία, τα βασανιστήρια, και την χριστιανική υποκρισία. Στο Σουρινάμ αλλά Αγαθούλης κάνει γνωριμία με τον πιό προηγμένο φιλόσοφο Μάρτιν, και τον καθιστά δεύτερο σύντροφο για τα ταξίδια του. Σε συζητήσεις με αυτό το έμπειρο ολλανδικο απαισιόδοξο ο Αγαθουλης ανακαλύπτει οτι την απληστία και την κακία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης ύπαρξης. O Aγαθούλης είναι σταδιακά πιό κρίσιμος και μετά από όλα τα βάσανα που είδε σε όλο τον κόσμο δίνει την αισιόδοξη φιλοσοφία όλο και ακόμα λιγότερη πίστη.

Μετά από απογοητευτικές διαμονές στο Παρίσι (όπου ο Αγαθούλης είναι άπιστος με τη Κυνεγόνδη για μιά νύχτα), έπειτα στο Πόρτσμουθ και  στην Βενετία, ο Αγαθούλης, ο Μαρτίνος και ο Κακάμπο φτάνουν τελικά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρίσκουν όχι μόνο τον πρώην δάσκαλό του Πάγγλωσση (που πιστεύεται ότι έχει πεθάνει σε προηγούμενα κεφάλαια), αλλά και την Κυνεγόνδη, η τελευταία όμως φρικιαστικά ακρωτηριασμένη. O Αγαθούλης αποφασίζει να την παντρευτεί παρ 'όλα αυτά. Αγοράζει ένα κτήμα στο οποίο εγκαθίσταται με τους συντρόφους του και αφιερώνει τον εαυτό του στη γεωργία. “Ο καθένας κάνει ό, τι καλύτερο”..."chacun se met a exercer talents", η άσχημη Κυνεγόνδη είναι ένας πολύ καλή μαγείρισσα, ο σοφός Martin συνιστά: "Travaillons sans raisonner...c'est le seul moyen de rendre la vie supportable”... “Ας δουλέψουμε χωρίς σκέψη...αυτός επειδή είναι ο μόνος τρόπος να κάνουμε τη ζωή ανέφικτη”. Και ο Πάγγλωσσης, ο οποίος συνεχίζει να κηρύττει μιά ακούραστη αισιοδοξία που ανακηρύσσεται από τον Αγαθούλης στην τελευταία φράση της ιστορίας," Cela bien dit, [...] mais il faut cultiver notre jardin " "Αυτό λέγεται καλά, […) αλλά πρέπει να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας"). Τοιουτοτροπώς ο Βολταίρος στο αρνητικό του παραμύθι, ασχολείται με την ασυγκράτητη αδιαλλαξία των ανθρώπων, εξακολουθεί να μας προσφέρει μια διέξοδο από τον περιορισμό στην κοινή, τραγική οικιακή εργασία.