Όνομα (γραμματική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η λέξη όνομα είναι γραμματικός όρος που χαρακτηρίζει δύο κλιτά μέρη του λόγου το Ουσιαστικό και το Επίθετο.

Στην ελληνική αρχαιότητα το όνομα είχε ευρύτερη σημασία και αντιδιαστέλλονταν προς το ρήμα όπως σημειώνει ο Πλάτων στον "Κρατύλο" (425Α). Ο δε Διονύσιος ο Θραξ στη "Γραμματική" του διακρίνει τα ονόματα στις ακόλουθες δώδεκα τάξεις:

  1. Κύρια, που σημαίνουν "ιδία ουσία" (π.χ. Όμηρος, Σωκράτης κ.λπ.),
  2. Προσηγορικά που σημαίνουν "κοινή ουσία" (π.χ. άνθρωπος, ίππος κ.λπ)
  3. Επίθετα που σημαίνουν τα προς κύρια και προσηγορικά ομώνυμα τιθέμενοι έπαινοι ή ψόγοι,
  4. Ομώνυμα
  5. Συνώνυμα
  6. Φερώνυμα
  7. Διώνυμα
  8. Επώνυμα
  9. Εθνικά
  10. Πεποιημένα (τεχνητά)
  11. Γενικά (ομοειδή), και
  12. Ειδικά (ανά γένος).

Στους νεότερους ρωμαϊκούς χρόνους τα ονόματα, (nomina), διακρίνονται πλέον μόνο σε ουσιαστικά (substantiva), (κύρια και προσηγορικά) με πρόσθετη διάκριση τα συγκεκριμένα και τα αφηρημένα, όπως δηλαδή συνεχίζουν να διακρίνονται σήμερα τα ουσιαστικά, καθώς και σε επίθετα (adjectiva).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΗ΄, σελ.906.