Όθων Α΄ του Νάσσαου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Όθων Α΄ του Νάσσαου
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Otto I von Nassau (Γερμανικά)
Θάνατος13ος αιώνας[1][2]
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΚόμης του Νάσσαου (1251–1289)[3][4][1]
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑγνή του Λάινινγκεν[3][4][1]
ΤέκναΕρρίκος του Νάσσαου-Ζίγκεν[3][4][1]
Έμιχο Α΄ του Νάσσαου-Χάνταμαρ[3][4][1]
Ιωάννης του Νάσσαου-Ντίλενμπουργκ[3][4][1]
Μέχτιλντ του Νάσσαου[3][5][1]
Όθων του Νάσσαου[3][5][1]
Γερτρούδη του Νάσσαου[3][5][1]
ΓονείςΕρρίκος Β΄ του Νάσσαου[3][4][1] και Ματθίλδη του Χέλρε[3][1][2]
ΑδέλφιαΙωάννης του Νάσσαου[3][1][2]
Βάλραμ Β΄ του Νάσσαου[3][4][1]
Γκέρχαρντ του Νάσσαου[3][1][2]
Ελισάβετ του Νάσσαου[3][1][2]
Ρούπρεχτ του Νάσσαου[3][1][5]
Ερρίκος του Νάσσαου (-1247)[3][1][5]
Αικατερίνη του Νάσσαου[3][1][5]
Γιούτα του Νάσσαου[3]
ΟικογένειαΟίκος του Νάσσαου[3][4][1]
Θυρεός
Otto Nassau wapen.svg

Ο Όθων Α΄, (γερμανικά: Otto I, 1247-1290) από τον Οίκο του Νάσσαου ήταν κόμης μέρους του Νάσσαου (1255-1290). Εξουσίαζε τις περιοχές Ζίγκεν, Χάνταμαρ και Ντίλενμπουργκ. Είναι ο ιδρυτής κλάδου του Οίκου, του οποίου απόγονοι έγιναν οι ηγεμόνες της Ολλανδίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν ο δευτερότοκος γιος του Ερρίκου Β΄, κόμη του Νάσσαου και της Ματθίλδης των Βάσενμπεργκ, κόρης του Όθωνα Α΄ κόμη του Χέλρε & Ζούτφεν[6]. Μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Βάλραμ Β΄.

Το 1249 ο πατέρας τους παραιτήθηκε υπέρ του Όθωνα Α΄. Το 1250 ο Βάλραμ Β΄ άρχισε να συμμετέχει στην εξουσία· την ίδια χρονιά ο Ερρίκος Β΄ απεβίωσε. Επειδή οι δύο αδελφοί συνέχεια διαφωνούσαν, διαίρεσαν το Νάσσαου το 1255 και ο Βάλραμ Β΄ πήρε τις περιοχές νότια του ποταμού Λαν (Βίζμπαντεν, Ίντσταϊν, Βάιλμπουργκ, Ζόννενμπεργκ), ενώ ο Όθων Α΄ τις βόρειες περιοχές (Ζίγκεν, Χάνταμαρ, Ντίλενμπουργκ). Έτσι δημιουργήθηκαν δύο ξεχωριστοί κλάδοι.

Αντιτάχθηκε στους τοπικούς ευγενείς, ιδιαίτερα τους κόμητες του Γκράιφενσταϊν και του Ντέρνμπαχ. Όταν κράτησε εδάφη που του είχε αφήσει ο θείος του, τα οποία ανήκαν στους ιππότες του Τευτονικού Τάγματος, ο βασιλιάς της Γερμανίας τον έθεσε υπό απαγόρευση. Αντίπαλοί του ήταν οι αρχιεπίσκοποι της Κολωνίας και του Τριρ, που είχαν εδαφικές διεκδικήσεις, οπότε απώλεσε τις κυριότητες των Έμσλαντ και Κόμπλεντς. Απεβίωσε το 1290 και οι τρεις γιοί του μοίρασαν την επικράτειά του: ο Ερρίκος έλαβε το Ζίγκεν, ο Εμίχο Α΄ το Χάνταμαρ και ο Ιωάννης το Ντίλενμπουργκ.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε την Αγνή, κόρη του Έμιχ Δ΄ κόμη του Λάινινγκεν και είχε τέκνα:

Από μία μη νόμιμη σχέση είχε ένα φυσικό τέκνο:

  • (νόθος) Χάινριχ, μοναχός στο Άρνσταϊν και ιερέας στο Νάσσαου.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]