Έρευνα κατ' οίκον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Έρευνα κατ'οίκονέρευνα σε κατοικία) είναι η ανακριτική πράξη που διενεργείται από τις Αστυνομικές αρχές κατ'εντολή των αρμόδιων Δικαστικών αρχών σε κατοικία στην οποία υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι βρίσκονται στοιχεία σχετικά με τη διάπραξη κάποιας ποινικά κολάσιμης πράξης, ή σε σε κατοικία στην οποία πιθανολογείται ότι κρύβεται άτομο ύποπτο για τη διάπραξη κάποιου εγκλήματος ή άτομο κατά του οποίου εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης. Η κατ'οίκον έρευνα συνήθως διατάσσεται και διενεργείται κατά τη διάρκεια της Ποινικής προδικασίας.

Η Συνταγματική αρχή του απαραβιάστου του οικογενειακού ασύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άρθρο 9 του Συντάγματος ορίζει ότι η κατοικία του καθενός είναι απαραβίαστη και κανένας δεν μπορεί να εισέλθει με τη βία σε αυτή, πλην της περίπτωσης της διεξαγωγής νόμιμης κατ'οίκον έρευνας με την παρουσία Δικαστικού λειτουργού (εισαγγελέα ή δικαστή). Συγκεκριμένα ορίζεται ότι:

  1. Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δε γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας.
  2. Οι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικογενειακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας, και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως νόμος ορίζει.

Διακρίσεις έρευνας κατ'οίκον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έρευνα κατ'οίκον κατά τη διάρκεια της ημέρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας κατ'οίκον έρευνα διενεργείται μόνο στις περιπτώσεις που πιθανολογείται βάσιμα ότι τελείται έγκλημα ή πρόκειται να συλληφθεί άτομο που βρίσκεται μέσα και διώκεται νόμιμα ή αν η έρευνα αποσκοπεί στη βεβαίωση ή διακρίβωση εγκλήματος με τον εντοπισμό ή την ανεύρεση αντικειμένων που σχετίζονται με αυτό.

Νυχτερινή έρευνα κατ'οίκον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νυκτερινή έρευνα σε κατοικία επιτρέπεται μόνο εάν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω λόγους: α) αν πρόκειται να συλληφθεί πρόσωπο που διώκεται νόμιμα˙ β) αν κάποιος συλλαμβάνεται επ' αυτοφώρω να διαπράττει μέσα στην κατοικία κακούργημα ή πλημμέλημα˙ γ) αν γίνεται συγκέντρωση σε κατοικία όπου παίζονται κατ' επάγγελμα τυχερά παιγνίδια ή η κατοικία χρησιμοποιείται ως τόπος κατ' επάγγελμα ακολασίας˙ δ) αν πρόκειται για χώρους που είναι σε όλους προσιτοί τη νύκτα. Η διάρκεια της νύκτας ορίζεται: από τις 8 το βράδυ έως τις 6 το πρωί για το διάστημα από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Μαρτίου, και από τις 9 το βράδυ έως τις 5 το πρωί για το διάστημα από την 1η Απριλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

Τρόπος διεξαγωγής της κατ'οίκον έρευνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατ'οίκον έρευνα πραγματοποιείται από αστυνομικά όργανα ή υπαλλήλους επιφορτισμένους με αστυνομικά-ανακριτικά καθήκοντα (όπως υπαλλήλους της ΥΠΕΕ [πρώην ΣΔΟΕ], της λιμενικής αστυνομίας, τελωνειακές αρχές κ.λ.π.). Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Συντάγματος, κατά την έρευνα πρέπει να παρευρίσκεται δικαστικός λειτουργός, δηλαδή εισαγγελέας, ή ανακριτής, ή ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης ειδάλλως η έρευνα είναι άκυρη και όσοι την ενεργούν υπέχουν ποινικές ευθύνες και υποχρέωση αποζημίωσης . Εάν η πόρτα του προς έρευνα σπιτιού βρεθεί κλειστή και ο ένοικος αρνείται να την ανοίξει, όποιος διενεργεί την έρευνα μπορεί να την παραβιάσει. Για κάθε έρευνα κατ'οίκον συντάσσεται έκθεση κατ'οίκον έρευνας, και αντίγραφο της έκθεσης μπορεί να δοθεί και στον ένοικο της κατοικίας όπου έγινε αυτή με προφορική αίτησή του. Όπως ορίζει το άρθρο 256 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στις έρευνες των κατοικιών πρέπει να αποφεύγεται με επιμέλεια κάθε περιττή δημοσιότητα και κάθε ενόχληση των ενοίκων που δεν είναι απόλυτα αναγκαία, πρέπει επίσης να καταβάλλεται μέριμνα για τη διαφύλαξη της υπόληψης και των ατομικών μυστικών που δεν έχουν σχέση με την πράξη της κατηγορίας, καθώς και να διεξάγεται η ενέργεια με κάθε ευπρέπεια και κοσμιότητα. Όποιος διεξάγει την έρευνα πρέπει να προσκαλεί τον ένοικο των διαμερισμάτων που θα ενεργηθούν να παρευρίσκεται κατά τη διεξαγωγή της. Σε περίπτωση απουσίας του, προσκαλείται να παρευρεθεί ένας γείτονας.