Έντμουντ Ράντολφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Έντμουντ Ράντολφ
Edmund Randolph (1753-1813) by an unidentified artist.png
Υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών
Περίοδος
2 Ιανουαρίου 1794 – 20 Αυγούστου 1795
ΠρόεδροςΤζορτζ Ουάσινγκτον
ΠροκάτοχοςΤόμας Τζέφερσον
ΔιάδοχοςΤίμοθι Πίκερινγκ
Γενικός Εισαγγελέας των Ηνωμένων Πολιτειών
Περίοδος
26 Σεπτεμβρίου 1789 – 26 Ιανουαρίου 1794
ΠρόεδροςΤζορτζ Ουάσινγκτον
ΠροκάτοχοςΝέο αξίωμα
ΔιάδοχοςΓουίλιαμ Μπράντφορντ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση10 Αυγούστου 1753, Γουίλιαμσμπεργκ, Βιρτζίνια
Θάνατος12 Σεπτεμβρίου 1813 (60 ετών)
Μίλγουντ, Βιρτζίνια
ΥπηκοότηταΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Πολιτικό κόμμαΟμοσπονδιακό
ΣύζυγοςΕλίζαμπεθ Νίκολας
Παιδιά6
ΣυγγενείςΤζον Ράντολφ (πατέρας)
ΣπουδέςΚολλέγιο του Γουλιέλμου και της Μαίρης
Επάγγελμαπολιτικός
δικηγόρος
διπλωμάτης
ιδιοκτήτης σκλάβων
ΥπογραφήEdmund Randolph Signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Έντμουντ Τζένινγκς Ράντολφ (Edmund Randolph, 10 Αυγούστου 1753 - 12 Σεπτεμβρίου 1813) ήταν ένας Αμερικανός δικαστικός και πολιτικός. Ως Κυβερνήτης της Βιρτζίνια υπήρξε εκπρόσωπος της πολιτείας στη Συντακτική Συνέλευση και βοήθησε στη δημιουργία του Συντάγματος του 1787, ενώ ήταν μέλος της Επιτροπής Αποσπάσματος. Ήταν ο 1ος Γενικός Εισαγγελέας των Ηνωμένων Πολιτειών και ο 2ος Υπουργός Εξωτερικών, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζορτζ Ουάσινγκτον.

Πρώιμα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ράντολφ γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου 1753 στο Γουίλιαμσμπεργκ της Αποικίας της Βιρτζίνια. Η οικογένειά του ήταν ιδιαίτερα επιφανής και μέλη της συνέβαλαν στην πολιτική της Βιρτζίνια πριν και μετά το τέλος της αποικιοκρατίας. Αφού σπούδασε στο Κολλέγιο του Γουλιέλμου και της Μαίρης, ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την νομική, στο πλευρό του πατέρα του Τζον Ράντολφ και του θείου Πέιτον Ράντολφ. Το 1775, με την έναρξη της Αμερικανικής Επανάστασης, ο πατέρας του Ράντολφ παρέμεινε πιστός στο βρετανικό στέμμα και επέστρεψε στην Αγγλία. Ο Έντμουντ Ράντολφ παρέμεινε στην Αμερική, όπου εντάχθηκε στον Ηπειρωτικό Στρατό ως υπασπιστής του Στρατηγού Τζορτζ Ουάσινγκτον.

Μετά το θάνατο του θείου του Πέιτον Ράντολφ, τον Οκτώβριο του 1775, ο Έντμουντ επέστρεψε στη Βιρτζίνια για να διαχειριστεί την κληρονομιά της οικογένειας, ενώ, όσο βρισκόταν εκεί, εξελέγη εκπρόσωπος στην Τέταρτη Συνέλευση της Βιρτζίνια. Αργότερα διετέλεσε Δήμαρχος του Γουίλιαμσμπεργκ και, στη συνέχεια, Γενικός Εισαγγελέας της Βιρτζίνια, μια θέση που κατείχε μέχρι το 1786. Παντρεύτηκε στις 29 Αυγούστου 1776 την Ελίζαμπεθ Νίκολας, κόρη του Ρόμπερτ Νίκολας, και απέκτησε μαζί της έξι παιδιά. Ένα από αυτά ήταν ο Πέιτον Ράντολφ, Κυβερνήτης της Βιρτζίνια από το 1811 έως το 1812.

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώιμη πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ράντολφ επιλέχτηκε ως ένας από τους 11 αντιπροσώπους που εκπροσώπησαν τη Βιρτζίνια στο Ηπειρωτικό Συνέδριο του 1779 και υπηρέτησε ως πληρεξούσιος της περιοχής μέχρι το 1782. Παρέμεινε επίσης ενεργός στο δικηγορικό επάγγελμα, χειριζόμενος πολυάριθμα νομικά ζητήματα για τον Ουάσινγκτον και άλλους.[1]

Ο Ράντολφ εξελέγη Κυβερνήτης της Βιρτζίνια το 1786. Εκείνο το έτος διατέλεσε αντιπρόσωπος στη Συνέλευση της Αννάπολις. Λόγω του ότι η νομοθεσία απαγόρευε από κρατικούς αξιωματούχους να εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, παραχώρησε τη διαχείριση της νομικής του εταιρείας στο νεαρό ξάδελφό του Τζον Μάρσαλ, ο οποίος είχε εργαστεί το προηγούμενο διάστημα μαζί του.[2][1]

Συντακτική Συνέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκουβερνέρ Μόρις συνυπογράφει το Σύνταγμα ενώπιον του Τζορτζ Ουάσινγκτον. Ο Αλεξάντερ Χάμιλτον και ο Έντμουντ Ράντολφ διακρίνονται στα δεξιά του πίνακα.[3]

Το επόμενο έτος, ως αντιπρόσωπος της Βιρτζίνια στη Συντακτική Συνέλευση, ο 34χρονος Ράντολφ εισήγαγε το Σχέδιο της Βιρτζίνια ως περίγραμμα για μια νέα εθνική κυβέρνηση.[4] Υπήρξε ενάντιος στην εισαγωγή σκλάβων, ενώ ήταν υπέρ μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης, η οποία θα αποτελούνταν από τρία εκτελεστικά πρόσωπα από διάφορα μέρη της χώρας. Το Σχέδιο της Βιρτζίνια πρότεινε επίσης ένα νομοθετικό σώμα με δύο βουλές, που θα είχε αντιπροσώπους σύμφωνα με τα πληθυσμιακά στοιχεία της κάθε Πολιτείας. Ο Ράντολφ πρότεινε τη σύσταση ενός εθνικού δικαστικού συστήματος (Το Άρθρο Γ΄ του Συντάγματος θα εγκαθιδρύσει το ομοσπονδιακό δικαστικό σύστημα).[5] Τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας δεν προέβλεπαν ένα εθνικό δικαστικό σύστημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Ράντολφ ήταν επίσης μέλος της Επιτροπής Αποσπάσματος, η οποία είχε επιφορτιστεί με τη μετατροπή των 15 ψηφισμάτων του Σχεδίου της Βιρτζίνια σε ένα προσχέδιο Συντάγματος.

Ο Ράντολφ τελικά αρνήθηκε να υπογράψει το τελικό έγγραφο και ήταν ένα από τα τρία μόνο μέλη που παρέμειναν στη Συντακτική Συνέλευση, αλλά αρνήθηκαν να υπογράψουν (οι άλλοι ήταν ο Τζορτζ Μέισον και ο Έλμπριτζ Τζέρι).[6]

Ο Ράντολφ θεωρούσε ότι το τελικό έγγραφο δεν ήταν ικανοποιητικό και δημοσίευσε έναν απολογισμό των αντιρρήσεών του τον Οκτώβριο του 1787. Θεωρούσε μάλιστα ότι το ομοσπονδιακό δικαστικό σώμα θα αποτελούσε απειλή για τα τοπικά δικαστήρια των Πολιτειών και έκρινε ότι η Γερουσία και το Κογκρέσο είχαν υπερβολικές αρμοδιότητες. Εξέφρασε επίσης την αντίθεσή του στην απουσία διάταξης όσον αφορά κάποια δεύτερη συνέλευση, μετά την παραπομπή της παρούσας απόφασης στις Πολιτείες.[1]

Ρόλος στην επικύρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνέλευση της Βιρτζίνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ράντολφ, ωστόσο, ανέστρεψε τη θέση του στη Συνέλευση Επικύρωσης της Βιρτζίνια, το 1788. Ο ίδιος προήδρευσε σε αυτήν τη σχεδόν διχασμένη συνέλευση, με τον Μέισον να αντιτίθεται με την αλλαγή της θέσης του. Ο Μέισον και άλλοι αξιωματούχοι απαίτησαν τροποποιήσεις πριν από την επικύρωση. Ο Ράντολφ σημείωσε ότι είχε δει ανταπόκριση σε τροποποιήσεις που ήταν απαραίτητες πριν από την επικύρωση. Ορισμένοι θεώρησαν ότι η ένσταση ήταν ασήμαντη, διότι το Σύνταγμα παρείχε μια διαδικασία αναθεώρησης. Από κοινού με άλλους υποστηρικτές της τροποποίησης του Συντάγματος πριν από την επικύρωση, ο Ράντολφ επέμεινε ότι θα ήταν ευκολότερο να τροποποιηθεί το Σύνταγμα πριν από την επικύρωσή του, όταν η πλειοψηφία θα μπορούσε να το πράξει άμεσα. Δεν πίστευε ότι ήταν ορθό για τον λαό να συνηθίσει να αναθεωρεί το Σύνταγμα μετά την υιοθέτησή του.

Ο Έντμουντ Ράντολφ φέρεται να είχε γράψει ότι «αν μετά τις καλύτερες προσπάθειές μας για τροποποιήσεις, δεν μπορέσουν να πραγματοποιηθούν, θα υιοθετήσω το σύνταγμα όπως είναι». Τελικά, λέγεται ότι ψήφισε την επικύρωση του Συντάγματος, επειδή μέχρι τις 2 Ιουνίου οκτώ άλλες Πολιτείες το είχαν ήδη επικυρώσει. Ο Ράντολφ πίστευε ότι η Βιρτζίνια είχε να επιλέξει ανάμεσα στην επικύρωση και τον διαχωρισμό από τις ΗΠΑ. Ο ίδιος ποτέ δεν αμφέβαλε για τα πλεονεκτήματα της ένωσης.

Στη Συνέλευση Επικύρωσης του Ρίτσμοντ, ο ίδιος έδειξε τελικά το δρόμο στους υπόλοιπους αξιωματούχους της Βιρτζίνια για να αποδεχτούν το συμφωνηθέν Σύνταγμα. Διαβεβαίωσε τους συναδέλφους του της πολιτικής ελίτ της Βιρτζίνια ότι το Σύνταγμα θα έχει πολύ περιορισμένη σημασία και ότι θα χρησίμευε περισσότερο ως ένα πλαίσιο ομοσπονδιακής ένωσης κυρίαρχων Πολιτειών και δεν θα μετέτρεπε τις Πολιτείες σε μια ενοποιημένη συγκεντρωτική χώρα.

Ο Έντμουντ Ράντολφ έγραψε ότι από τους δέκα αντιπροσώπους των οποίων οι απόψεις ήταν εντελώς άγνωστες, πέντε είχαν ταλαντευθεί για να ψηφίσουν την επικύρωση λόγω της τακτικής του. Στο τέλος, οι Ομοσπονδιακοί της Βιρτζίνια εξασφάλισαν την επικύρωση του Συντάγματος με ακριβώς πέντε ψήφους.

Ο Έντμουντ Ράντολφ

Κυβέρνηση Ουάσινγκτον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πρόεδρος Ουάσινγκτον αντάμειψε τον Ράντολφ για την υποστήριξή του. Τον διόρισε στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα των Ηνωμένων Πολιτειών, το Σεπτέμβριο του 1789, θέση από την οποία διατήρησε μια επισφαλή ουδετερότητα στη διαμάχη μεταξύ του Τόμας Τζέφερσον και του Αλεξάντερ Χάμιλτον. Στο υπουργικό συμβούλιο του Τζορτζ Ουάσιγκτον, όπως και στη διαμάχη επικύρωσης του Συντάγματος του 1787-1788, ο Ράντολφ προσπάθησε να συμφιλιώσει τους πολιτικούς παράγοντες, αγνοώντας το πιθανό πολιτικό κόστος, και συνέχισε να συμβάλλει σημαντικά στη δομή του νέου έθνους και στη σχέση του με τις Πολιτείες.[1]

Όταν ο Τζέφερσον παραιτήθηκε από Υπουργός Εξωτερικών, το 1793, ο Έντμουντ Ράντολφ τον διαδέχθηκε στη θέση του. Η σημαντικότερη διπλωματική πρωτοβουλία της θητείας του ήταν η Συνθήκη του Τζέι με τη Βρετανία, το 1794. Ωστόσο, ο Χάμιλτον ήταν εκείνος που δημιούργησε το σχέδιο της συνθήκης, γράφοντας τις κατευθυντήριες γραμμές της, αφήνοντας τον Ράντολφ σε ρόλο απλού επικυρωτή των εγγράφων. Ο Ράντολφ δεν ενέκρινε τη συνθήκη που προέκυψε. Το επόμενο έτος ο Ράντολφ παραιτήθηκε στον απόηχο του σκανδάλου Φοσέ. Κατά τα τέλη της θητείας του ως Υπουργός Εξωτερικών, οι διαπραγματεύσεις για Συνθήκη του Πίνκνι οριστικοποιήθηκαν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3  Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Randolph, Edmund» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 22 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 886 
  2. R. Kent Newmyer, John Marshall and the Heroic Age of the Supreme Court (Louisiana State University Press 2001) p. 79
  3. Robinson, Raymond H. (1999). «The Marketing of an Icon». George Washington: American Symbol. σελ. 117. ISBN 9781555951481. Figure 56 John Henry Hintermeister (American 1869-1945) Signing of the Constitution, 1925...Alternatively labeled Title to Freedom and the Foundation of American Government...". 
  4. «Delegates to the Constitutional Convention: Virginia». University of Missouri–Kansas City. Ανακτήθηκε στις 11 Ιουνίου 2011. 
  5. Chemerinsky, Erwin (2007). Federal Jurisdiction (5th έκδοση). New York: Aspen Publishers. ISBN 978-0-7355-6407-7. LCCN 2007021049. 
  6. Stewart 2007, σελ. 241.