Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ
Tilman riemenschneider.jpg
Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ (περ.1460-1531), πιθανή αυτοπροσωπογραφία.
Γέννηση περ. 1460
Heiligenstadt im Eichsfeld, Θουριγγία, Γερμανία
Θάνατος 1531
Βίρτσμπουργκ, Γερμανία
Κατοικία Βίρτσμπουργκ
Εθνικότητα Γερμανός
Ιδιότητα Γλύπτης της γοτθικής τεχνοτροπίας
Γνωστός για ...το γεγονός ότι από κοινού με το Φάιτ Στος αποτέλεσε το σημαντικότερο γλύπτη του όψιμου γερμανικού γοτθικού στυλ.
Σημαντικά έργα Βωμός του Αγίου Αίματος, Βωμός της Παναγίας στο Creglingen

Ο Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ (γερμανικά: Tilman Riemenschneider, περ. 1460 - 7 Ιουλίου 1531) ήταν Γερμανός γλύπτης της όψιμης γοτθικής τεχνοτροπίας. Από κοινού με τον Φάιτ Στος (1450-1533), αποτέλεσε το σημαντικότερο γλύπτη του όψιμου γερμανικού γοτθικού στυλ, ενώ παράλληλα υπήρξε ένας από τους παραγωγικότερους και πιο ταλαντούχους γλύπτες της μετάβασης από τη γοτθική στην αναγεννησιακή τέχνη. Παρόλο που η καριέρα του στη γλυπτική συνέπεσε με την Υψηλή Αναγέννηση στην Ιταλία (περ.1490-1530), ο ίδιος παρέμεινε μεσαιωνικός καλλιτέχνης όψιμου γοτθικού στυλ, εντελώς ανεπηρέαστος από τις νέες φόρμες που αναπτύχθηκαν στη γλυπτική νοτίως των Άλπεων. Άσκησε την τέχνη του στο εργαστήρι του στο Βίρτσμπουργκ, όπου απασχολούσε μέχρι και 40 βοηθούς και μαθητές. Ειδικευόταν στο σκάλισμα του ξύλου, κυρίως από ιξό και φιλύρα.[1][2]


Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ γεννήθηκε στο Χάιλιγκενστατ ιμ Άιχσφελντ, μια πόλη στη γερμανική επαρχία της Θουριγγίας. Στην ηλικία των πέντε ετών, η οικογένειά του επανεγκαταστάθηκε στην Όστερόντε. Σε ηλικία περίπου 13 ετών, ξεκίνησε να μαθαίνει την τέχνη της γλυπτικής και του σκαλίσματος ξύλου, σε διάφορα εργαστήρια τις περιοχές της Σουηβίας και του Άνω Ρήνου, πιθανώς στο Στρασβούργο και την Ουλμ (συμπεριλαμβανομένου εκείνου του Μίχαελ Έρχαρτ).[1][3]

«Άγαλμα της Εύας» (1491-93), Ξύλο, Παρεκκλήσιο της Αγίας Μαρίας, Βίρτσμπουργκ.

Το 1483, αφού ολοκλήρωσε τη μαθητεία του, ο Ρίμενσνάιντερ μετακόμισε στην ακμάζουσα εμπορική πόλη του Βίρτσμπουργκ, όπου και εργάστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του.[1][2] Εισήχθη στη συντεχνία ζωγράφων, γλυπτών και υαλογράφων του Αγίου Λουκά, και λίγο αργότερα παντρεύτηκε την Άννα Σμίντ, χήρα ενός εξέχοντος χρυσοχόου με τρεις γιους, διακανονισμός που του επέτρεψε να ανέλθει ιεραρχικά στο επάγγελμά του. Στη διάρκεια της ζωής του σύναψε τρεις ακόμη γάμους.[1]

Το παλαιότερο έργο που αποδίδεται στο Ρίμενσνάιντερ είναι το ταφικό μνημείο του Έμπερχαρντ φον Γκρούμπαχ στον ενοριακό ναό (Pfarrkirche) του Ρίμπαρ. Οι ικανότητές του άρχισαν να διαφαίνονται γρήγορα κι έτσι άρχισε να παραλαμβάνει πολυάριθμες παραγγελίες από τις δημοτικές αρχές του Βίρτσμπουργκ και των γειτονικών πόλεων. Το παλαιότερο έργο μεγάλης κλίμακας που αποδίδεται στον καλλιτέχνη είναι ο βωμός του παρεκκλησίου των Φραγκισκανών (Franziskusaltar) στην Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στο Ρότενμπουργκ ομπ ντερ Τάουμπερ (περ.1488).[1]

«Μη μου άπτου» (1490-92), ξύλο, ενοριακός ναός, Münnerstadt.

Το 1490, το δημοτικό συμβούλιο του Μούννερσταντ ανέθεσε στον καλλιτέχνη να κατασκευάσει ένα ρετάμπλ για τον ενοριακό ναό της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, το οποίο αποτελούσε ένα σκάλισμα της Αγίας με έξι αγγέλους. Την επόμενη χρονιά, το δημοτικό συμβούλιο του Βίρτσμπουργκ παρήγγειλε δύο πέτρινα αγάλματα σε φυσικό μέγεθος του Αδάμ και της Εύας για το Παρεκκλήσιο της Αγίας Μαρίας (Marienkapelle). Το 1495 δημιούργησε ένα άγαλμα της Παρθένου με το Θείο Βρέφος για τον ενοριακό ναό του Αγίου Βερνάρδου στην ίδια πόλη.[1]

Μέχρι το 1500, ο Ρίμενσνάιντερ είχε κτίσει τη φήμη του καλύτερου τεχνίτη ξύλου της περιοχής και είχε ανελιχθεί σε πλούσιο μέλος της κοινότητας του Βίρτσμπουργκ. Το εργαστήρι του μεγάλωσε τόσο πολύ, ώστε να απασχολεί περίπου 30 μαθητές που εκπαιδεύονταν στην ξυλογλυπτική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, ανάμεσα στους οποίους συναντούμε τους Πέτερ Μπρόιερ (1472-1541) και Φίλιππ Κοχ. Το 1504, εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος (και αργότερα Δήμαρχος) της πόλης, αξίωμα που διατήρησε περίπου για δύο δεκαετίες και που του επέφερε προσοδοφόρες παραγγελίες. Το 1505 επιλέχθηκε ανάμεσα στα πρόσωπα που θα υποδέχονταν τον Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Α' κατά την επίσκεψή του στην πόλη.[1]

Δυστυχώς, οι τύχες του καλλιτέχνη άλλαξαν στα μέσα τις δεκαετίας του 1520 κατά την Εξέγερση των Χωρικών, οπότε και αρνήθηκε να υποστηρίξει με την ψήφο του την αποστολή στρατευμάτων εναντίον των αγροτών. Μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, φυλακίστηκε από τους υποστηρικτές του Πρίγκιπα Επισκόπου του Βίρτσμπουργκ και έλαβε βαρύ πρόστιμο, με αποτέλεσμα να παράγει ελάχιστο έργο κατά τα τελευταία έξι έτη της ζωής του. Από τους γιους του, δύο (οι Γιοργκ και Χανς) έγιναν γλύπτες, ενώ δύο άλλοι (οι Βαρθολομαίος και Τίλμαν ο νεότερος) έγιναν ζωγράφοι.[1][2]

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωπικό στυλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομέρεια από το πέτρινο ταφικό μνημείο του Ρούντολφ φον Σέρενμπεργκ στον Καθεδρικό Ναό του Βίρτσμπουργκ (1496-1499).

Τα πρώτα έργα του Ρίμενσνάιντερ σκαλίστηκαν στο αλάβαστρο. Αργότερα χρησιμοποιούσε εξίσου την πέτρα και το ξύλο, αλλά εκείνο που πάντα αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού ήταν η δεξιοτεχνία του στο σκάλισμα του ξύλου, ιδίως της φιλύρας.[1] Ήταν δε ο πρώτος Γερμανός καλλιτέχνης που άφηνε έργα του αχρωμάτιστα.[2][3] Η ανάπτυξη της μονοχρωμίας, όπου το ξύλο είναι ορατό κάτω από διαφανές βερνίκι, αποτέλεσε σαφώς πρόκληση για τον καλλιτέχνη, που έπρεπε να βασιστεί καθαρά στις τεχνικές της γλυπτικής για να αποδώσει το επιθυμητό επίπεδο εκφραστικότητας. Στις μορφές του Ρίμενσνάιντερ διακρίνεται ένα περίπλοκο παιχνίδι του φωτός με τη σκιά, ενώ το μεγάλο τονικό τους εύρος φέρνει στο νου τις οξύνοιες στα χαρακτικά του Μάρτιν Σόνγκαουερ, έργα του οποίου ο Ρίμενσνάιντερ χρησιμοποίησε αρκετές φορές ως σημείο αφετηρίας για τις προσωπικές του συνθέσεις.[3]

Τα πρώτα έργα του καλλιτέχνη είναι ισχυρά τρισδιάστατα και προσελκύουν την προσέγγιση από ποικίλες οπτικές γωνίες. Τα ώριμα έργα του χαρακτιρίζονται από σχετική απώλεια μάζας, με περισσότερο επίπεδες μορφές και απλοποιημένη αντιμετώπιση των υφασμάτων. Τα τελευταία του έργα της περιόδου 1515-1525 παρουσιάζουν ακόμη μεγαλύτερη απλότητα και ισοπέδωση των μορφών.[3]

Το ύφος του ήταν περίπλοκο, αλλά και ισορροπημένο και αρμονικό, με καμία από τις ακραίες συναισθηματικές εξάρσεις που συχνά εμφανίζονται στη γερμανική τέχνη της περιόδου αυτής.[2] Ακολουθώντας κατά κύριο λόγο τη γοτθική τεχνοτροπία, ο Ρίμενσνάιντερ ήταν γνωστός για την προσοχή με την οποία επεξεργαζόταν τις λεπτομέρειες της επιφάνειας και της υφής, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον επιφανειακό ρεαλισμό παρά στις επιταγές της αναγεννησιακής τέχνης για ογκομετρική μοντελοποίηση και ανατομική ακρίβεια. Η ευρύτερη μορφή ορισμένων από τα τελευταία έργα του αφήνουν να εννοηθεί κάποια ανεπαίσθητη επιρροή από την ιταλική αναγεννησιακή γλυπτική.[1][2] Γενικότερα, οι σκαλιστές του φιγούρες χαρακτηρίζονται από τη μοναδική τους συναισθηματική εκφραστικότητα και για τη λεπτομέρεια με την οποία απεικονίζεται ο ρουχισμός.[1]

Βωμός του Αγίου Αίματος (1501-1505)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο «Βωμός του Αγίου Αίματος» (1501-1505) στην Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στο Rothenburg ob der Tauber.

Χαρακτηριστικό δείγμα της κατασκευής ρετάμπλ της εποχής, ανοιχτό σε ορισμένες μόνο περιστάσεις, αυτό το μονόχρωμο έργο σε ξύλο φιλύρας, το οποίο κοσμεί την Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στο Rothenburg ob der Tauber, απεικονίζει ορισμένες βασικές σκηνές της χριστιανικής παράδοσης. Στο αριστερό τμήμα, ο Χριστός καθιστός σε γαϊδουράκι, εισέρχεται με όλη του τη δόξα στα Ιεροσόλυμα, ενώ στο δεξί τμήμα απεικονίζεται ολομόναχος στο Όρος των Ελαιών, περιτριγυρισμένος από τους κοιμισμένους μαθητές του.[1]

Στο κεντρικό τμήμα υπάρχει μια μεγαλειώδης αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου. Ο Ιούδας, ο οποίος διακρίνεται χάρις στο πουγκί που κρατά στο αριστερό του χέρι, κάθεται παραδόξως στο κέντρο της σκηνής, μιλώντας στο Χριστό που, αντιθέτως, στέκεται όρθιος στο βάθος. Ο Χριστός μόλις έχει ανακοινώσει πως ο προδότης βρίσκεται ανάμεσά τους και πρόκειται να τον παραδόσει. Εκτός από το φόβο και την αγανάκτηση, μέχρι και η κατάπληξη είναι ορατή στα πρόσωπα των Αποστόλων. Ο Ιωάννης ακουμπά το κεφάλι του με πόνο στον Κύριο. Το πτυχωτό ύφασμα είναι περίτεχνο αλλά όχι υπερβολικό.[1]

Το έργο μαρτυρά πως το Ρίμενσνάιντερ απασχόλησε περισσότερο η σημασία της σκηνής και όχι τόσο η καθαρή αισθητική, υπογραμμίζοντας την τήρηση αποστάσεων από την ιταλική αναγέννηση. Στο συγκεκριμένο έργο ο καλλιτέχνης εγκαταλείπει τη συνήθη πολυχρωμία για να τονίσει την ομορφιά του ξύλου της φιλύρας, κοινό υλικό στις ξυλογραφίες στη Βόρεια Ευρώπη την εποχή εκείνη. Αυτή η ελαφρώς ασυνήθιστη απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου, με την παρουσία του Ιούδα να προδιαθέτει για αυτό που πρόκειται να συμβεί, είναι ίσως ακόμη πιο σημαντική καθώς υποδηλώνει μια επιστροφή στην προσωπική ανάγνωση των Γραφών, ίσως σκιαγραφώντας την επικείμενη Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.[1]

Βωμός της Παναγίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα άλλο από τα αριστουργήματα του καλλιτέχνη είναι ο Βωμός της Παναγίας (γύρω στο 1501, Creglingen, Γερμανία), το οποίο συνδυάζει ανάγλυφα που απεικονίζουν τη ζωή της Παναγίας με μια κεντρική γλυπτή αναπαράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.[2]

Επιλεγμένα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Βωμός της Παναγίας» (περ. 1501), Creglingen, Βάδη-Βυρτεμβέργη.

Η μεγαλύτερη συλλογή έργων του καλλιτέχνη φιλοξενείται στο Mainfrankisches Museum του Βίρτσμπουργκ. Επίσης πολλά στέκουν ακόμη στους Ναούς για τους οποίους κατασκευάστηκαν. Ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα του έργα είναι τα ακόλουθα:

  • «Hassenbacher Vesperbild» (ξύλο) (1490) Ναός του Χάσσενμπαχ.
  • «Βωμός του Αποχαιρετισμού των Αποστόλων» (1491) Allerheiligenkirche, Νυρεμβέργη.
  • Ρετάμπλ (1490-92), Μαρία Μαγδαληνή Μούννερσταντ.
  • «Αδάμ και Εύα» (1491-93) Mainfrankisches Museum, Οχυρό Μαρίενμπεργκ.
  • «Ανάληψη της Θεοτόκου» (Ρετάμπλ Κρέγκλινγκεν) (1495-99) Herrgottskirche.
  • «Άγαλμα του Επισκόπου Ρούντολφ φον Σέρενμπεργκ» (1496-99) Καθεδρικός Ναός του Βίρτσμπουργκ.
  • «Τάφος του Αυτοκράτορα» (1499-1513) Καθεδρικός Ναός του Μπάμμπεργκ.
  • «Μαρία Σαλώμη και ο Ζεββαιδαίος» (1510), Victoria and Albert Museum, Λονδίνο.
  • «Αγία Άννα και Σύζυγοι» (1505-1510), Bayerisches Nationalmuseum.
  • «Θρηνούσα Μαρία» (περ.1505) Mainfrankisches Museum, Βίρτσμπουργκ.
  • «Άγαλμα του Αγίου Κίλιαν», «Σταύρωση» (1500) Εκκλησία Αγίου Λέοντος, Βίρτσμπουργκ.
  • «Σταύρωση» (1500-1505) Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, Άιζινγκεν, Βαυαρία.
  • «Βωμός του Αγίου Αίματος» (1501-1505) Εκκλησία του Αγίου Ιακώβου, Ρότενμπουργκ ομπ ντερ Τάουμπερ.
  • «Βωμός της Σταύρωσης» (1510-13) Kurpfalzisches Museum, Χαϊδελβέργη.
  • «Τάφος του Επισκόπου Lorenz της Bibra» (1520-22) Καθεδρικός Ναός του Βίρτσμπουργκ.
  • «Μαντόνα του Ροζαρίου» (1521-4) Ναός του Βάινμπεργκεν, Φόλκαχ.
  • «Ο Θρήνος για το Χριστό» (1525) Klosterkirche, Μάιντμπρονν κοντά στο Βίρτσμπουργκ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 1,13 «Tilman Riemenschneider (c.1460-1531)», βιογραφία του καλλιτέχνη στον ιστότοπο Visual-arts-cork.com.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 «Riemenschneider, Tilman», βιογραφία του καλλιτέχνη στον ιστότοπο Web Gallery of Arts.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «Tilman Riemenschneider: Master Sculptor of the Late Middle Ages», βιογραφία του καλλιτέχνη στον ιστότοπο της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουάσινγκτον ΝτιΣι.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Baxandall, Michael (1982), «The Limewood Sculptors of Renaissance Germany», Yale University Press, ISBN 9780300028294.
  • Chapuis, Julien (2004), «Tilman Riemenschneider, c. 1460-1531», NGW-Stud Hist Art, ISBN 9780300101348.
  • Kalden-Rosenfeld, Iris (2006), «Tilman Riemenschneider und seine Werkstatt: Mit einem Katalog der allgemein als Arbeiten Riemenschneiders und seiner Werkstatt akzeptierten Werke», Langewiesche K.R., ISBN 9783784532240.
  • Kalden-Rosenfeld, Iris & Schaffert, Georg (2009), «Der Creglinger Altar von Tilman Riemenschneider», Langewiesche K.R., 9783784503820.
  • Mede, Richard (2010), «Der fromme Rebell: Eine Annäherung an Tilman Riemenschneider», Schnell Verlag, ISBN 9783877166970.
  • Muth, Hanswernfried (1980), «Tilman Riemenschneider und seine Werke», Popp, ISBN 9783881550390.
  • Schaffert, Georg & Scheffler, Karl (1975), «Der Creglinger Altar des Tilman Riemenschneider», Langewiesche, ISBN 9783784503813.
  • Scheele, Paul-Werner (1981), «Tilman Riemenschneider», Echter, ISBN 9783429007324.
  • Schnell und Steiner (2007), «Tilman Riemenschneider: (1460-1531)», Schnell und Steiner, ISBN 9783795415631.
  • Συλλογικό έργο (1999), «Tilman Riemenschneider: Master Sculptor of the Late Middle Ages», National Gallery of Art, Washington, ISBN 9780300081626.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]