Σχιζοσυναισθηματική διαταραχή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σχιζοσυναισθηματική διαταραχή

Έχοντας υποφέρει από ακουστικές ψευδαισθήσεις και κατάθλιψη, ο Γκόγια ζωγράφισε την Αυλή με τους Τρελούς το 1794.
Ταξινόμηση ICD-10 F25
Ταξινόμηση ICD-9 295.70
OMIM 181500
MedlinePlus 000930
MeSH D011618

Η σχιζοσυναισθηματική διαταραχή (αγγλικά: Schizoaffective Disorder) είναι μία διαγνωστική οντότητα που κατέχει μια ενδιάμεση θέση σε ένα συνεχές (continuum) μεταξύ σχιζοφρένειας και διαταραχών της διάθεσης. Ο όρος «σχιζοσυναισθηματική διαταραχή» εισήχθη στην ψυχιατρική ορολογία το 1933. [1] Όπως φαίνεται από την ονομασία της έχει να κάνει με την παρουσία έκδηλων ψυχωτικών και συναισθηματικών συμπτωμάτων.

Κριτήρια-συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κριτήρια-συμπτώματα της σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής βάσει του προσφάτως ανανεωμένου διαγνωστικού συστήματος DSMV είναι τα εξής:

  1. Συνύπαρξη για ένα συνεχές χρονικό διάστημα καταθλιπτικού ή μανιακού επεισοδίου με τουλάχιστον δύο ψυχωτικά συμπτώματα από τα εξής:
  2. Σε κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (τουλάχιστον 2 εβδομάδων ή και περισσότερο) της εξέλιξης της διαταραχής υπήρξαν μόνο ψυχωτικά συμπτώματα και όχι καταθλιπτικά ή μανιακά.
  3. Συμπτώματα μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου παρόντα για το μεγαλύτερο κομμάτι της συνολικής διάρκειας της διαταραχής
  • Με το κριτήριο νούμερο 1 γίνεται διάκριση της σχιζοφρένειας από την σχιζοσυναισθηματική διαταραχή.
  • Με το κριτήριο νούμερο 2 γίνεται διαφοροποίηση της σχιζοσυναισθηματικής από τις συναισθηματικές διαταραχές, καθώς στις τελευταίες η σημειώνεται συνύπαρξη ψυχωτικών συμπτωμάτων με τα καταθλιπτικά ή/και μανιακά επεισόδια σε όλες τις φάσεις της νόσου
  • Με το κριτήριο νούμερο 3 γίνεται περαιτέρω διάκριση της σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής από τη σχιζοφρένεια καθώς κατά τη διάρκεια της τελευταίας συμβαίνουν ενίοτε καταθλιπτικές περίοδοι (μεταψυχωτική κατάθλιψη). Η διαφορά είναι (ξανά) στη χρονική διάρκεια, δηλαδή στη σχιζοσυναισθηματική διαταραχή οι περίοδοι με συμπτώματα μείζονος κατάθλιψης είναι αισθητά μεγάλες και απλωμένες σε όλη την ιστορία της νόσου.

Η διαταραχή ξεκινά συχνότερα σε νεαρή ηλικία από ότι σε μεγαλύτερη και μπορεί να εκδηλωθεί είτε με ψυχωτικό είτε με συναισθηματικό επεισόδιο είτε και με συνδυασμό τους. Η πρόγνωσή της είναι καλύτερη από αυτήν της σχιζοφρένειας, αλλά χειρότερη από των συναισθηματικών διαταραχών. Η επιδείνωση της φυσιολογικής λειτουργικότητας σε εργασία, οικογένεια και κοινωνική συναναστροφή μπορεί να γίνει εμφανής ειδικότερα σε προχωρημένο στάδιο της διαταραχής.

Πρέπει να αναφερθεί ότι η διάγνωση είναι κάποιες φορές αρκετά δύσκολο να τεθεί, ακόμα και από κλινικούς ψυχιάτρους καθώς οι διαφορές από την κατεξοχήν σχιζοφρένεια ή τη διπολική διαταραχή με ψυχωτικά συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφείς. Ενδεχομένως μια πιο μακροπρόθεσμη παρακολούθηση και μια πιο ενδελεχής ανασκόπηση του ψυχιατρικού ιστορικού να συμβάλλουν περισσότερο στον ορισμό της σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής ως διάγνωση με μεγαλύτερη ακρίβεια. Το φαινόμενο να τίθεται ψυχιατρική διάγνωση μετά από χρόνια δεν είναι ασυνήθιστο, καθώς οι εκδηλώσεις σε κάποια περιστατικά αποκτούν μεγαλύτερη ποικιλομορφία από το προβλεπόμενο. Παρόλα αυτά, σε τελική ανάλυση για τον ασθενή δεν είναι τόσο η «ταμπέλα» της κατάστασής του που μετράει, όσο η αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή της. Οι θεραπευτικές αρχές που ισχύουν για τη σχιζοφρένεια και τις συναισθηματικές διαταραχές, ισχύουν και για τη σχιζοσυναισθηματική διαταραχή. Η τακτική παρακολούθηση από τον θεράποντα ειδικό είναι απαραίτητη ώστε να εντοπίζει εγκαίρως τις μεταβολές της ψυχικής κατάστασης και προβαίνει στους λεπτούς χειρισμούς που χρειάζονται στη φαρμακευτική αγωγή ώστε να καλύπτονται τόσο η διαταραχή του συναισθήματος όσο και οι ψυχωτικές εκδηλώσεις.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]